Home Άρθρα - Συνεντεύξεις ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

E-mail

Ο χαρακτήρας και η εξέλιξη της περιβαλλοντικής κρίσης με αιχμή την κλιματική αλλαγή - Η οικονομική και η κοινωνική κρίση

Συμβολή  Α. ΞΗΡΟΤΥΡΗ  στις προσυνεδριακές θέσεις του ΣΥΝ

 Η  παρούσα οικονομική κρίση αποτέλεσμα των ασκούμενων νεοφιλελεύθερων πολιτικών και της θεοποίησης της αγοράς δημιουργεί  μία άμεση απειλή για τις συνθήκες ζωής και εργασίας, όπως  και τις  κατακτήσεις   των εργαζομένων,  η  περιβαλλοντική όμως  κρίση και ιδιαίτερα η κλιματική αλλαγή, σε μεγάλο βαθμό   αποτέλεσμα και αυτή  των παραπάνω πολιτικών και  προτύπων παραγωγής και   ανάπτυξης, που  υπηρετούν  μόνο τους οικονομικούς δείκτες και αφήνουν  εκτός τους κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς,  είναι μία πολύ    μεγαλύτερη και διαρκής απειλή  για  ολόκληρη την ανθρωπότητα,  για την επιβίωση του πλανήτη. 

Ως προς την «ταξικότητα» και της οικολογικής κρίσης αναμφίβολα αυτή  χτυπά δυσανάλογα τα πιο αδύναμα στρώματα του πληθυσμού: οι φτωχοί αντιμετωπίζουν τις χειρότερες συνέπειες της περιβαλλοντικής υποβάθμισης - αν μη τι άλλο υπό την έννοια ότι δεν έχουν εύκολη "διαφυγή"  αλλά και δεν έχουν –ιδιαίτερα σε περίοδο κρίσης- δυνατότητες εξαγοράς υπηρεσιών υγείας και ψυχαγωγίας. Η απαξίωση των δημόσιων «πράσινων» υποδομών (πχ. μέσα μεταφοράς, χώροι πρασίνου και άθλησης) λόγω «λιτότητας» επηρεάζει περισσότερο τους φτωχούς ανθρώπους .  Το κίνημα  για την «κλιματική  δικαιοσύνη», όπως  και το  Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς  στην ίδια κατεύθυνση, επισημαίνουν  ότι <η περιβαλλοντική υποβάθμιση  δεν προκύπτει απλά από την ρυπογόνο πρακτική της βιομηχανίας, αλλά και  από την καπιταλιστική λογική που υπαγορεύει βραχυπρόθεσμα κέρδη και ατέρμονα, άναρχη ανάπτυξη, προβάλλοντας  το σύνθημα τους  στη διάσκεψη της  Κοπεγχάγης «Κλιματική και Κοινωνική Δικαιοσύνη Τώρα».  Χαρακτηριστική είναι η   ετήσια έκθεση του Αναπτυξιακού Προγράμματος του ΟΗΕ στην οποία επισημαίνεται  ότι  «είναι οι φτωχοί αυτοί που αντιμετωπίζουν τις πιο άμεσες και σοβαρές συνέπειες του ανθρώπινου κόστους αυτών των αλλαγών, αν και οι ίδιοι δεν ευθύνονται για το οικολογικό χρέος που συσσωρεύουμε»  για να ακολουθήσει η  έκκληση  «για αλληλεγγύη σε ένα διχασμένο κόσμο, όπου η άνοδος της θερμοκρασίας και τα συνακόλουθα ακραία καιρικά φαινόμενα έχουν γίνει από τους βασικούς παράγοντες της αύξησης της  φτώχειας και της ανισότητας στον πλανήτη».

Όσον αφορά την εξέλιξη της περιβαλλοντικής κρίσης και ιδιαίτερα της κλιματικής αλλαγής σε σχέση με τη μέσα παραγωγής,  στην "προ-κρίσης" περίοδο η σταθερή μεγέθυνση της παγκόσμιας οικονομίας (επέκταση Κίνας, Ινδίας κ.α) δημιούργησε  μια άνοδο της ζήτησης για ενέργειας - ιδιαίτερα από ορυκτά καύσιμα που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, την ίδια περίοδο (σε καθεστώς αύξησης της τιμής του πετρελαίου και πολιτικών περιστολής των ρύπων) υπήρχαν και πρωτοβουλίες ιδιωτών και κρατών με στόχο τη μελλοντική μείωση  της ζήτησης ορυκτών καυσίμων, μέσω καινοτόμων προγραμμάτων ενεργειακής εξοικονόμησης και ανανεώσιμων πηγών. Η γενική πάντως εικόνα είναι ότι η παγκόσμια επιβράδυνση καθαυτή θα έχει ως αποτέλεσμα την μείωση των εκπομπών ρύπων (από την ύφεση στη βαριά βιομηχανία  και τις υπηρεσίες), αλλά και θα καθυστερήσει τη «μετάβαση» προς τον (πολυδιαφημισμένο, το προηγούμενο διάστημα) «πράσινο καπιταλισμό» του ανεπτυγμένου κόσμου.

Η αποτυχία της διάσκεψης της Κοπεγχάγης δείχνει ακριβώς την αδυναμία των δυτικών πλούσιων χωρών  σ’ ένα πλαίσιο δομικής κρίσης του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού μοντέλου να ανταποκριθούν ουσιαστικά  ακόμη και σε παγκόσμια «ώριμα» μεταρρυθμιστικά («πράσινα») αιτήματα, οπισθοχωρώντας σε σχέση με πρόσφατες διακηρύξεις και πολιτικές δεσμεύσεις .

Είναι γεγονός ότι η παγκόσμια κοινότητα στη διάσκεψη της  Κοπεγχάγης, αντί να προχωρήσει σε  μία δίκαιη και νομικά δεσμευτική συμφωνία, δηλαδή  και την μείωση των εκπομπών να περιορίσει και την βοήθεια προς τις αναπτυσσόμενες χώρες να εξασφαλίσει, έκανε  αρκετά βήματα πίσω.  Η αλληλεγγύη των λαών και των γενεών, η μεγάλη προσπάθεια της  UNFCCC του ΟΗΕ,   οι εκκλήσεις των φτωχότερων χωρών, ακόμη και τα πορίσματα της  επιστήμης έμειναν  στο περιθώριο, για να επικρατήσουν τελικά οι διμερείς διαπραγματεύσεις των ΗΠΑ με την Κίνα   και με μερίδα αναπτυσσόμενων χωρών έναντι μίας μικρής (30δις δολ.) κατευθυνόμενης βοήθειας.

 

Όσον αφορά  το μοντέλο ανάπτυξης και τις   περιβαλλοντικές πολιτικές στην Ελλάδα της κρίσης στην Ελλάδα ιστορικά έχει επικρατήσει ένα ρυπογόνο και σπάταλο μοντέλο ανάπτυξης.

Η χώρα  εξακολουθεί να παρουσιάζει  μεγάλη εξάρτηση από το πετρέλαιο  και τα ορυκτά καύσιμα,  ενώ απουσιάζει ένας κεντρικός ενεργειακός σχεδιασμός με ικανό χρονικό ορίζοντα και μία αποτελεσματική πολιτική με  ένα εθνικό σχέδιο, εξειδικευμένο κατά τομέα (δόμηση-κτίρια, μεταφορές, βιομηχανία)  για την εξοικονόμηση ενέργειας. Απουσιάζει η πολιτική ενίσχυσης των μέσων μαζικής μεταφοράς και του σιδηροδρόμου, όπως και τα μέτρα προστασίας των δασικών και λοιπών οικοσυστημάτων, που αποτελούν κύριους παράγοντες αναστροφής του φαινομένου του Θερμοκηπίου.

 

Σήμερα στη χώρα μας, εν μέσω μιας  πολύπλευρης οικονομικής, κοινωνικής αλλά και οικολογικής κρίσης, έχει ανοίξει o διάλογος για τον αναγκαίο μετασχηματισμό των παραγωγικών δομών και του αναπτυξιακού μοντέλου που ακολουθείται. Σε γενικές γραμμές, δυο είναι οι προτεινόμενες κατευθύνσεις από όσους λαμβάνουν μέρος σε αυτή τη συζήτηση:

Από τη μια, μερίδα των πολιτικών οικογενειών της σοσιαλδημοκρατίας και των «πρασίνων» προτείνουν έναν «πράσινο εκσυγχρονισμό» της οικονομίας, με έμφαση στις μεγάλης κλίμακας επενδύσεις σε τομείς όπως η ενέργεια, η διαχείριση απορριμμάτων, οι τεχνολογίες απορρύπανσης, το εμπορικό-τουριστικό real estate. Υποτίθεται ότι τέτοιες επενδύσεις θα αναθερμάνουν την οικονομία και θα δημιουργήσουν νέα πεδία κερδοφορίας και πλούτο.

Οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς και οικολογίας από την άλλη, καταθέτουν στο δημόσιο διάλογο μια εναλλακτική πρόταση.

Αρχικά, στη δική μας λογική, δίνεται έμφαση στην κλίμακα των «πράσινων» επενδύσεων. Είναι σημαντικό αυτές να εναρμονίζονται με τα γεωγραφικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά των τοπικών κοινωνιών και να εστιάζουν στην παράλληλη εισαγωγή νέων σχέσεων παραγωγής και κοινωνικού ελέγχου της ανάπτυξης. Οι συνεταιριστικές δομές του «τρίτου τομέα» και η τοπική αυτοδιοίκηση σαν οικονομικός παράγοντας  έχουν σημαντικό ρόλο να παίξουν εδώ.

Μας ενδιαφέρει επίσης η ποιότητα και οι συνθήκες των «πράσινων» θέσεων εργασίας, ώστε να υπάρχει ευρεία διάχυση των ωφελημάτων στην κοινωνία και όχι ιδιοποίηση των κερδών από λίγους

Δίνουμε προτεραιότητα στην εισαγωγή τεχνικών και επενδύσεων εντάσεως εργασίας που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας σε κλάδους που σήμερα δοκιμάζονται λόγω της κρίσης. Σημαντικό είναι εδώ το στοιχείο της ανάπτυξης εγχώριας τεχνογνωσίας σε τομείς όπως η κατασκευή εξοπλισμού για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η ανακύκλωση, οι ήπιες, βιώσιμες τεχνικές στη γεωργία και κτηνοτροφία, τη μεταποίηση, τον τουρισμό.

Μας ενδιαφέρει τέλος η εισαγωγή δημοκρατικών διαδικασιών, με πλατιά συμμετοχή και συναπόφαση των πολιτών και των κοινωνικών φορέων για τις κατευθύνσεις της ανάπτυξης σε κάθε επίπεδο: τοπικό και (δια)περιφερειακό. Αν και ο συνολικός , εθνικός σχεδιασμός είναι αναγκαίος , οι θεσμοί της κοινωνίας των πολιτών και η αυτοδιοίκηση πρέπει να έχουν αποφασιστικό λόγο στην αναπτυξιακή πορεία που χαράσσεται.

 

Η Ανανεωτική και Ριζοσπαστική Αριστερά γνωρίζει πολύ καλά  :

Ότι η ανακοπή της πορείας της κλιματικής αλλαγής, πριν αυτή τεθεί εκτός ελέγχου, συμπορεύεται με την ανάπτυξη της σκέψεις και του πολιτισμού, της επιστήμης και της τεχνολογίας, με τη κοινωνική δικαιοσύνη και το αίτημα για ποιότητα ζωής και την ανθρώπινη αξία πάνω από τα κέρδη και

 Ότι όλες αυτές οι αξίες βρίσκονται αντιμέτωπες με τα οργανωμένα συμφέροντα, μικρότερα ή μεγαλύτερα. Συμφέροντα σε παγκόσμιο επίπεδο, όπως την ΗΠΑ που δεν υπογράφουν  καμία τη συμφωνία.  Συμφέροντα στη χώρα μας, που την υποχρεώνουν να βρίσκεται δραματικά πίσω από την εκπλήρωση των δεσμεύσεων της  και να συνεχίζει να προωθεί  ένα ρυπογόνο και κοινωνικά άδικο μοντέλο ανάπτυξης.