Home Άλλοι Τομείς Τοποθέτηση επί του Σχεδίου Νόμου Οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων (Α' Μέρος)

Τοποθέτηση επί του Σχεδίου Νόμου Οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων (Α' Μέρος)

E-mail Εκτύπωση PDF

Κύριε Πρόεδρε, κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ας επανέλθουμε σε ένα νηφάλιο κλίμα, γιατί συζητούμε ένα νομοσχέδιο το οποίο έρχεται πραγματικά να δει τα προβλήματα και να αναγνωρίσει τα θέματα της ελευθερίας όσον αφορά τη θρησκεία, τα θέματα των δικαιωμάτων των ανθρώπων, των θρησκευτικών κοινοτήτων και πρέπει όλα αυτά να τα προσεγγίσουμε με μεγάλη νηφαλιότητα. Ούτε εξάρσεις, ούτε πατριωτισμοί, ούτε τίποτα. Είμαστε άνθρωποι, έχουμε το άρθρο 13 του Συντάγματος που πρεσβεύει και επιβάλλει τη θρησκευτική ελευθερία και οφείλουμε να διορθώσουμε πολλά πράγματα τα οποία έχουν μείνει άλυτα.

Με το νομοσχέδιο επιχειρείται η ρύθμιση της οργάνωσης της θρησκευτικής κοινότητας με συγκεκριμένο νομικό τύπο, ούτως ώστε να διευκολύνεται η δράση και η λειτουργία της κοινότητας και παράλληλα να προστατεύεται η ιδιαιτερότητα της φύσης, της αποστολής των θρησκευτικών φορέων, ιδιαιτερότητα που δεν αμφισβητείται, όπως δεν αμφισβητούνται και τα δικαιώματα του «συνέρχεσθαι» και του «συνεταιρίζεσθαι», θέματα πολύ σοβαρά που παρέμειναν αρρύθμιστα για πάρα πολλά χρόνια, όπως και η αιτιολογική έκθεση επισημαίνει, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρούνται στη χώρα διάφορες θρησκευτικές κοινότητες οι οποίες δεν είχαν νομική προσωπικότητα. Η μόνη προσωπικότητα που τους αναγνωριζόταν ήταν αυτή του σωματείου, ενώ από τη δομή τους και το σκοπό τους δεν μπορούσαν να ενταχθούν σε αυτό το νομικό καθεστώς.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος –και σωστά- καθώς και οι ισραηλιτικές κοινότητες είναι οργανωμένες σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Οι μουφτείες της Θράκης είναι οργανωμένες σε δημόσιες υπηρεσίες. Όμως, με αυτό το νομοσχέδιο δημιουργείται ένα διαφορετικό καθεστώς για τις άλλες κοινότητες που θα αναγνωριστούν τώρα ως θρησκευτικές κοινότητες, οι οποίες μέχρι τώρα ήταν οργανωμένες ως σωματεία του Αστικού Κώδικα, επειδή έχουν νομική προσωπικότητα μόνο για τα ιδρύματα που λειτουργούν πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, όπως για παράδειγμα η Καθολική Εκκλησία.

Διάβασα –γιατί δεν ήμουν στην Επιτροπή- την ακρόαση των φορέων και κράτησα ένα χαρακτηριστικό σημείο από τον εκπρόσωπο της Αγγλικανικής Εκκλησίας που ανέφερε ότι με αυτό το νομοσχέδιο επιλύονται ορισμένα θέματα. Και μάλιστα είπε ότι στην Ελλάδα η Αγγλικανική Εκκλησία υπάρχει από το 1830 και όμως δεν έχει ούτε καν ΑΦΜ. Δεν μπορεί να συμμετέχει, να λειτουργήσει έστω ως ένας φορέας ο οποίος πρέπει πράγματι και να ελέγχει και να ελέγχεται και για τα έσοδά του και για τις δραστηριότητές του.

Κατά το παρελθόν έγιναν σημαντικές προσπάθειες για την επίλυση του προβλήματος, όμως δεν κατέληξαν σε κάποια λύση και έτσι είχαμε ένα διπλά αρνητικό αποτέλεσμα για την Ελλάδα, καθώς οι Έλληνες πολίτες που έχουν διαφορετικό θρήσκευμα υφίστανται όλες αυτές τις επιβαρύνσεις και από την άλλη πλευρά πραγματικά η ευρωπαϊκή κοινότητα μάς έχει επαναφέρει στην τάξη ή μας έχει καταδικάσει για θέματα για τα οποία εμείς δεν έχουμε πράξει, ιδίως όσον αφορά τα θέματα της αναγνώρισης των θρησκευτικών κοινοτήτων και γενικά της πλήρους και ίσης μεταχείρισης όλων των Ελλήνων και των ξένων που βρίσκονται εδώ, αναφορικά με θέματα της θρησκευτικής τους προσήλωσης και των ιδιαιτεροτήτων τους.

Ως προς αυτό το θέμα, λοιπόν, της ρύθμισης των θρησκευτικών κοινοτήτων, το νομοσχέδιο θα έλεγε κανείς ότι επιτυγχάνει το σκοπό του. Όμως, κατά τη δική μας αντίληψη, είναι άτολμο ως προς το να κάνει έστω την αρχή για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την εγγύηση της θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας εν όψει βέβαια όλων αυτών των συνθηκών που επικρατούν πλέον στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Το ζήτημα αυτό είχε απασχολήσει από το 2005 -μετά από σχετικό αίτημα της Πολιτείας- την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου που είναι το αρμόδιο θεσμικό όργανο και στο οποίο είχε ανατεθεί η εκπόνηση πρότασης για τη ρύθμιση των σχέσεων Πολιτείας και εκκλησιαστικών κοινοτήτων.

Στην πρόταση της Εθνικής Επιτροπής αναγνωριζόταν ο οικουμενικός χαρακτήρας των θρησκειών, το απαραβίαστο της θρησκευτικής ελευθερίας του πολίτη, το καθεστώς της ισονομίας ανάμεσα στις διαφορετικού θρησκεύματος Εκκλησίες.

Επίσης, στην πρόταση υιοθετούνταν η γραμμή της σταδιακής απεξάρτησης της Εκκλησίας και Κράτους και γίνονταν συγκεκριμένες προτάσεις στην κατεύθυνση του κοινού ευρωπαϊκού κεκτημένου.

Η πρόταση αυτή της Εθνικής Επιτροπής δεν αξιοποιήθηκε και σήμερα αξιοποιείται εν μέρει. Τον Νοέμβριο του 2005 η Κοινοβουλευτική Ομάδα του Συνασπισμού με βάση αυτή την πρόταση της Εθνικής Επιτροπής –ήμουν μέλος τότε της Κοινοβουλευτικής Ομάδας- συνυπογράψαμε μια πρόταση νόμου για τη ρύθμιση σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, τις θρησκευτικές ενώσεις και οντότητες και την κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας.

Και εδώ, κύριοι συνάδελφοι από όλες τις πλευρές, δεν είναι δυνατόν να μας εγκαλείτε γιατί ένα κόμμα της Αριστεράς –όπως και το ΚΚΕ αναφέρθηκε και ο ΣΥΡΙΖΑ, εγώ περίμενα σε μεγαλύτερο βαθμό- δεν θέτει στη συζήτηση αυτού του νομοσχεδίου -και εσείς, κύριε Υπουργέ, νομίζω ότι το καταλαβαίνετε πολύ καλά- πραγματικά θέματα ουσιαστικά, τα οποία και το Σύνταγμά μας προβλέπει, αλλά και η Εθνική Επιτροπή προβλέπει. Τα κόμματα της Αριστεράς τουλάχιστον προσβλέπουν σε μια πράγματι σταδιακή απεξάρτηση της Εκκλησίας από το Κράτος και αυτό πιστεύουμε ότι θα είναι σε όφελος και των δύο και πολύ περισσότερο της Εκκλησίας.

Κύριε Υπουργέ, είπατε στην ομιλία σας ότι πραγματικά όλα αυτά τα οποία έχει μέχρι τώρα το νομικό μας πλαίσιο και αυτά τα οποία και η Επιτροπή το 2005 είχε καταγράψει και είχε βάλει ως όραμα ότι πρέπει να επιτευχθούν τα κατακτούμε σιγά σιγά με μικρά βήματα κ.λπ. Καταλαβαίνω ότι κι εσείς θα θέλατε πολύ περισσότερα να γίνουν. Όμως, εδώ πρέπει να υπάρξει αυτός ο διάλογος.

Εγώ θέλω να πω δυο-τρεις αρχές αυτής της πρότασης που είχαμε κάνει τότε, το 2005. Τι έλεγε αυτή η πρόταση; Έλεγε ότι υπηρετούσε ένα διπλό σκοπό, ότι αποβλέπει αφενός μεν στο να βελτιώσει τις εγγυήσεις της θρησκευτικής ελευθερίας και της ισότητας ενόψει των νέων συνθηκών που έχουν επικρατήσει στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και αφετέρου να δημιουργήσει τις θεσμικές προϋποθέσεις που σε μεσομακροπρόθεσμη προοπτική θα επιτρέψουν στην Εκκλησία της Ελλάδος και στις άλλες θρησκευτικές κοινότητες να αναπτυχθούν σε υγιείς βάσεις στη χώρα μας και να εκπληρώσουν την αποστολή τους, απαλλαγμένες από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του κράτους. Γιατί, όπως κάθε μέρα συνειδητοποιεί ένας ακόμη μεγαλύτερος αριθμός πολιτών στους οποίους υπάγονται και οι ειλικρινείς θρησκευόμενοι, η παρατεινόμενη στενή διαπλοκή Πολιτείας και Εκκλησίας υπονομεύει το πνευματικό έργο της δεύτερης, ενώ ταυτόχρονα προσβάλλει τις αρχές της ισοπολιτείας που η πρώτη έχει ταχθεί από το Σύνταγμα να υπηρετεί.

Γι’ αυτό, λοιπόν, και τότε είχαμε αναλάβει με πάρα πολλή προσοχή αυτή την πρωτοβουλία να κάνουμε αυτή την πρόταση νόμου -μία αντίστοιχη είχε προτείνει και το ΚΚΕ- ακριβώς γιατί θέλαμε να προσαρμοστούμε σε αυτούς τους ιλιγγιώδεις ρυθμούς που επιβάλλουν να αλλάξει ένα απαρχαιωμένο θεσμικό πλαίσιο και σε καμία -μα σε καμία- περίπτωση με την πρότασή μας εκείνη και τώρα με τη συζήτηση που κάνουμε δεν θέλαμε να διαταράξουμε και τις παραδόσεις μας και την θρησκευτική αντίληψη του λαού μας και όλα αυτά τα οποία πραγματικά χρόνια τώρα προάγονται.

Πρέπει, από την άλλη πλευρά, όλα αυτά να λειτουργήσουν με υγιείς βάσεις και να απαλλαγούν από αυτό που είπα, από τον σφικτό εναγκαλισμό. Πραγματικά θα πρέπει να υπάρχει αυτή η σταδιακή απεξάρτηση του Κράτους από την Εκκλησία, για να επιτελέσουν και οι δύο το ρόλο τους καλύτερα.

Όπως είπε και η εισηγήτριά μας, η κυρία Ρεπούση, κι εγώ θέλω να πω, κύριε Υπουργέ, ότι με το νομοσχέδιο γίνονται κάποια ουσιαστικά βήματα στο μέρος αυτό που αφορά τις θρησκευτικές κοινότητες. Είναι σε θετική κατεύθυνση.

Παρ’ όλα αυτά, όπως σας είπα, πρέπει πράγματι να δούμε πολύ περισσότερα πράγματα και νομίζω ότι με ταχύτερα βήματα πρέπει να τα δούμε.

Όσον αφορά τώρα δύο-τρία θέματα ουσιαστικά από τα άρθρα του νομοσχεδίου, το θέμα της ασάφεια. Αναφέρομαι στο θέμα της γεωγραφικής περιοχής και της ασάφειας που επικρατεί εδώ. Στην αιτιολογική έκθεση, όπως και η Επιστημονική Επιτροπή επισημαίνει, φαίνεται ότι η γεωγραφική περιοχή μπορεί πραγματικά να αναχθεί και στο θέμα της Επικράτειας. Όμως, στο νόμο δεν είναι σαφής αυτός ο ορισμός και σας έχουμε ζητήσει όλοι να γίνει μία διόρθωση.

Ένα ουσιαστικό θέμα, το οποίο έχουμε θέσει -κι έχουμε καταθέσει και τροπολογία- είναι πράγματι το θέμα των τριακοσίων μελών, αυτού του αριθμού. Η Επιστημονική Επιτροπή το αφήνει λίγο ασαφές. Λέει ότι ως προς τον αριθμό υπάρχουν και ευνοϊκότερα νούμερα σε άλλες χώρες, υπάρχουν και αυστηρότερα κ.λπ.

Εμείς βλέπουμε τα δικά μας δεδομένα. Και στα δικά μας δεδομένα βλέπουμε ότι πραγματικά δεν καλύπτονται οι περισσότερες κοινότητες, οι οποίες υπάρχουν εδώ. Μη μου πείτε ότι στην Επιτροπή οι φορείς είπαν ότι είναι καλό το νομοσχέδιο ως προς αυτό. Διότι στην Επιτροπή ήταν αυτοί οι φορείς οι οποίοι αναγνωρίζονται. Όλοι οι άλλοι –που είναι πάρα πολλοί, ογδόντα καταγράφονται- δεν ήταν στην Επιτροπή και δεν ακούσαμε την άποψή τους, αλλά την καταλαβαίνουμε. Γι’ αυτό θα πρέπει να δείτε το θέμα του αριθμού των τριακοσίων μελών και να γίνει μικρότερος αυτός ο αριθμός.

Υπάρχουν και κάποια άλλα θέματα. Θα τα συζητήσουμε και στη συζήτηση επί των άρθρων.

Όσον αφορά τις τροπολογίες, δεν γίνεται, κύριε Υπουργέ, να έχεις σε αυτό το νομοσχέδιο τροπολογία για το πετρέλαιο θέρμανσης, το οποίο είναι τεράστιο θέμα για τον ελληνικό λαό, και να έχεις και τροπολογία για το Παράκτιο Μέτωπο, που είναι ένα άλλο θέμα αναπτυξιακό, τεχνικό κ.λπ. Δεν είναι σωστή διαδικασία αυτή. Θα μου πείτε ότι θα έρθει άλλος Υπουργός να το υποστηρίξει. Πώς συνάδουν αυτά τα πράγματα; Το πετρέλαιο θέρμανσης είναι ένα τεράστιο θέμα που έχει ταλαιπωρήσει και ταλαιπωρεί τον ελληνικό λαό κι έχουμε όλοι εδώ καταθέσει τις προτάσεις μας. Αυτό το θέμα δεν μπορούμε να το συζητάμε με τροπολογία σε ένα νομοσχέδιο που έχει εντελώς άλλο θέμα. Εδώ, πρέπει λίγο να αρθούμε από τις περιπτώσεις, ενώ στο άλλο θα προσγειωθούμε στην πραγματικότητα.

Θεωρώ, λοιπόν, ότι είναι μια ατυχέστατη και αυτή τη φορά διαδικασία. Θα τα πούμε αύριο επί των άρθρων και επί των τροπολογιών.

Ευχαριστώ πολύ.