Home Άλλοι Τομείς Ομιλία επί του Σχεδίου Νόμου Διοικητικές Απλουστεύσεις-Καταργήσεις, Συγχωνεύσεις Νομικών Προσώπων και Υπηρεσιών του Δημοσίου Τομέα - Τροποποίηση διατάξεων Π.Δ. 318/1992 (Α’ 161) και λοιπές ρυθμίσεις

Ομιλία επί του Σχεδίου Νόμου Διοικητικές Απλουστεύσεις-Καταργήσεις, Συγχωνεύσεις Νομικών Προσώπων και Υπηρεσιών του Δημοσίου Τομέα - Τροποποίηση διατάξεων Π.Δ. 318/1992 (Α’ 161) και λοιπές ρυθμίσεις

E-mail Εκτύπωση PDF

Κύριε Πρόεδρε, κύριε Υπουργέ, κύριοι συνάδελφοι, το σχέδιο νόμου που συζητάμε σήμερα αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια.

Το πρώτο αφορά τη μείωση των διοικητικών βαρών και τις απλουστεύσεις των διαδικασιών, χρήσιμες ρυθμίσεις που απλουστεύουν τις διοικητικές διαδικασίες. Φθάνουν, όμως, οι ρυθμίσεις αυτές για να βελτιώσουν το μεγάλο πρόβλημα της εύρυθμης λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης; Όχι δεν φθάνουν. Χρειάζεται γι’ αυτό ένα ειδικό νομοσχέδιο, προσαρμοσμένο σε ένα ενιαίο στρατηγικό σχέδιο για την αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης.

Το δεύτερο και το τρίτο κεφάλαιο είναι τα πιο σημαντικά κεφάλαια του νομοσχεδίου, που αφορούν τις καταργήσεις και τις συγχωνεύσεις νομικών προσώπων και την αξιολόγηση του προσωπικού των δημόσιων υπηρεσιών.

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, στόχος του είναι η αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη λειτουργία των δημόσιων οργανισμών και φορέων με όσο το δυνατόν μικρότερο δημοσιονομικό κόστος. Απλουστευμένη προσέγγιση σε ένα μεγάλο στόχο, που τον βάζουν όλες οι κυβερνήσεις για την αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης, αλλά μετά τον ξεχνούν.

Εμείς, ως Δημοκρατική Αριστερά, είχαμε πει ότι ο στόχος πρέπει να είναι ο επανακαθορισμός όλης της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, με κριτήριο την αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τον πολίτη και τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό κρίνεται η συνολική αντιμετώπιση των μεγάλων παθογενειών του κράτους. Βεβαίως, και χρειάζονται καταργήσεις και συγχωνεύσεις φορέων, αλλά αυτό πρέπει να γίνει, όπως σας είπα, με αξιολόγηση, εξορθολογισμό και βάσει ενός συγκεκριμένου σχεδίου.

Νομίζω ότι συμφωνούμε όλοι πως ο τόπος έχει ανάγκη από μία ουσιαστική αναδιοργάνωση του κράτους και της δημόσιας διοίκησης και ειδικότερα των διοικητικών μονάδων όλων των Υπουργείων.

Αυτό, όμως, θα πρέπει να γίνει με βάση ένα συνολικό και καλά δομημένο σχέδιο, κοινά αποδεκτό -χρειάζεται πράγματι η συναίνεση των κομμάτων- που θα εφαρμοστεί με μέθοδο και σύστημα, με υπομονή και επιμονή, με σεβασμό, όμως, στο νόμο και στο Σύνταγμα.

Η διοικητική μεταρρύθμιση χρειάζεται ένα σχέδιο με σκοπό την εγκαθίδρυση ενός κράτους ισχυρού, δικαίου, επιτελικού με Δημόσια Διοίκηση ευέλικτη, αποδοτική, αποτελεσματική, επιχειρησιακή, η οποία να συμβάλει ουσιαστικά στον αναπτυξιακό σχεδιασμό και στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και να εργάζεται, να εφαρμόζει δημόσιες πολιτικές και κυρίως πολιτικές και συμπεριφορές που να είναι ακομμάτιστες, μακριά από το πελατειακό κράτος που είναι ο μεγάλος βραχνάς της Δημόσιας Διοίκησης.

Η αναδιοργάνωση της Διοίκησης θα επέλθει με την κατάστρωση των νέων οργανισμών ή κανονισμών, της οργάνωσης και λειτουργίας όλων των υπηρεσιών, με αξιολόγηση των δομών. Το έχουμε πει πολλές φορές. Και, όμως, το πρόγραμμα αυτό το οποίο άρχισε επί τρικομματικής κυβέρνησης, η ολοκληρωμένη αυτή διαχείριση, δεν προχωράει συστηματικά, δεν προχωράει συντεταγμένα και δεν προχωράει, βέβαια, με τον τρόπο που σας περιέγραψα πριν.

Το διαρθρωτικό μέτρο της κινητικότητας του προσωπικού, το οποίο είχε σαν σκοπό την ορθολογική ανακατανομή του προσωπικού, μετά όμως από εκθέσεις αξιολόγησης των δομών, σχέδια στελέχωσης των δημοσίων υπηρεσιών και αποτίμηση των προσόντων του μετακινούμενου προσωπικού, δυστυχώς είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της κατάληξης που μπορεί να έχει μία μεταρρυθμιστική δράση όταν δεν στηρίζεται σε μία στέρεη και άρτια προεργασία και εφαρμογή της δημόσιας πολιτικής που εξαγγέλλεται και τελικά γίνεται υπό το άγχος των επιταγών της τρόικας και που οδηγεί τελικά πολλές φορές, αντί σε αναδιάρθρωση των δομών, σε ομαδικές απολύσεις.

Η Διοίκηση είναι σήμερα σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. Η οικονομική κρίση και ειδικά η βαθύτατα ιδεολογική εμμονή της τρόικας στην πολιτική των απολύσεων, που δεν έχει, άλλωστε, κανένα δημοσιονομικό όφελος -ανέφεραν και χθες οι συνάδελφοι ότι το όφελος αυτό είναι ελάχιστο- δεν έχει ούτε διαθρωτικό χαρακτήρα και επέτεινε την παράλυση και αποδιάρθρωση της Διοίκησης. Υπονομεύει, τελικά, και καταδικάζει κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης.

Κύριε Υπουργέ, είστε νέος και ικανός. Φαντάζομαι να μπορέσετε να ξεφύγετε από αυτό το πλαίσιο της δημοσιονομικής και εδώ προσαρμογής της Δημόσιας Διοίκησης και να ανοίξουμε τα φτερά για μια ουσιαστική αναβάθμιση αυτής. Διότι με λύπη μας διαπιστώνουμε ότι σήμερα η προσπάθεια εκείνη για μία ριζική και συνολική αναδιοργάνωση της Διοίκησης δεν προχωράει, όπως σας είπα, με μια δίκαιη και ολοκληρωμένη πολιτική. Οι λύσεις είναι αποσπασματικές, εμβαλωματικές και συγκυριακές. Και ορισμένες βασικές ρυθμίσεις έχουν στοιχεία αντισυνταγματικότητας. Το συζητήσαμε εκτενέστερα χθες.

Ενδεχομένως υπό το άγχος της Κυβέρνησης για την απόλυση έντεκα χιλιάδων υπαλλήλων μέχρι το ερχόμενο φθινόπωρο, προωθείται αντί για ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα κινητικότητας με αξιολογήσεις, μετατάξεις και μετακινήσεις, ένα σχέδιο «μεταβατικό» που έχει τελικό στόχο τις οριζόντιες απολύσεις,  

Όμως, ο ν. 4109/2003, ο οικονομικός και διοικητικός εξορθολογισμός, δεν είχε καταλύσει τις υπάρχουσες εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων και δεν έχει θίξει την εργασιακή τους ασφάλεια.

Όσον αφορά τα θέματα της συγχώνευσης και της κατάργησης των φορέων -όπως λέει η Έκθεση του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής και λέμε και εμείς- πρέπει να προκύψει, όχι όπως-όπως, αλλά μετά από ένα σχέδιο το οποίο έπρεπε όντως να είχε ολοκληρωθεί.

Πρέπει κάποτε να γίνουν όλα αυτά τα βήματα για την αναδιάρθρωση της διοίκησης. Είναι πολύ σημαντικά και κραυγαλέα παραδείγματα η κατάργηση του Οργανισμού Σχεδίου Αθήνας και Θεσσαλονίκης, η κατάργηση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου και ούτω καθεξής. 

Θέλω να αναφερθώ στο θέμα της αξιολόγησης του προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών. Κύριε Υπουργέ, είπατε χθες ότι η Αριστερά δεν θέλει την αξιολόγηση. Δεν είναι ενιαίο, αλλά εγώ θα σας πω ενιαία για την Αριστερά, γιατί ήμουν ένα παιδί της Αριστεράς που δεν έπαιρνε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων και την ήθελα την αξιολόγηση για να μπορέσω να κρατήσω τη δουλειά μου. Την ήθελα την αξιολόγηση και πίστευα σε δημόσιους υπαλλήλους που ήταν ικανοί να κάνουν αξιολόγηση και εκτιμούσαν τα προσόντα των υπαλλήλων τους. Έτσι δούλεψα για είκοσι πέντε χρόνια στη δημόσια διοίκηση, όμως η αξιολόγηση δεν γινόταν και κατά κύριο λόγο γιατί; Διότι θέλατε τους τμηματάρχες και τους διευθυντές να τους διορίζετε κάθε φορά εσείς, το δικομματικό κράτος, πότε ο ένας, πότε ο άλλος. Έτσι εμείς μέναμε μ’ ένα «εύγε» των προϊσταμένων μας, που όμως δεν καταγραφόταν πουθενά.

Κοιτάξτε να δείτε: Όπως σαν γυναίκα αγωνίστηκα πολύ περισσότερο για να πετύχω σε ορισμένα πράγματα στη δημόσια διοίκηση, ως αριστερή χρειαζόταν πάρα πολύ μεγάλος αγώνας για να μπορέσεις να έχεις την εκτίμηση, αλλά να είναι γραπτή αυτή η εκτίμηση της αξιολόγησης, όχι μόνο προφορική. Επομένως, πάντα την θέλουμε την αξιολόγηση, αλλά την θέλουμε με σωστά κριτήρια, με σωστό τρόπο και σε καμία περίπτωση μ’ αυτές τις ποσοστώσεις τις οποίες θέτετε.

Νομίζω ότι το θέμα της αξιολόγησης που είναι αναγκαίο, δεν πρέπει να το αδικήσετε, δεν πρέπει να το εφαρμόσετε μ’ αυτό τον τρόπο. Είναι μία σημαντική υπόθεση η οποία όμως είναι σημαντική για να βγάλει στο φως αυτούς τους αδικημένους δημοσίους υπαλλήλους που παρ’ όλες τις περικοπές των μισθών τους, με όλες τις προσπάθειές τους μπορούν και αποδίδουν πάρα πολύ καλά και γι’ αυτό πρέπει να επιβραβεύονται μ’ ένα αντικειμενικό σύστημα αξιολόγησης.

Όσον αφορά συγκεκριμένα τα άρθρα του νομοσχεδίου θα σταθώ στο πολύ σημαντικό Κεφάλαιο, πέραν του Κεφαλαίου Α’ που έχει θετικές ρυθμίσεις, για τη μείωση των διοικητικών βαρών και απλουστεύσεις, αν και είναι τόσα πολλά τα θέματα τα οποία πρέπει να γίνουν για να υπάρξει εύρυθμη, ουσιαστική λειτουργία και με διαφάνεια της δημόσιας διοίκησης, που θα έλεγα ότι χρειάζεται ένα ειδικό νομοσχέδιο για όλες αυτές τις απλουστεύσεις και τις ρυθμίσεις.

Το Κεφάλαιο Β’, που αποτελείται από δεκαπέντε άρθρα -αρχίζει από το έκτο άρθρο μέχρι το εικοστό- αναφέρεται στις καταργήσεις και συγχωνεύσεις των νομικών προσώπων και υπηρεσιών του δημοσίου τομέα και είναι το βασικότερο κεφάλαιο. Καταργούνται είκοσι τρεις φορείς που, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, δεν κρίνονται πια απαραίτητοι είτε γιατί έχουν εκπληρώσει την αποστολή τους είτε λόγω επικαλύψεων αρμοδιοτήτων και, παράλληλα, απομακρύνεται ένα μέρος του προσωπικού τους. Οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που καταργούνται οδηγούνται σε υποχρεωτική αποχώρηση, ενώ οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εντάσσονται στο πρόγραμμα της κινητικότητας.

Η βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή έπληξε κατά κύριο λόγο την οικονομία μας, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι πλήττει και λεηλατεί τις ζωές των πολιτών, αφού πολλοί από αυτούς θα βρεθούν σε λίγο στην έξοδο από την εργασία.

Αν μιλήσουμε γι’ αυτό καθαυτό το θέμα των συγχωνεύσεων και την κατάργηση των φορέων, αναγνωρίζουμε ότι ανάμεσα στους φορείς που καταργούνται βρίσκονται και οργανισμοί που πράγματι δεν επιτελούν κάποιο ξεχωριστό έργο και μπορούν να ενταχθούν και να συνεχίσουν τη λειτουργία τους σε άλλες οργανικές μονάδες.

Υπάρχουν όμως και οργανισμοί που χωρίς καμία ουσιαστική αξιολόγηση του έργου τους καταργούνται και αφήνουν πίσω τους ένα μεγάλο κενό. Θα αναφερθώ, όσο μου το επιτρέπει ο χρόνος, σε δυο-τρεις από αυτούς χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό και είναι πολλά τα σημεία των ενστάσεων της Έκθεσης του Επιστημονικού Συμβουλίου που για τα θέματα της πρόβλεψης και κατάργησης των φορέων τονίζει ότι οι σχετικές ρυθμίσεις πρέπει να εισάγονται με την τήρηση των συνταγματικών αρχών, για να διασφαλίζεται η ορθολογική, αποτελεσματική και συνεχής λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Πρέπει δηλαδή να προϋπάρχει ολοκληρωμένη μελέτη επανακαθορισμού των λειτουργιών του κράτους και της διοικητικής αναδιοργάνωσής του. Κάτι τέτοι, ωστόσ, δεν έχει γίνει και οι ενστάσεις και οι αναφορές της Επιτροπής και στο άρθρο 103 του Συντάγματος και στην πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, τη με αριθμό 3354, είναι πάρα πολύ σημαντικές.

Θα αναφερθώ σε ένα πολύ μεγάλο θέμα, κύριε Υπουργέ, και νομίζω ότι σ’ αυτά τα θέματα έχετε πολύ μεγάλη ευαισθησία, γιατί αυτά αφορούν αυτό ακριβώς, την αναβάθμιση της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης. Τι λείπει στο κράτος από τη σύστασή του και την ίδρυσή του; Λείπει το κτηματολόγιο. Τι άλλο του λείπει; Ο χωροταξικός σχεδιασμός. Αυτή είναι μια μεγάλη πληγή για την ανάπτυξη της χώρας, για τη σωστή λειτουργία του κράτους. Είναι πολύ σημαντικό εργαλείο. Σε άλλες χώρες έχουν προχωρήσει πάρα πολύ και εμείς εκατόν ογδόντα χρόνια τώρα είμαστε πάρα πολύ πίσω. Δεν φτάνει το ότι πριν από πέντε χρόνια ψηφίστηκε το πρώτο θέμα, του εθνικού χωροταξικού σχεδιασμού. Τα επιμέρους χωροταξικά πλαίσια κ.λπ. δεν έχουν ακόμη γίνει.

Επομένως, οι Οργανισμοί ΟΡΣΑ, ΟΡΘΕ και ο Οργανισμός των Ιωαννίνων έχουν ακριβώς αυτή τη δουλειά. Η κατάργηση, λοιπόν, των Οργανισμών αυτών έρχεται σε μια στιγμή που εκκρεμεί η μεταρρύθμιση του συστήματος για τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, η οποία κρίνεται απαραίτητη. Έχει δε επισημανθεί διαχρονικά -όπως σας είπα- η αναγκαιότητα ως μέρος της γενικότερης προσπάθειας της χώρας μας για τη διασφάλιση της αναπτυξιακής προοπτικής της, με βάση κάποια ρυθμισμένα σχέδια και προτάσεις.

Ουσιαστικός παράγοντας για να υλοποιηθεί αυτός ο σχεδιασμός είναι οι μηχανισμοί, οι φορείς υλοποίησης, στήριξης, εφαρμογής, παρακολούθησης και ελέγχου του συνόλου των πρακτικών διαμόρφωσης αυτού του σχεδιασμού. Αυτοί, λοιπόν, οι μηχανισμοί είναι οι εξής Οργανισμοί: ο Οργανισμός Ρυθμιστικού Αθηνών κι ο Οργανισμός Ρυθμιστικού Θεσσαλονίκης.

Θα ήθελα δε να σας πω, επειδή κατάγομαι από την περιοχή της Θεσσαλονίκης ότι έχω παρακολουθήσει τη λειτουργία αυτού του Οργανισμού και τη μεγάλη προσπάθειά του να συγκρατήσει το εξαιρετικό επιστημονικό δυναμικό του και να μπορέσει τελικά να συγκεράσει όλες τις απόψεις μιας μητροπολιτικής Θεσσαλονίκης -η οποία δεν έχει ακόμα τη σύσταση της μητροπολιτικής Θεσσαλονίκης, αλλά έτσι έπρεπε να είναι- καθώς επίσης να συγκεράσει και τις απόψεις όλων των φορέων, όλων των δημάρχων, ούτως ώστε να προκύψει ένα βιώσιμο και λειτουργικό χωροταξικό σχέδιο.

Τη στιγμή που ανακοινωνόταν το χωροταξικό σχέδιο, το οποίο μεταξύ άλλων θα αναβάθμιζε τη λειτουργία του Οργανισμού Θεσσαλονίκης –ήμουν παρούσα στην ανακοίνωση αυτού του σχεδίου- εκείνη την ώρα ήρθε και η είδηση ότι καταργείται αυτός ο Οργανισμός. Είναι λίγο παράλογα, για να μην χαρακτηρίσω διαφορετικά αυτά τα πράγματα.

Χρειάζεται εδώ –και είναι η δική μας πρόταση- να δούμε τη συνέχιση της λειτουργίας αυτών των Οργανισμών. Και το αστείο είναι ότι επειδή δεν υπάρχει πρόταση, προτείνεται οι Οργανισμοί αυτοί, και της Θεσσαλονίκης, να γίνουν ένα τμήμα του ΥΠΕΚΑ. Δηλαδή οι σαράντα δήμαρχοι του πολεοδομικού συγκροτήματος και άλλοι τόσοι φορείς και οι άλλοι ενδιαφερόμενοι κ.λπ. θα κατεβαίνουν στο τμήμα του ΥΠΕΚΑ, το οποίο θα συσταθεί, για να συζητήσουν το πώς θα υλοποιηθεί, θα βελτιωθεί, θα εφαρμοσθεί το χωροταξικό; Αυτή είναι διοικητική μεταρρύθμιση; Είναι τρομερό πράγμα αυτό που γίνεται! Δηλαδή δεν μπορείτε να συγκροτήσετε οργανωμένα μια υπηρεσία, μέχρι να πάτε σε αυτό το οποίο ζητάμε όλοι, δηλαδή στη μητροπολιτική διακυβέρνηση και για την περιοχή της Αττικής και για την περιοχή της Θεσσαλονίκης και να ενταχθούν εκεί αυτές οι μονάδες ως αυτόνομες μονάδες οι οποίες θα επιτελούν αυτό το έργο;

Θέλουμε λοιπόν, να αποσυρθεί το άρθρο 13, μέχρι να πραγματοποιηθεί η μεταρρύθμιση του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και μέχρι να υπάρξει η μητροπολιτική διακυβέρνηση, ειδικά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

Για τα θέματα της κατάργησης του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου του Ινστιτούτου Εργασίας, σας τα είπε ο συνάδελφός μου κ. Λυκούδης αναλυτικά. Δεν χρειάζεται να καταργηθεί αυτό το Κέντρο, διότι επιτελεί μια άκρως αναγκαία για την περίοδο που διανύουμε λειτουργία, που είναι κρίσιμη. Είναι ένα εργαλείο πολιτικής για την υλοποίηση μέτρων και προγραμμάτων για την απασχόληση.

Πρέπει να πω ότι μία πολύ σημαντική δουλειά που έχει κάνει για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, το οποίο έπρεπε να είχε αρχίσει να εφαρμόζεται σε δύο περιφέρειες της χώρας και αργότερα σε όλη τη χώρα, είναι στα συρτάρια και δεν προχωράει.

Για τα θέματα του Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας έχουμε επίσης αντιρρήσεις, καθώς είναι ο μοναδικός Δημόσιος φορέας που έχει την τεχνογνωσία και υλικοτεχνική υποδομή να ελέγχει τα έσοδά του από τις παραχωρήσεις με ιδία μέσα, να αναλάβει τη διαχείριση και λειτουργία μέρους ή του συνόλου των παραχωρήσεων όταν αυτό κριθεί αναγκαίο (π.χ. διαχείριση των σταθμών διοδίων της Εγνατίας, Αττικές Διαδρομές κ.λπ.), ενώ διαθέτει υψηλή τεχνολογία, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διαλειτουργικότητα και για το Κέντρο Ελέγχου Ανταλλαγής Πληροφοριών, Πληρωμών. Έτσι, με το κλείσιμό του το Ελληνικό Δημόσιο χάνει τη δυνατότητα ελέγχου των παραχωρήσεων με ίδια μέσα αλλά και άμεσης αντικατάστασης οποιουδήποτε παραχωρησιούχου. Καθώς και ότι το ΤΕΟ εκπροσωπεί την Ελλάδα σε πολλούς Ευρωπαϊκούς και Διεθνείς Φορείς και επομένως η κατάργησή του θα στερήσει από το Ελληνικό Δημόσιο την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων στο εξωτερικό.

Έρχομαι στα θέματα της αξιολόγησης. Όπως σας είπα, η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται, το σύστημα που προτείνετε εσείς και ιδιαίτερα οι ποσοστώσεις δεν μπορούν να οδηγήσουν σε μια τέτοια αντικειμενική αξιολόγηση. Εμείς σας καταθέσαμε τις προτάσεις μας και θα τις καταθέσουμε και στη συνέχεια, -συγκεκριμένα ο κ. Λυκούδης- έτσι ώστε να μπορέσουμε να πάμε σε μια ουσιαστική αξιολόγηση και να μην είναι αυτού του τύπου που θα οδηγεί από την άλλη πόρτα στην εκπαραθύρωση άξιων υπαλλήλων οι οποίοι δεν έχουν σχέσεις με το πελατειακό σύστημα.

Όσον αφορά τα θέματα και του άρθρου 20 -της διάλυσης των σχέσεων εργασίας- και του άρθρου 43 φαίνεται ότι έχουν πράγματι προβλήματα αντισυνταγματικότητας.

Ευχαριστώ.