Home Άλλοι Τομείς Ομιλία επί της αρχής στο Σχέδιο Νόμου "Ανασυγκρότηση του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου και άλλες διατάξεις"

Ομιλία επί της αρχής στο Σχέδιο Νόμου "Ανασυγκρότηση του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου και άλλες διατάξεις"

E-mail Εκτύπωση PDF

Αγαπητοί συνάδελφοι, συζητάμε σήμερα τις νομοθετικές παρεμβάσεις που ρυθμίζουν τη δομή και τη λειτουργία του επανιδρυθέντος, με το Προεδρικό Διάταγμα 85 του 2012, Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, έτσι ώστε να επιτευχθούν οι κατά την αιτιολογική έκθεση στρατηγικοί στόχοι, όπως ο σχεδιασμός και η εφαρμογή ολοκληρωμένης πολιτικής και στρατηγικής για την οργάνωση, βελτίωση, ανάπτυξη και προστασία της ελληνικής ναυτιλίας, η εξασφάλιση της ασφαλούς ναυσιπλοΐας και ο έλεγχος των θαλάσσιων συνόρων της χώρας, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή ολοκληρωμένης στρατηγικής και πολιτικής για την ανάπτυξη των νησιωτικών περιοχών και ειδικότερα του Αιγαίου.

Η επανασύσταση του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας ήταν πράγματι ένα αίτημα όλων των εμπλεκομένων φορέων στο ναυτιλιακό χώρο. Η ελληνική ναυτιλία είναι ένα μεγάλο συγκριτικό οικονομικό πλεονέκτημα της χώρας μας με πολύ υψηλό ποσοστό στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν και την πρώτη θέση στην παγκόσμια ιδιοκτησία πλοίων.

Για το πρώτο μεγάλο ζήτημα που θέτει το νομοσχέδιο επανένταξης του Λιμενικού Σώματος στο Υπουργείο Ναυτιλίας, διατυπώσαμε κάποιες επιφυλάξεις και έχουμε καταθέσει και σχετικές τροπολογίες, έτσι ώστε να προκύπτει πιο διακριτά ο αναπτυξιακός και πολιτικός τομέας του Υπουργείου σε σχέση με τις αρμοδιότητες του Λιμενικού Σώματος, όπως αντίστοιχα και στο πολιτικό προσωπικό και αυτό του Λιμενικού Σώματος. Να μη μεταφέρονται δηλαδή όλες οι αρμοδιότητες και της εμπορικής ναυτιλίας στο Λιμενικό Σώμα, γιατί η ανασύσταση του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας πρέπει να γίνει με έναν αρμονικό και συμβατό τρόπο και να μην οδηγήσει σε μια επαναστρατικοποίηση της ναυτιλίας, όπως κατά το παρελθόν.

Ήθελα να αφιερώσω το μεγαλύτερο μέρος της τοποθέτησής μου στα λιμενικά δίκτυα και στις αποκρατικοποιήσεις των λιμένων. Ένα σημαντικό λοιπόν θέμα που θέτει αυτό το σχέδιο νόμου είναι η αξιοποίηση των ελληνικών λιμανιών και η συναρτώμενη με αυτή βασική ρύθμιση του νομοσχεδίου, δηλαδή της σύστασης των λιμενικών δικτύων.

Θα ήθελα στο μεγάλο αυτό ζήτημα να εκθέσω τις επιφυλάξεις μου ιδιαίτερα για το περιεχόμενο των ρυθμίσεων που έχουν σαν σκοπό μεταξύ των άλλων να προετοιμάσουν και τις επικείμενες αποκρατικοποιήσεις στους λιμένες. Η συγκρότηση ενός λιμενικού δικτύου με βάση τα χαρακτηριστικά των επί μέρους λιμένων, τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα αλλά και τις ανάγκες τους σε υποδομές βοηθάει περισσότερο προκειμένου να κάνουμε έναν μεσοπρόθεσμο αναπτυξιακό σχεδιασμό, να διαμορφώσουμε στρατηγικούς στόχους αλλά και να προσεγγίσουμε καλύτερα και να επιλύσουμε τα διοικητικά προβλήματα και τα προβλήματα των υποδομών με έναν ενιαίο και αποτελεσματικό τρόπο. Θα ήταν όμως άδικο και στην ουσία αντιαναπτυξιακό να δούμε αυτήν τη ρύθμιση που έχει σωστά στοιχεία ως μια πρόταση ελκτική για τους μελλοντικούς επενδυτές. Κινδυνεύουμε να οδηγηθούμε έτσι σε μια στρεβλή εξέλιξη με μόνο κριτήριο το οικονομικό όφελος, και όχι και το αναπτυξιακό, στη διαδικασία αποκρατικοποιήσεων των λιμένων.

Πρέπει σε αυτήν τη διαδικασία να προχωρήσουμε με προσοχή -εγώ θα έλεγα με μεγάλη φειδώ- κυρίως στις παραχωρήσεις διάφορων λειτουργιών και εμπορικών δραστηριοτήτων των λιμένων, να μην οδηγηθούμε σε παραχωρήσεις-πακέτο των οργανισμών τους που σήμερα έχουν τη μορφή ανωνύμων εταιρειών, δηλαδή στην πώληση της πλειοψηφίας των μετοχών τους. Ως γνωστόν, πριν από ένα εξάμηνο δόθηκε νομοθετικά αυτή η δυνατότητα, να μεταφερθούν δηλαδή όλες οι μετοχές από το Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ, μία ρύθμιση του άρθρου 2 περί αποκρατικοποιήσεων, με την οποία ως ΔΗΜΑΡ είχαμε διαφωνήσει.

Η «πώληση» των οργανισμών των λιμένων και ιδιαίτερα του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης, του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς και των περιφερειακών λιμανιών -που εύχομαι να μην οδηγηθούμε σε αυτήν τη λύση- μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες απώλειας του κυρίαρχου ρόλου της χώρας σε ένα λιμενικό σύστημα που δυνητικά μπορεί είτε να κυριαρχηθεί από ανεξέλεγκτα επιθετικά κεφάλαια είτε να εξυπηρετήσει ένα μονοπώλιο που μπορεί να καθορίζει την ανάπτυξη ή και τη μη ανάπτυξη των λιμένων με βασικό κριτήριο τη θέση του μονοπωλίου αυτού στην παγκόσμια αγορά και την επιχειρηματική του στρατηγική. Ταυτόχρονα, μία τέτοια εξέλιξη θα θέτει υπό αίρεση τη διασφάλιση όλων των δημόσιων αγαθών που παράγει ο λιμένας: ασφάλεια, εξυπηρέτηση ακτοπλοΐας, χρεώσεις, τιμολογιακή πολιτική, εξυπηρέτηση της εθνικής οικονομίας και του κάθε χρήστη.

Από το 1999 έχουμε σταδιακά απώλειες ευκαιριών για μια ουσιαστική μεταρρύθμιση και διαρθρωτικές αλλαγές στη λιμενική πολιτική. Μετατρέψαμε τους οργανισμούς λιμένων από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ανώνυμες εταιρείες που έχουν τόσο το σχεδιασμό και τη διαχείριση όσο και τη λειτουργία εμπορικών δραστηριοτήτων και παροχή λιμενικών υπηρεσιών. Με τη μετατροπή αυτή χάσαμε κάτι πολύ σημαντικό, κυρίως το λιμάνι του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης που γνωρίζω πολύ καλά την προσπάθεια της ανάπτυξης του να απενταχθούν από τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα για την υλοποίηση μεγάλων επενδύσεων στη δημιουργία των υποδομών. Χάρη στα κοινοτικά προγράμματα τα πρώτα χρόνια ο Λιμένας Θεσσαλονίκης απέκτησε πράγματι ουσιαστικές υποδομές.

Στη συνέχεια έρχεται ως φυσική συνέπεια να απουσιάζει πλέον ένας ολοκληρωμένος αναπτυξιακός σχεδιασμός και επενδυτικά προγράμματα, ούτως ώστε να μπορεί να υπάρξει πράγματι η συνέχιση αυτής της ανάπτυξης των λιμένων της χώρας. Γι’ αυτό,  παρ’ όλο που είναι δυσμενείς οι συνθήκες τις οποίες διέρχεται η χώρα, θεωρούμε ότι πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τις ευκαιρίες και να μην δημιουργήσουμε κάποια προβλήματα.

Η όποια αναδιάρθρωση λοιπόν επιβάλλει την ύπαρξη Εθνικής Λιμενικής Πολιτικής, ώστε να υπάρχει ξεκάθαρος μακροπρόθεσμος στρατηγικός σχεδιασμός. Βασικοί πυλώνες αυτής της αναδιάρθρωσης πρέπει να είναι η διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα, με την λειτουργία των δημόσιων λιμενικών αρχών, ανεξάρτητα -από εκεί και πέρα- με τις παραχωρήσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις οι οποίες θα γίνονται για θέματα λειτουργίας εμπορικών και λοιπών δραστηριοτήτων των λιμένων.

Δηλαδή, στη σημερινή συγκυρία θα πρέπει να υλοποιηθεί η σύσταση δημόσιων ανεξάρτητων λιμενικών αρχών, να εξασφαλίζονται οι άμεσες επενδύσεις, να λειτουργούν οι λιμενικές δημόσιες αρχές και να γίνονται επενδύσεις μέσω συμφερουσών παραχωρήσεων των διαφόρων λειτουργιών των λιμένων. Είναι εφαρμογή ενός μοντέλου, το οποίο έτσι λειτουργεί στην Ευρώπη. Με άλλα λόγια, είναι η Κοινή Λιμενική Πολιτική.

Για το λόγο αυτό, κύριε Υπουργέ, βρίσκω προβληματικές τις ρυθμίσεις του άρθρου 39 και θα ήθελα εδώ να οργανώσουμε καλύτερα αυτό το θέμα της διακυβέρνησης και της διοικητικής οργάνωσης του Εθνικού Λιμενικού Συστήματος.

Σ’ αυτό το θέμα -και τελειώνω- υπεισέρχεται και το μεγάλο θέμα της Ρυθμιστικής Αρχής των Λιμένων. Όπως διατυπώσαμε και στην Επιτροπή, θα πρέπει να δημιουργηθεί μια Ανεξάρτητη Ρυθμιστική Αρχή Λιμένων, που να υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργείου Ναυτιλίας.

Θεωρώ ότι με αυτή την Ανεξάρτητη Αρχή θα πρέπει να γίνεται η εποπτεία της λιμενικής πολιτικής, ενώ το δημόσιο πρέπει να κρατήσει τις λιμενικές δημόσιες αρχές για τον αναπτυξιακό και γενικότερα το στρατηγικό σχεδιασμό για την ανάπτυξη των λιμένων της χώρας.