Home Άρθρα - Συνεντεύξεις ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

E-mail

Η  ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ  ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

ΘΕΣΗ –  ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ  –  ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ 

 Η  Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας με του επτά νομούς της συνδυάζει κεντρικά και συνοριακά χαρακτηριστικά, αφού κατέχει   κεντρική θέση   στη Βόρεια Ελλάδα και συνορεύει  βόρεια με δύο Βαλκανικές χώρες, τη Βουλγαρία και τη  FUROM.

Τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τη γεωγραφική θέση της Περιφέρειας συνδέονται  με την  κομβική θέση που κατέχει ως προς τους άξονες των δικτύων υποδομών εθνικής κυρίως, αλλά και ευρωπαϊκής και διεθνούς σημασίας, όπως είναι οι οδικοί άξονες Εγνατία Οδός και ΠΑΘΕ, το σιδηροδρομικό δίκτυο, το λιμάνι και το Αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό  με την παρουσία και   τις δραστηριότητες του Πολεοδομικού Συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης.

Επί πλέον ότι είναι πάνω από δύο δεκαετίες  μία Περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα εξωτερικά της σύνορα και έχει  αποκτήσει  έτσι ένα εν δυνάμει ρόλο στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της ΝΑ Ευρώπης, ιδιαίτερα μετά τις αναδιαρθρώσεις των οικονομιών και των υποδομών των γειτονικών χωρών,   την εδραίωση σχημάτων σταθερής συνεργασίας μεταξύ των χωρών της Βαλκανικής, καθώς  και τη διαμόρφωση σχέσεων ή προοπτικής ένταξης αυτών  στην ΕΕ. Ηβελτίωση και ανάπτυξη  των υποδομών των μεταφορών, των ενεργειακών και τεχνικών δικτύων   στα πλαίσια των παραπάνω αναγκών και της πολιτικής που ασκείται  για τα Διευρωπαϊκά Δίκτυα, θα αποτελέσει βασικό παράγοντα για την αποκατάσταση της συνέχειας και της συνοχής του ευρύτερου χώρου των Βαλκανίων  και της ΝΑ Ευρώπης και θα αναδείξει το ρόλο της Κεντρικής Μακεδονίας.

 Επίπεδο Ανάπτυξης – Παραγωγικό Σύστημα 

Η Περιφέρεια έχει πλούσιους φυσικούς, εδαφικούς και υδάτινους πόρους, όπως και πλούσιο υπέδαφος. Οι πλούσιοι φυσικοί πόροι σε συνδυασμό με το υψηλής ποικιλότητας, πλούσιο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον αποτελούν σημαντικές προϋποθέσεις Ανάπτυξης,  που όμως αξιοποιούνται εν μέρει και άναρχα, χωρίς βιώσιμο σχεδιασμό για την αναδιάρθρωση και αειφορική αξιοποίηση των πόρων, χωρίς σύγχρονες υποδομές και μέσα.

Τα οξυμένα περιβαλλοντικά προβλήματα από τις παραγωγικές δραστηριότητες, τη δόμηση  και  διαχείριση του χώρου στα αστικά κέντρα, αλλά και στην ύπαιθρο, σε συνδυασμό με την πλήρη αδυναμία υλοποίησης  και εφαρμογής ενός μεσοπρόθεσμου προγράμματος έργων και μέτρων για τη βελτίωση της κατάστασης και τη διάσωση βασικών οικοσυστημάτων αποτελούν  ένα από τα πιο αδύνατα σημεία της Περιφέρειας.

Επίσης παρά τη δυναμική που προσδίδει το Πολεοδομικό Συγκρότημα Θεσσαλονίκης στην Ανάπτυξη της περιοχής   διαρκής ήταν η ανάγκη της ανάπτυξης,  ενίσχυσης και   διάχυσης  των ωφελειών για τις  υπόλοιπες  περιοχές  της Περιφέρειας και αυτός ο στόχος δεν επετεύχθη.  Η εδαφική ολοκλήρωση, η  συνοχή και η  βελτίωση της ποιότητας ζωής για το σύνολο της Περιφέρειας έπρεπε και πρέπει να αποτελέσει μία μόνιμη επιδίωξη και  έμπρακτη δέσμευση για την επίτευξή της.  

Όσον αφορά το επίπεδο Ανάπτυξης

Κατ’ αρχήν από  τα επίσημα στατιστικά στοιχεία (ΥΠΕΘΟ, ΕΣΥΕ,ΕΛ.ΣΤΑΤ.ΑΡΧΗ) προκύπτει ότι:

Από την δεκαετία του 1990 ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας είχε επιταχυνθεί,  με τον ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ να φθάνει στο 4,1% το 2007 έναντι του 2,5% της ΕΕ. Από  το 2008 όμως η χώρα βυθίζεται σε βαριά ύφεση και   οι ρυθμοί ανάπτυξης  υποχωρούν ταχύτατα φθάνοντας   στο   -1,5%  το 2009, χωρίς σημεία ανάκαμψης μέχρι σήμερα. 

Την  ταχεία   αυτή ανάπτυξη της πρόσφατης δεκαετίας δεν ακολούθησαν οι ουσιαστικοί δείκτες ανάπτυξης, κοινωνικής συνοχής και ποιότητας ζωής της χώρας και πολύ περισσότερο των Περιφερειών της . 

Το κατά κεφαλήν (ΑΕΠ)  προϊόν της χώρας και των  Περιφερειών της  εξακολουθεί  να υπολείπεται των χωρών της ΕΕ των 15.

Συγκεκριμένα:

Στο σύνολο της  χώρας  το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (ΜΑΔ) διαμορφώνεται το 2001 στο 67%  του μέσου όρου της ΕΕ των 15 (ΕΕ-15=100),  το  2003  στο  74,3%   της ΕΕ-15  και στο 81,1%  περίπου  της ΕΕ των 25. Στη συνέχεια    το 2005  στο  96%  περίπου της ΕΕ των 27 (ζώνη επιρροής IV 75%), ενώ από το 2008 αρχίσει η μεγάλη κρίση .

Στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (ΜΑΔ) διαμορφώνεται το 2001  στο 67%   του μέσου όρου της ΕΕ των 15 (ΕΕ-15=100)   και  το  2003  στο  74,5%   της ΕΕ-15  και στο 78.5%    της ΕΕ των 25, ακολουθεί δηλαδή ως προς το ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, τον ρυθμό ανάπτυξης της χώρας . 

Από  το  2004  έως το 2007 περίοδο έντασης των έργων των ολυμπιακών αγώνων, ο ρυθμός ανάπτυξης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης και σε τρέχουσες  τιμές   είναι αργός και  υπολείπεται αρκετά του αντίστοιχου  ρυθμού ανάπτυξης    της Περιφέρειας της Αττικής, που εισέπραξε τα οφέλη.  Αυτό  φαίνεται   και από τα παρακάτω επίσημα στοιχεία, αλλά και τις αναφορές που γίνονται, γιατί δεν μπορεί να κάνουν  αλλιώς, στα εισαγωγικά σημειώματα του Γ΄ΚΠΣ και του ΕΣΠΑ 2007 - 2013:

Το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε τρέχουσες τιμές διαμορφώνεται (ΕΣΥΕ) :

Σε επίπεδο χώρας :  Από το  έτος 1995 έως   2000, ΑΕΠ από  7516 έως  11393, από το έτος  2000 έως 2003, ΑΕΠ από 11393 έως  14100, με  συνολική ποσοστιαία μεταβολή 65% περίπου,  και  μέση ετήσια ροή  μεταβολής (στα 8 έτη)  ίση με  8,18%.  Από το έτος 2003 έως 2005, ΑΕΠ  από 11393 έως  17500  και από το έτος 2005 έως 2008,  ΑΕΠ  από 17500 έως  21280, με  συνολική ποσοστιαία μεταβολή ίση με 31,50% περίπου  και  μέση ετήσια ροή  μεταβολής  (στα 5 έτη)  ίση με  6,30% περίπου.    

Σε επίπεδο Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας : Από το  έτος 1995 έως  2000, ΑΕΠ από  7300 έως 11590,  από το έτος  2000 έως 2003, ΑΕΠ  από 11590 έως  13681, με συνολική ποσοστιαία μεταβολή ίση με 65,71 % και μέση ετήσια ροή μεταβολής (στα  8 έτη)  ίση με  8,16%, δηλαδή περίπου ίση με αυτή σε επίπεδο χώρας.  Η Περιφέρεια κατατάσσεται έτσι αυτή την περίοδο στη 5η θέση  από τις 13 Περιφέρειες της χώρας.

Από το έτος όμως 2003 έως  2006 (περίοδος Ολυμπιακών έργων σε συνδυασμό με την έντονη αποβιομηχάνιση στην περιοχή Θεσσαλονίκης) ο ρυθμός αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ υποχωρεί  κατά πολύ,   από 13681 φθάνει μόλις το 15246  και από το έτος 2006 – 2008, ΑΕΠ  από 15246 – 17910,  με  συνολική ποσοστιαία μεταβολή  24,0% περίπου  και  μέση ροή ετήσιας  μεταβολής (στα 5 έτη) μικρότερη ή ίση του 5% < 6,3%  που καταγράφεται σε επίπεδο χώρας. Η Περιφέρεια υποχωρεί έτσι  αυτή την περίοδο στη 7η θέση  από τις 13 Περιφέρειες της χώρας.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στην  Αττική από το έτος 2003 έως  2006 η αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν  ιδιαίτερα μεγάλη. Χαρακτηριστικά η τιμή του  ΑΕΠ από το 15603 εκτοξεύτηκε στο  25331 (συσσώρευση Δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων για Ολυμπιακά έργα) με  μέση ροή ετήσιας  μεταβολής (στα 3 έτη) μεγαλύτερη του 15%. Από το έτος 2006 έως  2008, η τιμή του ΑΕΠ  διαμορφώνεται από 25331  έως 28907, με  συνολική ποσοστιαία μεταβολή  14% περίπου  και  μέση ροή ετήσιας  μεταβολής (στα 2 έτη) περί το  7% .

 

Όσον αφορά το παραγωγικό σύστημα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, αυτό επίσης  διαμορφώνεται μέσα από ένα πλέγμα δυνατοτήτων και αδυναμιών. 

Κατ΄ αρχήν από  τα  στατιστικά στοιχεία (ΥΠΕΘΟ, ΕΣΥΕ,ΕΛ.ΣΤ.ΑΡΧΗ) προκύπτει ότι

Η  Περιφέρεια συμβάλλει σημαντικά, κατά 17,2% το 2000, αλλά  κατά 13.9% το 2006 έως  2008, στη διαμόρφωση του ΑΕΠ της χώρας διατηρώντας την δεύτερη θέση  στις 13 Περιφέρειες της χώρας, με την πρώτη βέβαια θέση να κατέχει η Αττική με το χαρακτηριστικά υψηλό ποσοστό συμμετοχής ίσο με 49,0%.

Το  μεγαλύτερο μέρος του ΑΕΠ παράγεται στη Θεσσαλονίκη και ακολουθούν οι νομοί Σερρών, Ημαθίας, Πέλλας, Πιερίας, Χαλκιδικής και Κιλκίς.

Επίσης την περίοδο 2007 έως  2008, από τα στοιχεία από την  έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής,  η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ)  κατά τομέα παραγωγής έχει ως εξής στην Κεντρική Μακεδονία:

Στον Πρωτογενή τομέα  το ποσοστό της    ΑΠΑ  φθάνει στο 20,3%, με ποσοστό  σε επίπεδο χώρας  μόλις 3,7%. Κατέχει έτσι την πρώτη θέση και ακολουθεί η Θεσσαλία με 11,9% και η Δυτική Ελλάδα με 11,2%.

Στον δευτερογενή τομέα το ποσοστό της     ΑΠΑ  φθάνει στο 17,1%, με ποσοστό  σε επίπεδο χώρας  19.0%. Κατέχει την δεύτερη  θέση μετά την Αττική, που έχει ποσοστό ΑΠΑ 34,0%. 

Στον τριτογενή τομέα  το ποσοστό της     ΑΠΑ  φθάνει στο 12,7%, με ποσοστό  σε επίπεδο χώρας  77,3%. Κατέχει την δεύτερη  θέση μετά την Αττική, που έχει το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό   ΑΠΑ  με τιμή 55.0%. 

Όσον αφορά τα ειδικότερα χαρακτηριστικά  :

 Στον πρωτογενή τομέα  πέντε νομοί της   Περιφέρειας  είναι από  τους πιο ανεπτυγμένους γεωργικά νομούς της χώρας. Αποτελεί έτσι η Περιφέρεια  κέντρο παραγωγής βασικών αγροτικών προϊόντων και το κύριο κέντρο παραγωγής βοοτροφίας της χώρας. Οι δασικές  εκτάσεις καταλαμβάνουν το 26% της συνολικής της  έκτασης, αλλά παραμένουν αρκετά υποβαθμισμένες.  ενώ οι  παραθαλάσσιοι νομοί αποτελούν κέντρα ανάπτυξης  της Αλιείας και σε μικρότερο βαθμό της ιχθυοκαλλιέργειας.

Παρόλο που οι εδαφο-κλιματικές συνθήκες ευνοούν την παραγωγή εξαγώγιμων προϊόντων και τις βιώσιμες εξειδικεύσεις κατά περιοχή, εν τούτοις επικρατούν οι έντονα επιδοτούμενες καλλιέργειες, με τις γνωστές συνέπειες στο περιβάλλον, στη συνοχή αλλά και στην οικονομία, ενώ η  υποδομή για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας είναι ακόμη ανεπαρκής. Παραμένουν έτσι τα   προβλήματα της αναπτυξιακής υστέρησης  των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών, που  μεγενθύνουν τις ενδοπεριφερειακές ανισότητες.

Καθίσταται γιαυτό  επιτακτική η ανάγκη εφαρμογής ενός προγράμματος αναδιάρθρωσης των καλλιεργειών και βελτίωσης των δομών παραγωγής, τυποποίησης, μεταποίησης και εμπορίας, όπως και ανάπτυξης  βιώσιμων εξειδικεύσεων κατά περιοχή που ενσωματώνουν τα τοπικά πλεονεκτήματα και δραστηριότητες, μικρές δημόσιες επενδύσεις που βελτιώνουν την ποιότητα ζωής και αναδεικνύουν την πολιτιστική κληρονομιά,  στα πλαίσια πάντα της   αειφορικής  Διαχείρισης του αγροτικού χώρου και των φυσικών του  πόρων. Ανάπτυξης επίσης δομών διοικητικής και τεχνικής υποστήριξης του αγροτικού κόσμου.

    

Ο  δευτερογενής τομέας στη Περιφέρεια έχει μία ικανή βάση ιδίως στους παραδοσιακούς κλάδους της μεταποίησης (κλωστοϋφαντουργία, ένδυμα, τρόφιμα-ποτά), που την καθιστά το δεύτερο βιομηχανικό κέντρο της χώρας. 

Παρά ταύτα το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων και η έλλειψη επιχειρηματικών συνεργασιών, το χαμηλό επίπεδο οργάνωσης και διοίκησης αυτών που δημιουργεί   ένα αρκετά  χαμηλό μέσο αριθμό απασχολουμένων ανά επιχείρηση,  όπως και το χαμηλό επίπεδο εκσυγχρονισμού, κατάρτισης  και χρήσης καινοτόμων πρακτικών, συνιστούν τις βασικές αδυναμίες του τομέα και έχουν   καταστήσει τις επιχειρήσεις ιδιαίτερα ευάλωτες στον εντεινόμενο ανταγωνισμό. Το πρόσθετο πρόβλημα του ανταγωνισμού από τις γειτονικές χώρες λόγω χαμηλού κόστους εργασίας σε αυτές,  έρχεται να περιπλέξει  και επιδεινώσει περισσότερο την κατάσταση, ιδιαίτερα στην μείωση των θέσεων εργασίας, στις αμοιβές και στην   ποιότητα  της απασχόλησης……………………………………..

 

Ο τριτογενής τομέας στην Περιφέρεια εκτείνεται  σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, όπως μεταφορές, υπηρεσίες υγείας-πρόνοιας, πολιτισμός,  εκπαίδευση και έρευνα, τουρισμός και εμπόριο.

Στο νέο,  σύνθετο, αλλά και ασφυκτικό από την επικυριαρχία της αγοράς περιβάλλον, ακόμη και στους τομείς των κοινωνικών υποδομών  και υπηρεσιών, στην Περιφέρεια δεν επιχειρήθηκε η διαμόρφωση μέσα από διαδικασίες δημοκρατικού προγραμματισμού και η εφαρμογή, με ένα  ενισχυμένο πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, ενός  στρατηγικού  προγράμματος  με βασικούς στόχους :

- Την αναδιάρθρωση,  βελτίωση και ενίσχυση  των  υπηρεσιών και φορέων του δημόσιου τομέα  και της Αυτοδιοίκησης, ιδιαίτερα στα θέματα εξυπηρέτησης των πολτών, υγείας – πρόνοιας, εκπαίδευσης, κοινής ωφέλειας,  προκειμένου η Διοίκηση στην Περιφέρεια να μην είναι ένα  άθροισμα ετερόκλητων Οργανικών Μονάδων, αλλά ένα συνεκτικό σχήμα με ενιαία δράση και αποτελεσματικότητα.

- Την προστασία και ανάδειξη του πλούσιου φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος των νομών της Περιφέρειας, με ενίσχυση των επενδύσεων στη πράσινης ανάπτυξης και στον κοινωνικό εξοπλισμό.

- Την αξιοποίηση των  ευκαιριών  που δημιουργεί η γεωγραφική θέση και η συγκυρία,  με την ενίσχυση δυναμικών κλάδων του τριτογενή τομέα, ιδιαίτερα με επενδύσεις από τους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα στα Δίκτυα υποδομών μεταφορών, ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου (αλλά και αξιοποίησης του δυναμικού ανανεώσιμων πηγών ενέργειας)  ευρυζωνικών, τα Λιμάνια, τα Πανεπιστήμια – ΤΕΙ – και λοιπά κέντρα  έρευνας και κατάρτισης.

Η προωθούμενη όμως  πολιτική της εκχώρησης σημαντικών δραστηριοτήτων του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα στον ιδιωτικό, μέσω των Συμβάσεων Παραχώρησης (ΣΔΙΤ), έχει καθηλώσει τα τελευταία χρόνια κάθε αναπτυξιακή και οργανωτική βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών και φορέων της Περιφέρειας.

Αν τελικά   μέσα από  τις χρονοβόρες και ευάλωτες στη διαπλοκή διαδικασίες  μεταφερθούν αυτές οι δραστηριότητες   στον ιδιωτικό τομέα, ο πολίτης θα τις ξεχρεώσει με πανωτόκι (έχει αποδειχθεί διεθνώς ότι στοιχίζουν τουλάχιστον στο διπλάσιο) και η προσπάθεια της Περιφερειακής Ανάπτυξης με κοινωνική συνοχή, προστασία του Περιβάλλοντος και του δημόσιου πλούτου της χώρας και τη συμμετοχή   των πολιτών στον σχεδιασμό,   θα έχει βαρύτατα πληγεί. 

 

 

1.     Απασχόληση

 

Είναι γεγονός  ότι παρά τη διαχείριση την τελευταία εικοσαετία  σημαντικών Εθνικών Προγραμμάτων (ΠΔΕ) και τριών Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης (ΚΠΣ) η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, όπως και οι υπόλοιπες Ελληνικές Περιφέρειες, εξακολουθούν  να υστερούν    σημαντικά  σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και να κατατάσσονται στις λιγότερο ανεπτυγμένες  Περιφέρειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρόλο που  ΠΑΣΟΚ και ΝΔ επαίρονταν   ότι τα τελευταία χρόνια  οι δείκτες ανάπτυξης ήταν   υψηλοί (φέτος βέβαια είναι  υπό το μηδέν) και η διαδικασία σύγκλισης των Περιφερειών της χώρας ήταν σταθερή, εν τούτοις καταγράφονταν  μείωση της απασχόλησης στις περισσότερες περιφέρειες της, όπως και υψηλά ποσοστά ανεργίας,  σχεδόν διπλάσια  των ποσοστών του κέντρου, γεγονός που δείχνει τον στρεβλό χαρακτήρα που είχε αυτή η αναπτυξιακή διαδικασία και το μεγάλο έλλειμμα  εδαφικής συνοχής, που δημιουργεί.

Δυστυχώς τα υψηλά σχετικά  ποσοστά ρυθμού ανάπτυξης της τελευταίας δεκαετίας  δεν συνοδεύθηκαν από αντίστοιχη αύξηση των κοινωνικοοικονομικών δεικτών και ιδιαίτερα των δεικτών απασχόλησης,  συνοχής και ισόρροπης - αειφόρου ανάπτυξης μεταξύ των  Περιφερειών της χώρας.

Η αύξηση της απασχόλησης από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας ήταν πολύ περιορισμένη έως  μηδενική. Το ποσοστό συμμετοχής στην απασχόληση παρέμεινε σε όλες τις Περιφέρειες της χώρας αρκετά χαμηλό σε σχέση και με τον κοινοτικό μέσο όρο. Συγκεκριμένα για  την περίοδο 1999 έως 2005 το ποσοστό απασχολούμενων διαμορφώθηκε :

Στο σύνολο της χώρας από 46,1% έως  48,1% (ετήσιος ρυθμός αύξησης < 0,50% έναντι 1,2% στην ΕΕ  και έναντι του 0,9% της περιόδου 1981 – 1995 που η χώρα είχε πολύ χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.  Επίσης σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΣΥΕ από το 2005 έως  2008  εμφανίζεται ο ίδιος ή ελάχιστα αυξημένος  ετήσιος ρυθμός  αύξησης της απασχόλησης και από το 2009  αυτός αρχίζει να μειώνεται σημαντικά .

Στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας το ποσοστό των απασχολούμενων την περίοδο 1999 – 2005 διαμορφώθηκε από 45,8% έως  46,2%, δηλαδή μηδενική σχεδόν ροή αύξησης. Κατατάσσεται έτσι η Περιφέρεια  την περίοδο αυτή  στη 10η θέση μεταξύ των 13 Περιφερειών της χώρας, με την Κρήτη στη 1η θέση, το Ν. Αιγαίο στη 2η και την Αττική στην 3η.

Ομοίως η Περιφέρεια στην αγορά εργασίας κατατάσσεται  στη 10η θέση, με    το συνολικό  ποσοστό απασχόλησης  56,9% το 2004 έναντι του 59,4% σε επίπεδο χώρας και 63,1% σε επίπεδο ΕΕ-25.

Όσον αφορά την κατανομή της απασχόλησης ανά τομέα στην Περιφέρεια, όπως  και σε όλες τις Περιφέρειες,   ο Τριτογενής τομέας καταλαμβάνει την  πρώτη θέση (57% περίπου), ο δευτερογενής τη δεύτερη (25%περίπου) και  ο πρωτογενής την τρίτη (18% περίπου).  

Όσον αφορά  την ανεργία στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας , όπως και στο σύνολο των Περιφερειών της χώρας,  παρά τους πολυδιαφημιζόμενους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, παρατηρούνται  υψηλά ποσοστά  ανεργίας, υπερδιπλάσια   στους νέους και τις νέες, που αντιμετωπίζουν  μεγάλες  δυσκολίες  πρόσβασης όταν  ζητούν για πρώτη φορά εργασία. Αναφορικά με τις γυναίκες όλοι οι σχετικοί δείκτες παρουσιάζουν τις χειρότερες - συγκριτικά -  τιμές.

Αναλυτικότερα οι δείκτες της ανεργίας διαμορφώθηκαν ως εξής την τελευταία δεκαετία :

Σε επίπεδο χώρας , στην περίοδο από 1999 – 2009  η ανεργία παρουσίασε μικρή σχετικά μείωση από 11,9% σε 9% (Το ΙΝΕ της ΓΕΣΕΕ δίδει πολύ υψηλότερα ποσοστά). Μετά την οικονομική κρίση και μέσα σε περίοδο ενάμιση έτους η ανεργία εκτινάχθηκε στο 12%.

Στη Κεντρική Μακεδονία όμως διαρκής είναι η   τάση αύξησης της ανεργίας , η οποία από 10,2% το 1997 έφθασε στο 11,0% περίπου το 2001,  στο 12,0% το 2004 (με 10% περίπου σε επίπεδο χώρας). Στην περίοδο 2004 – 2008 το ποσοστό παρουσίασε μικρή πτώση μέχρι το 10,0% (το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης δίδει πολύ υψηλότερα ποσοστά ανεργίας)  και σήμερα με την οικονομική κρίση, σε περίοδο ενάμιση έτους, η ανεργία εκτινάχθηκε στο 13,1%.

Η  Περιφέρεια κατατάσσεται σήμερα   στις τρεις πρώτες Περιφέρειες της χώρας με το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας και συγκεκριμένα μαζί  την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (15,9%) και την Δυτική Μακεδονία (13,3%), με τις οποίες και  αποτελεί τη  μία από τις πέντε χωρικές  ενότητες  του ΕΣΠΑ 2007 – 20013.

Επίσης η Περιφέρεια είχε  τιμή    ποσοστού  πληθυσμού που διατρέχει κίνδυνο φτώχειας  22,7%  το 2004 έναντι του 21,1% σε επίπεδο χώρας . 

Πολλές οι αιτίες για τη δυσμενή αυτή κατάσταση στη Κεντρική Μακεδονία. Λανθασμένες  πολιτικές, έλλειψη στρατηγικού και περιφερειακού σχεδιασμού ανάπτυξης, προγραμμάτων εφαρμογής και πόρων, υποβαθμισμένη διοίκηση και αποκεντρωμένες υπηρεσίες, όπως και , διορισμένα ή εκλεγμένα, πολιτικά πρόσωπα  με το βλέμμα στραμμένο στην κεντρική πολιτική σκηνή και όχι στο δύσκολο έργο της προσφοράς, της χρηστής  διοίκησης και της συνεργασίας με τους φορείς και τους πολίτες για την  επίλυση των προβλημάτων στον τόπο τους.

Η στρεβλή και συγκεντρωτική  αναπτυξιακή  διαδικασία και η  πολιτική περιφερειακής ανάπτυξης που τελικά  εφαρμόσθηκε εξακολουθεί  να αναπαράγει, ακόμη και να εντείνει,  σε περιφερειακό επίπεδο  την διάρθρωση των κοινωνικών ανισοτήτων της αρχής της  περιόδου και παράλληλα να συνοδεύεται από τεράστιες  επιβαρύνσεις στο φυσικό  και στο δομημένο περιβάλλον.

Εκτός από τα σοβαρά αυτά  θεσμικά  και προγραμματικά προβλήματα, ειδικότερες αδυναμίες, καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων και  των μέτρων  και προβλήματα της συγκυρίας επιδείνωσαν την κατάσταση στη Περιφέρεια , όπως :

Το φαινόμενο  της  έντονης  αποβιομηχάνισης της περιοχής από τα χρόνια και επιδεινούμενα προβλήματα  των επιχειρήσεων και τον εντεινόμενο ανταγωνισμό, σε συνδυασμό με την έλλειψη δημοκρατικού, περιφερειακού  σχεδιασμού,  πόρων και μέτρων για την αναδιάρθρωση, τον εκσυγχρονισμό και την ενίσχυση καινοτόμων δράσεων  στον δευτερογενή τομέα, αλλά  και στον πρωτογενή τομέα, που δημιούργησε ένα μεγάλο και διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό   ανέργων κυρίως των  μεταποιητικών επιχειρήσεων.

Αλλά και από την άλλη πλευρά, στον τριτογενή τομέα η κατάσταση είναι στάσιμη. Δεν δημιουργήθηκαν στην Περιφέρεια  νέες σταθερές θέσεις απασχόλησης, αφού και  ο τριτογενής τομέας δεν ενισχύθηκε από ένα βιώσιμο και αποτελεσματικό σχεδιασμό για την ανάπτυξη των αποκεντρωμένων υπηρεσιών της Διοίκησης, των ανθρωπίνων και δημόσιων  πόρων στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία, στον πολιτισμό και στην προστασία του Περιβάλλοντος, όπως    και για  την αξιοποίηση ευκαιριών, που δημιουργεί η γεωγραφική θέση και η συγκυρία,  ιδιαίτερα για  τους φορείς του δημόσιου τομέα, με την αντίστοιχη περιφερειακή οργάνωση, ενίσχυση και κατάρτιση του δυναμικού τους.

 

 

4.  Υποδομές Μεταφορών –  Λοιπά  Δίκτυα 

 

            Η θέση της Περιφέρειας ως προς τους άξονες μεταφορών και τη συμμετοχή στα Διευρωπαϊκά δίκτυα αποτελεί πράγματι συγκριτικό πλεονέκτημα της Περιφέρειας.

Ιδιαίτερα η Εγνατία οδός με τις κάθετες συνδέσεις με τις Βαλκανικές χώρες, σε συνδυασμό με το Λιμάνι, το Αεροδρόμιο και το σιδηροδρομικό δίκτυο καθιστούν την Περιφέρεια εν δυνάμει κόμβο αναφοράς στη ευρύτερη περιοχή.

Παρόλα αυτά σήμερα :

Η αδυνατεί να επιβιώσει – λόγω χρεών - και να ολοκληρώσει τους κάθετους συνοριακούς άξονες, να βελτιώσει  την Εσωτερική Περιφερειακή και να προχωρήσει στην υλοποίηση του εξωτερικού δακτυλίου του Πολεοδομικού Συγκροτήματος Θεσσαλονίκης. Προσανατολίζεται στην εκχώρηση  του μεγαλύτερου μέρους του έργου της και της συντήρησης στους ιδιώτες με συμβάσεις παραχώρησης με αντίτιμο τα υψηλά διόδια των σταθμών που θα εμφανισθούν σε  πολλές θέσεις της Εγνατίας Οδού, του μοναδικού και κατεξοχήν αυτού περιφερειακού   άξονα της Βόρειας Ελλάδας.

Το Λιμάνι της Θεσσαλονίκης, το πρώτο διακομιστικό κέντρο και η φυσική πύλη της Βαλκανικής, έχει ακόμη σημαντικές  ανάγκες σε υποδομές, ιδιαίτερα σε χερσαίους χώρους, σε οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις για να εδραιώσει την ανταγωνιστικότητά του. Δυστυχώς όμως  χρόνος, τα έργα και ο αναπτυξιακός σχεδιασμός αναμένοντας την απόφαση για το εύρος  και το είδος των δραστηριοτήτων που θα εκχωρηθούν ως φιλέτα στους ιδιώτες. 

Στο σιδηροδρομικό δίκτυο η κατάσταση των υποδομών αλλά και του ίδιου του Οργανισμού ήταν και είναι σήμερα ακόμη πιο προβληματική. Η πολυπόθητη διπλή γραμμή και η ηλεκτροκίνηση της διαδρομής  Αθήνας – Θεσσαλονίκης καρκινοβατεί, το έργο της ανάπτυξης του βόρειου περιφερειακού σιδηροδρομικού δικτύου ακυρώθηκε, η σύνδεση και η κάλυψη των αναγκών του λιμένα Θεσσαλονίκης για σιδηροδρομικές μεταφορές παραμένει ανεπαρκής κ.ό.κ..  Μόνο τα χρέη του ΟΣΕ από την κακοδιαχείριση και διαφθορά αυξάνονται  γεωμετρικά και όπως φαίνεται θα αποπληρωθούν με την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας .

Το Αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης εκτός από το προβληματικό έργο της επέκτασης του διαδρόμου του στη θάλασσα, υστερεί τόσο σε χώρους στάθμευση, όσο και σε χώρους επιβατών, προκειμένου καλύψει την μεγάλη αύξηση επιβατών και εμπορευμάτων,  που καταγράφεται.

Αλλά και το ενδοπεριφερειακό οδικό δίκτυο έχει ακόμη σοβαρές ελλείψεις, ιδιαίτερα στις διανομαρχιακές συνδέσεις, στις αλληλοσυνδέσεις των αστικών κέντρων και πολύ περισσότερες στις συνδέσεις των ορεινών  και παραμεθόριων  περιοχών   της Περιφέρειας. Σοβαρά επίσης παραμένουν τα   κυκλοφορικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το Πολεοδομικό Συγκρότημα Θεσσαλονίκης και τα περισσότερα αστικά κέντρα της Περιφέρειας και τα χρονίζοντα προβλήματα για την ολοκλήρωση των  μέσων σταθερής τροχιάς (Μετρό, Προαστιακός).

            Όσον αφορά τα λοιπά δίκτυα, η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας αποτελεί σημαντικό κόμβο μεταφοράς  ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, τηλεπικοινωνιακής υποδομής και για παροχή υπηρεσιών προς την ΝΑ Ευρώπη.

Η γεωγραφική θέση της Περιφέρειας , οι συνθήκες και η συγκυρία προδιαγράφουν ότι η περαιτέρω ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός αυτών   όπως και άλλων σύγχρονων  δικτύων και επενδύσεων στην ενέργεια , όπως η αξιοποίηση του δυναμικού των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και του πλούσιου γεωθερμικού της δυναμικού,   θα είναι προς όφελος της Οικονομίας  της χώρας σε εθνικό και σε περιφερειακό επίπεδο και θα δημιουργήσει πολλές και σταθερές θέσεις εργασίας. 

 

         

5. Υποδομές κοινωνικού εξοπλισμού

 

Στην Υγεία  οι υποδομές στην  Περιφέρεια, παρά τις εντάξεις  αρκετών έργων και δράσεων στο Β΄ και Γ΄ΚΠΣ, δεν βρίσκονται ακόμη σε ικανοποιητικό επίπεδο, με εξαίρεση ίσως τον Νομό Θεσσαλονίκης. Και αυτό  γιατί η αρχική,  προ δεκαπενταετίας  κατάσταση ήταν σχεδόν τραγική, ενώ στη συνέχεια    σημειώθηκαν  μεγάλες  καθυστερήσεις και μη ορθή διαχείριση των σχετικών επιχειρησιακών προγραμμάτων (κορυφαίο παράδειγμα το Νοσοκομείο Κατερίνης), που στοίχισαν πολύ χρόνο και χρήμα.

Όσον αφορά τα θέματα της Πρόνοιας και γενικά των κοινωνικών υπητεσιών, είναι γεγογονός ότι λόγω και των επιταγών της ΕΕ σε όλα τα κοινοτικά πλαίσια στήριξης υλοποιίθηκαν αντίστοιχα πακέτα προγραμμάτων(νηπιακοί - βρεφονηπιακοί σταθμοί, μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων, βοήθεια στο σπίτι κ.λ.π.). Παρά ταύτα λόγω των μεγάλων αναγκών της Περιφέρειας  (της εκκίνησης στο σημείο μηδέν) και της ανεπ’αρκειας των πόρων , δεν έχουν καλυφθεί οι ανάγκες σε κοινωνικές υπηρεσίες και υποδομές υποστήριξης σε ικανοποιητικό βαθμό, ενώ πολλά προγράμματα μένουν στη μέση και οι εργαζόμενοι άνεργοι.

Η κάλυψη των ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων ως προς τις υποδομές και τις υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας δεν  είναι απλά ένας αναπτυξιακός στόχος αλλά προτεραιότητα και πρωταρχική υποχρέωση κάθε βαθμίδας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης για την επίλυση των σχετικών προβλημάτων και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής.

 

Οι υποδομές και οι υπηρεσίες στην Εκπαίδευση 

Καταρχήν για την δευτεροβάθμια κυρίως εκπαίδευση  ο μεγάλος αγώνας δρόμου αφορά στην εξασφάλιση των σχολικών αιθουσών ώστε τα σχολεία να λειτουργούν σε μία βάρδια. Η κατάσταση βελτιώνεται αργά ενώ οξύ παραμένει ακόμη το πρόβλημα στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Θεσσαλονίκης.

Όσον αφορά την Ανώτατη Εκπαίδευση , είναι γνωστό ότι το Αριστοτέλειο  Πανεπιστήμιο είναι το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας και δεν περιορίζεται  μόνο στην εκπαίδευση και στην έρευνα, αλλά συμβάλλει στην κοινωνική, πολιτιστική και αναπτυξιακή διαδικασία και ζωή της Περιφέρειας . Παρόμοιο ρόλο διαδραματίζει και το νεώτερο αλλά γρήγορα εξελισσόμενο Πανεπιστήμιο «Μακεδονίας» που διαθέτει και δύο από τα τμήματά του στη Έδεσσα και στην Νάουσα. Στην Περιφέρεια λειτουργούν επίσης με πολλές σχολές και τμήματα δύο Ανώτατα Τεχνολογικά Ιδρύματα , της Θεσσαλονίκης και των Σερρών.  

Πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι ενώ  στην Περιφέρεια καταγράφεται ένα υψηλό σχετικά επίπεδο των ανθρώπινων πόρων και κυρίως επιστημονικού δυναμικού, παραμένει  χαμηλή η αναλογία ερευνητικού προσωπικού ως προς το σύνολο των εργαζομένων, όπως και ο ρυθμός ανάπτυξης του τριτογενή τομέα σε σύγχρονες, εξειδικευμένες ή καινοτόμες δράσεις.

  

 

6.  Φυσικό και Δομημένο Περιβάλλον – Ποιότητα ζωής

         

Τα προβλήματα στο φυσικό και δομημένο Περιβάλλον της Κεντρικής Μακεδονίας είναι πάρα πολλά και τα περισσότερα χρονίζουν και διαρκώς επιδεινώνονται, υποβαθμίζοντας έτσι την ποιότητα ζωής των κατοίκων της .

Οι παρεμβάσεις που έγιναν μέχρι σήμερα από τα Επιχειρησιακά Προγράμματα ανέδειξαν ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων που αφορούν τόσο στο δομημένο όσο και στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, λόγω όμως της έλλειψης στρατηγικής και αειφόρου αντίληψης για τη ανάπτυξη και αντίστοιχα εργαλείων περιβαλλοντικής πολιτικής και  των ανεπαρκών χρηματοδοτήσεων σε συνδυασμό με το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των προβλημάτων, η κατάσταση δεν έχει βελτιωθεί και σε πολλές σημαντικές  περιπτώσεις είναι πλέον μη αναστρέψιμη (Λίμνη  Κορώνεια, Αλιάκμονας - Τάφρος 66, περιοχές ακτών Θερμαϊκού,……………………..)  

Όσον αφορά την προστασία του φυσικού Περιβάλλοντος:

- Το πλούσιο και ποικίλο φυσικό περιβάλλον της  Περιφέρειας δεν έχει τύχει της ανάλογης με την σημασία του προστασίας και μέριμνας από την πολιτεία, παρά την ενεργοποίηση και εγρήγορση γιαυτό σημαντικών οικολογικών οργανώσεων, κινημάτων και απλών  πολιτών  Τα οικοσυστήματα, οι υγροβιότοποι, οι λίμνες και οι παρόχθιες περιοχές ρυπαίνονται, πολλές  «μέχρι θανάτου», από τις ανεξέλεγκτες δραστηριότητες. Οι εντατικές καλλιέργειες, χαρακτηριστικό της περιοχής,  και η  έντονη χρήση φυτοφαρμάκων πλήττουν τις χερσαίες εκτάσεις και τους μικρούς οικισμούς, ενώ η  υπέρμετρη τουριστική εκμετάλλευση έχει πλήξει καθοριστικά  τις όμορφες παράκτιες περιοχές.

-  Η ατμοσφαιρική ρύπανση στα αστικά κέντρα και πολύ περισσότερο στο Πολεοδομικό Συγκρότημα της Θεσσαλονίκης και ειδικότερα το ποσοστό των αιωρούμενων σωματιδίων  έχει ξεπεράσει επικίνδυνα τα επιτρεπόμενα όρια.   

- Στον τομέα των περιβαλλοντικών υποδομών, όπως  της αποχέτευσης, της επεξεργασίας λυμάτων και στερεών αποβλήτων, των Χώρων Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων τα έργα προχώρησαν με αργούς ρυθμούς και έχουν μείνει πολλά ακόμη για υλοποίηση. Μεγάλος παραμένει ο αριθμός οικισμών που δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις του στη διαχείριση των λυμάτων και των απορριμμάτων. 

 - Σημαντικά  είναι τα προβλήματα στα  θέματα προστασίας των οικολογικών πόρων, όπως και   πρόληψης και αντιμετώπισης από φυσικούς  και τεχνολογικούς  κινδύνους. Προβλήματα για την αντιπλημμυρική και αντιπυρική προστασία και τη διαχείριση του υδάτινου δυναμικού, που θα ενταθούν λόγω της κλιματικής αλλαγής. Προβλήματα στα σχολεία, στους δημόσιους χώρους και  στις παλαιές κυρίως κατασκευές από την έντονη σεισμικότητα της περιοχής. Προβλήματα από τεχνολογικούς κινδύνους στις βιομηχανικές κυρίως περιοχές της Θεσσαλονίκης και των λοιπών  αστικών κέντρων.

Όσον αφορά τα χωρικά προβλήματα στη Κεντρική Μακεδονία, αυτά   εξακολουθούν να παραμένουν και  σε πολλές περιπτώσεις  να μεγενθύνονται, όπως συμβαίνει   σε ολόκληρη τη χώρα, γιατί  συντηρείται  το στρεβλό πρότυπο της μέχρι σήμερα αναπτυξιακής διαδικασίας, στην περιφερειακή δομή, στην  περιβαλλοντική και οικιστική πολιτική, γιατί  απουσιάζουν   διαδικασίες  ολοκληρωμένου χωροταξικού σχεδιασμού του αστικού και αγροτικού χώρου (με κριτήρια δηλαδή χωροταξίας, κοινών αναπτυξιακών, κοινωνικών, πολιτιστικών χαρακτηριστικών, προκειμένου να εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα, τη δυνατότητα παροχής ικανοποιητικών υπηρεσιών στους πολίτες  και αναπτυξιακής παρέμβασης).   Ειδικότερα

-  Το αστικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης και των άλλων μεγάλων πόλεων  της Περιφέρειας επιβαρύνεται από τα προβλήματα της κυκλοφορίας, της ατμοσφαιρικής ρύπανσης  και γενικά της υποβάθμισης της ποιότητας ζωής λόγω των μεγάλων πυκνοτήτων, της ανάμιξης ασυμβίβαστων χρήσεων και της ανεπάρκειας  των απαιτούμενων υποδομών και  πολεοδομικών εξυπηρετήσεων. Όλα αυτά αντανακλούν την έλλειψη σχεδιασμού και τον απρογραμμάτιστο  τρόπο της αρχικής ανάπτυξης, αλλά και την αποσπασματικότητα των μετέπειτα πολεοδομικών ρυθμίσεων.

Οι συνοικίες των  μεγάλων  αστικών  κέντρων  και ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης αποτελούν ένα μωσαϊκό πυκνοκατοικημένων  περιοχών, που προέκυψαν από διαδοχικές νόμιμες αλλά και αυθαίρετες επεκτάσεις του αστικού χώρου, υπήρξαν ο κύριος υποδοχέας της εσωτερικής μεταπολιτευτικής μετανάστευσης, όπως  και σήμερα των μεταναστών και προσφύγων. Στις περισσότερες από αυτές είναι έντονη η παρουσία κοινωνικών ομάδων που απειλούνται από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

-  Στον προαστικό χώρο η ανάμιξη των χρήσεων γης, η αυθαίρετη δόμηση και κυρίως κατά μήκος των οδικών αξόνων έχουν ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής.

- Στις παραλιακές τουριστικές περιοχές συνεχίζεται η άναρχη και αυθαίρετη δόμηση με τις σημαντικές επιπτώσεις στους περιβαλλοντικούς πόρους , αλλά και στα ίδια τα πλεονεκτήματα, από το φυσικό και δομημένο περιβάλλον, των περιοχών αυτών.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι όλα αυτά τα προβλήματα παραμένουν και μεγενθύνονται παρότι  ότι υπάρχει πολεοδομικός σχεδιασμός στην περιοχή, αλλά απουσιάζει  η αυστηρή και συνεπής  εφαρμογής του, οι απαραίτητοι  πόροι για ολοκληρωμένα προγράμματα δράσεων και έργων, ενώ παράλληλα καθυστερεί η  εξειδίκευση του σχεδιασμού με τις νέες  μελέτες χωροταξικών  και πολεοδομικών παρεμβάσεων.

Για το τελευταίο αυτό θέμα έχουμε επισημάνει ότι  και στο πλαίσιο παραμένει η αδυναμία αποκέντρωσης πολεοδομικών αρμοδιοτήτων , λόγω της θέσης ότι οι αρμοδιότητες αυτές παραμένουν στο κράτος λόγω συνταγματικού κωλύματος. Τελικά πρέπει να εξευρεθεί η ορθή και χρηστή διαδικασία που θα επιτρέψει στους νέους θεσμούς τη συμμετοχή στο   χωροταξικό και πολεοδομικό  σχεδιασμό και κυρίως την εξειδίκευσή του σε στο επίπεδο του Δήμου και της Περιφέρειας.   

 

 

8.  Οι Νομοί  της Περιφέρειας και οι Ενδο-περιφερειακές Ανισότητες

 

Τα γενικότερα προβλήματα από την έλλειψη Περιφερειακής πολιτικής και Δημοκρατικού προγραμματισμού,  αποκεντρωμένων δομών της  Διοίκησης και αρμοδιοτήτων και πόρων στην Αυτοδιοίκηση,  σε συνδυασμό και με την επικυριαρχία του Πολεοδομικού Συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης που χαρακτηρίζει  την Περιφέρεια  Κεντρικής Μακεδονίας και την έλλειψη σχεδίου διάχυσης των ωφελειών στις άλλες περιοχές,  αποτέλεσαν τροχοπέδη στην όποια προσπάθεια άρσης των διανομαρχιακών ανισοτήτων.

Από την παρατήρηση της διαχρονικής εξέλιξης των βασικών οικονομικών και κοινωνικών δεικτών, οι διανομαρχιακές ανισότητες   όχι μόνο δεν μειώθηκαν την τελευταία εικασαετία, αλλά παρουσιάζουν  μία μικρή αύξηση. Επί πλέον αυτών υφίστανται και έντονες ενδοπεριφερειακές ανισότητες με κύριο χαρακτηριστικό την υποβάθμιση και απομόνωση των ορεινών και παραμεθόριων περιοχών .

Αναλυτικότερα οι Νομοί της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας  : 

- Με βάση  την κατανομή του πληθυσμού (με το 100% στην Περιφέρεια και την  απογραφή το 2001 ) κατατάσσονται ως εξής :

Ο Νομός Θεσσαλονίκης με 56,4%, ο Νομός Σερρών με 10,7%, ο Νομός Πέλλας με 7,8%,  ο Νομός Ημαθίας με 7,7%,  ο Νομός Πιερίας με 6,9%,  ο Νομός Χαλκιδικής με 5,7% και  ο Νομός Κιλκίς με 4,8%.  Κατά την περίοδο 1991 – 2001 ο μόνιμος πληθυσμός της Περιφέρειας αυξήθηκε κατά 9,9%. Το μεγαλύτερο ποσοστό αύξησης παρατηρήθηκε κατά σειράν: στους Νομούς Κιλκίς, Χαλκιδικής, Θεσσαλονίκης και Πιερίας, ενώ η μικρότερη αύξηση παρατηρήθηκε στο Νομό  Ημαθίας. 

- Το ποσοστό συμμετοχής   των Νομών της Περιφέρειας στο ΑΕΠ της χώρας (χώρα 100%) και οι έντονες διανομαρχιακές διαφοροποιήσεις  το 2…… έχουν  ως εξής:

 Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας συνολικό  ποσοστό συμμετοχής : 17,3%

Νομός Θεσσαλονίκης : 11,7% ,    Νομός Σερρών : 1,2%, Νομός Ημαθίας : 1,1%, Νομός Πέλλας : 1,0% , Νομός Χαλκιδικής  : 0,9% , Νομός  Πιερίας : 0,8% και  Νομός Κιλκίς  : 0,6%.

-  Το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε μονάδες ΜΑΔ επί του Ευρωπαϊκού μέσου όρου ( ΕΕ των 27) το 2005 έχει   ως εξής (Παρατηρητήριο ΕΟΑΕ, Ιούνιος 2005, από στοιχεία Eurostat):

Σύνολο χώρας : 98%,  Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας : 78%,

Νομός Θεσσαλονίκης : 89%,  Νομός Κιλκίς : 78%,  Ζώνη επιρροής IV: 75%,  Νομός Χαλκιδικής  : 72%,  Νομός  Ημαθίας : 68%,  Νομός Πέλλας : 57% και Νομός Σερρών : 50%.

Συμπέρασμα,  αν τελικά παρά τους πόρους  που εισέρευσαν και  την πολυδιαφημιζόμενη αύξηση των μακροοικονομικών μεγεθών – ρυθμοί ΑΕΠ -  παραμείναμε   σε αυτή την κατάσταση ως προς τις Περιφερειακές και Διανομαρχικές ανισότητες , σήμερα  που  η όλη αναπτυξιακή διαδικασία καταρρέει, λόγω της μεγάλης κρίσης και των περιοριστικών της Ανάπτυξης πολιτικών που επιλέγονται, η εφαρμογή των θεσμικών αλλαγών του «Καλλικράτη» για Περιφερειακή  Ισόρροπη Ανάπτυξη γίνεται ένα ιδιαίτερα δύσκολο και κρίσιμο εγχείρημα. 

Είναι για την Κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα και τους πολίτες  που θα ασχοληθούν μία βαθιά  πολιτική πράξη και ευθύνη, πολύ περισσότερο όταν στο μνημόνιο η μεταρρύθμιση αυτή εκλαμβάνεται ως μέτρο περιοριστικού και όχι αναπτυξιακού και κοινωνικού χαρακτήρα .  

 

9. Προοπτικές Ανάπτυξης  αλλά και αδυναμίες της Περιφέρειας Κεντρικής  Μακεδονίας

 

Όσον αφορά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και τις βασικότερες  προοπτικές:

-  Κατ΄αρχήν η γεωπολιτική θέση της Κεντρικής Μακεδονίας στον ευρύτερο χώρο της ΝΑ Ευρώπης μεγεθύνει τις δυνατότητες  και τις προοπτικές της Περιφέρειας σε διακρατικές οικονομικές, πολιτιστικές και  εμπορικές συναλλαγές και  πολύ περισσότερο  με τις γειτονικές χώρες της Βαλκανικής. Επίσης εξασφαλίζει τη συμμετοχή της στα κρίσιμα Ευρωπαϊκά δίκτυα οδικών μεταφορών , ενέργειας και τηλεπικοινωνιών.

- Τα αστικά κέντρα της Περιφέρειας και ιδιαίτερα το Πολεοδομικό Συγκρότημα της Θεσσαλονίκης (ΠΣΘ) με τις δραστηριότητες τους στον δευτερογενή τομέα, μεταποίηση κυρίως και  στον τριτογενή τομέα, σύγχρονες υπηρεσίες, εκπαίδευση, τουρισμός και πολιτισμός, σε συνδυασμό  με το πλεονέκτημα της νοοτροπικής εγγύτητας των κατοίκων της με τους κατοίκους των χωρών της Βαλκανικής, μπορούν και πρέπει να προσδώσουν στο χαρακτήρα των συνεργασιών και συναλλαγών χαρακτηριστικά ποιότητας και σταθερότητας.

-  Αλλά και στο εσωτερικό της Περιφέρειας τα αστικά της κέντρα μπορούν να δημιουργήσουν ένα συνεκτικό δίκτυο που δεν θα δρα μόνο συμπληρωματικά προς   το ΠΣΘ, αλλά   μέσω των εργαλείων μιας ενιαίας Περιφερειακής πολιτικής και διαδικασιών δημοκρατικού προγραμματισμού θα  «προκαλείται » και θα αξιοποιείται η διάχυση των ωφελειών που προέρχονται από τον Μητροπολιτικό πόλο.

-  Οι πλούσιοι φυσικοί, εδαφικοί και υδάτινοι πόροι που  αναδεικνύουν την Κεντρική Μακεδονία το πρώτο κέντρο της χώρας στην παραγωγή βασικών αγροτικών προϊόντων και η περαιτέρω δυναμική που μπορεί να αποκτήσει ο αγροτικός τομέας με τις κατάλληλες αναδιαρθρώσεις και εξειδικεύσεις………………

-  Παρά τα διαρθρωτικά και οικονομικά προβλήματα ισχυρή παραμένει ακόμη η μεταποιητική βάση στη Περιφέρεια, όπως και η σχετική  εμπειρία και εξειδίκευση του ανθρώπινου δυναμικού της.

-  Η πολύ σημαντική  υποδομή στην Ανώτατη και Ανώτερη Εκπαίδευση και την έρευνα, όπως και υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης μεγάλου τμήματος του ανθρώπινου δυναμικού της.

-  Οι υπηρεσίες της Διοίκηση και της Αυτοδιοίκησης, οι διοικητικοί και παραγωγικοί φορείς της Περιφέρειας, παρά τη συγκεντρωτική δομή και λειτουργία του κράτους, διακρίνονται από την ποιότητα, αλλά και το σθένος και την αγωνία συνάμα του ανθρώπινου δυναμικού της για μία ουσιαστική και αποτελεσματική για τον πολίτη δομή και λειτουργά της αποκεντρωμένης Διοίκησης και της Αυτοδιοίκησης.

-  Πλούσιοι είναι επίσης οι πολιτιστικοί, ιστορικοί και τουριστικοί πόροι και τόποι της Κεντρικής Μακεδονίας, δεν τυγχάνουν όμως της ανάλογης προβολής, της περιβαλλοντικής και δημόσιου συμφέροντος προστασίας.

-  Οι σημαντικές προοπτικές που δημιουργούνται για την Περιφέρεια   μετά την  εδραίωση σχημάτων σταθερής συνεργασίας μεταξύ των χωρών της Βαλκανικής, τη διαμόρφωση σχέσεων ή προοπτικής ένταξης στην ΕΕ και από την ενίσχυση  στην πράξη της διασυνοριακής συνεργασίας με την υλοποίηση και εφαρμογή διασυνοριακών προγραμμάτων.

-  Σημαντικές είναι οι  προοπτικές, όπως και οι ανάγκες διεύρυνσης της συνεργασίας των λαών της Βαλκανικής μέσα και από μία ανθρώπινη – κοινωνική αλλά και οικονομική ενσωμάτωση των μεταναστευτικών ομάδων από τις χώρες αυτές.

 

Όσον αφορά στα βασικότερα προβλήματα και αδυναμίες :