Home Δελτία Τύπου Βασικά σημεία της ομιλίας κατά την Συζήτηση στη Βουλή της Επερώτησης του ΣΥΝ προς τον Υπουργό Ανάπτυξης σχετικά με την πολιτική της Κυβέρνησης στον τομέα της απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας

Βασικά σημεία της ομιλίας κατά την Συζήτηση στη Βουλή της Επερώτησης του ΣΥΝ προς τον Υπουργό Ανάπτυξης σχετικά με την πολιτική της Κυβέρνησης στον τομέα της απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας

E-mail Εκτύπωση PDF
Για την ’απελευθέρωση’ της ηλεκτροπαραγωγής Αν και με το νόμο 2773/1999 η χώρα μας εναρμόνισε τη νομοθεσία της με την Οδηγία 96/92 της Ε.Ε. και από το Φεβρουάριο του 2001 ξεκίνησε η διαδικασία χορήγησης αδειών παραγωγής, μέχρι σήμερα η κυβέρνηση απέτυχε να οργανώσει μια απελευθερωμένη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας σε υγιή βάση, με επάρκεια και βιωσιμότητα. Απέτυχε να προωθήσει έναν ενεργειακό σχεδιασμό στηριγμένο στις σύγχρονες ενεργειακές απαιτήσεις που επιβάλλουν σταθεροποίηση της λιγνιτικής παραγωγής, και εγκαταστάσεις νέων σύγχρονων και φιλικότερων προς το περιβάλλον μονάδων παραγωγής (φυσικό αέριο, ανανεώσιμες πηγές). Η κυβέρνηση δεν επικέντρωσε το ενδιαφέρον της στην υπόθεση του μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού σε πενταετή και δεκαετή βάση και αντί να διευκολύνει ή έστω ν’ αφήσει τη ΔΕΗ με τα πλεονεκτήματά της να παίξει το ρόλο της στο απελευθερωμένο τοπίο, η ΔΕΗ έπαψε να επεξεργάζεται προγράμματα κατασκευής μονάδων παραγωγής. Η άποψη ότι η διασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας θα είναι αποτέλεσμα των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών και των συνθηκών ανταγωνισμού μιας απελευθερωμένης ηλεκτρικής ενέργειας δεν βρίσκει σύμφωνους τους εργαζόμενους της ΔΕΗ και δεν φαίνεται άλλωστε να επιβεβαιώνεται μέχρι στιγμής στην πράξη από τον ιδιωτικό τομέα. Μέχρι σήμερα σε περιβάλλον απελευθέρωσης της αγοράς δεν έχει ξεκινήσει να οικοδομείται καμία νέα μονάδα παραγωγής από ιδιώτες επενδυτές. Η επάρκεια της ηλεκτροπαραγωγής, πέρα από κινδυνολογίες, το 2004 και το 2005 δεν θα καλυφθεί πλήρως με βάση ακόμη και συντηρητικούς υπολογισμούς της αυξήσεως της ζήτησης. Ανεξάρτητα όμως από ποιες θα είναι οι ανάγκες της χώρας σε νέες μονάδες στο άμεσο μέλλον, (χρειάζονται τουλάχιστον τρεις) το έλλειμμα της ενεργειακής επάρκειας είναι βέβαιο. Οι προτάσεις «βελτίωσης» του θεσμικού πλαισίου που ανέλαβε να διαμορφώσει η ΡΑΕ προκάλεσαν αντιδράσεις, ιδιαιτέρως από το Σύλλογο Μηχανικών της ΔΕΗ που χαρακτήρισε το σχέδιο καταστροφολογικό. Οι τεκμηριωμένες εναλλακτικές προτάσεις που εκπονήθηκαν, στηρίζονται στο γεγονός ότι το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα παραγωγής είναι ένα απομονωμένο σύστημα με λίγες διασυνδέσεις προς τις γειτονικές χώρες, άρα και με αβεβαιότητα ως προς τη δυνατότητα εισαγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, με προβλήματα ανισοκατανομής μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης και επομένως με την ιδιαίτερη αναγκαιότητα να εντάσσεται σε ένα μακροχρόνιο ενεργειακό σχεδιασμό, όπως άλλωστε και το άρθρο 3 του ν. 2773/99 ορίζει. Οι ευθύνες όμως δεν περιορίζονται στην αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας. Πρέπει να αποδοθούν και ευθύνες στα οικονομικά κέντρα ισχύος που αφού απέσπασαν την κατ΄ αρχήν αδειοδότηση που ως γνωστόν δεν έχει σχέση με τις διαδικασίες των δημοσίων έργων στις οποίες λειτουργούν ειδικού τύπου διαμεσολαβήσεις και τεχνικές, δεν είναι συμβάσεις και επομένως ούτε επιδοτούνται, ούτε βελτιώνονται με νέες τιμές μονάδος, αλλά αποτελούν άδειες σκοπιμότητας, που λειτουργούν στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς με επενδύσεις μεγάλου ύψους (300 εκατ. Ευρώ) και εμπεριέχουν στοιχεία επιχειρηματικού κινδύνου. Αυτό όμως δεν έγινε αποδεκτό από τους υποψηφίους παραγωγούς – κατασκευαστές, υπολόγισαν ότι η αγορά ενέργειας θα εξομοιωθεί με τις άλλες αγορές και μεθόδευσαν πιέσεις και νέες απαιτήσεις. Βρήκαν βεβαίως και πρόσφορο έδαφος. Δημιουργήθηκε έτσι ένα ’κλίμα’ και καλλιεργήθηκαν ’συμπεράσματα’ όπως ότι δεν προχωρεί η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ότι οι επενδύσεις εμποδίζονται να προχωρήσουν από το ασαφές και αντιφατικό θεσμικό πλαίσιο απελευθέρωσης, ότι απαιτείται νέο βελτιωμένο πλαίσιο, ενόψει και του διαμορφούμενο προβλήματος επάρκειας ηλεκτρικής ενέργειας, που επιβάλλει άμεσες επενδύσεις. Αυτές οι προτάσεις και κυοφορούμενες αποφάσεις της ΡΑΕ – που εκφράζουν την αντιφατική κυβερνητική πολιτική – οδηγούν τελικά στο ότι ο ανταγωνισμός δεν θα συμβάλλει στη μείωση των τιμολογίων προς όφελος για του καταναλωτή, αντίθετα επίκειται αύξησή τους. Για την καθυστέρηση αξιοποίησης του φυσικού αερίου Η διέλευση αγωγών φυσικού αερίου μέσω της χώρας μας προς τις αγορές της Ευρώπης παλινωδεί ανάμεσα σε διαρκείς κυβερνητικές εξαγγελίες ανασχεδιασμών, διακρατικές τριβές και επιλογές των εμπλεκομένων εταιριών. Το και πρόσφατα εξαγγελθέν όραμα «Ελλάδα : Ενεργειακή πύλη της Ευρώπης» απέχει πολύ από τον ουσιαστικό σχεδιασμό και υλοποίηση. Επιπλέον, το εσωτερικό δίκτυο διανομής παραμένει ημιτελές χωρίς διασύνδεση με αρκετά μεγάλα αστικά κέντρα και βιομηχανικές περιοχές ενώ το αστικό δίκτυο διανομής στην κατανάλωση μόλις πρόσφατα ξεκίνησε να ανατίθεται και η κυβέρνηση δεν έχει δώσει κίνητρα για την αγορά και εγκατάσταση οικιακών συστημάτων φυσικού αερίου που παραμένουν ’απλησίαστα’ για τους καταναλωτές. Τελικά η πολιτική αξιοποίησης του φυσικού αερίου πάσχει σε ένα βασικό σημείο: Έχει επιλεγεί η μαζική απορρόφησή του για παραγωγή ηλεκτρισμού (με υψηλό κόστος παραγωγής) ενώ θα έπρεπε να προωθηθεί στην οικιακή κατανάλωση συμβάλλοντας άμεσα στη βελτίωση του μικροκλίματος στις πόλεις (που «ψήνονται» από τις «αντλίες θερμότητας») και στην αλλαγή της σπάταλης καταναλωτικής ενεργειακής συμπεριφοράς. Για την κρίσιμη καθυστέρηση προώθησης εναλλακτικών μορφών ενέργειας. Το διεθνές περιβάλλον (η «κλιματική αλλαγή» και το Πρωτόκολλο του Κιότο, η πετρελαϊκή αστάθεια που προκαλεί πολέμους…) και το μεγάλο πρόβλημα της διασφάλισης ενεργειακής επάρκειας και η έλλειψη κοιτασμάτων στο γεωγραφικό χώρο της Ε.Ε. (ένα όχι μόνο οικονομικό πρόβλημα αλλά ένα μεγάλο πρόσκομμα στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση) επιβάλλουν την μείωση της συμμετοχής των ορυκτών καυσίμων στην παραγωγή ενέργειας, προοπτική που αποτελεί και την πλέον επιθετική, βραχυπρόθεσμη αλλά και εφικτή ταυτόχρονα δράση. Έτσι η προστασία του περιβάλλοντος και στη διάσταση της μείωσης των εκπομπών που προξενούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου αλλά και με αλλαγές προσανατολισμού σε όλα τα θέματα που αφορούν την αγροτική παραγωγή, την βιομηχανική παραγωγή, την οργάνωση των αστικών περιοχών με ό,τι συνεπάγονται τα ζητήματα αυτά, μπορεί να αποτελέσει τον κεντρικό πυρήνα της διαφορετικής ανάπτυξης. Οι τομείς αυτής της τρίτης πολιτικής κατεύθυνσης είναι α) ανάπτυξη νέων τεχνολογιών φιλικών προς το περιβάλλον, β) η αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων τεχνικών για τη μείωση της ενεργειακής ζήτησης και η εφαρμογή προγραμμάτων εξοικονόμησης ενέργειας και γ) η ενίσχυση της διείσδυσης των ΑΠΕ στη συνολική παραγωγή ενέργειας. Σύμφωνα με το «εθνικό πρόγραμμα» θα πρέπει μέχρι το 2012 η παραγωγή από ΑΠΕ να φτάσει στα 1700 MW και σήμερα βρίσκεται στα 308 MW από αιολικά, ενώ όλοι παραδέχονται ότι τα υδροηλεκτρικά ελάχιστα πλέον μπορούν να συνεισφέρουν. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις η μικρή τους ισχύς υπολείπεται δραματικά από το μέγεθος των επιπτώσεων που επιφέρει στο περιβάλλον η εγκατάστασή τους. Επιπλέον, οι επενδυτές παραπονούνται για τις γραφειοκρατικές καθυστερήσεις και αντί της έλλογης ικανοποίησης τους, έρχεται στη Βουλή νόμος που το μόνο που εκπλήρωνε ήταν οι διευθετήσεις που μείωναν τις ρήτρες που αφορούσαν την προστασία του περιβάλλοντος και των δασικών οικοσυστημάτων στα οποία θα γίνονταν η εγκατάσταση. Η αρχική ιδέα της διαφοροποίησης των επιδοτήσεων ανάλογα με τη δυσκολία εγκατάστασης και την τιμή του αιολικού δυναμικού φαίνεται πως εγκαταλείφθηκε με αποτέλεσμα την υπερσυγκέντρωση των αιολικών πάρκων σε περιοχές υψηλού αιολικού δυναμικού γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση των τοπικών κοινωνιών. Αντίδραση που πρέπει να πούμε πως δεν είναι πάντα δικαιολογημένη αλλά που και σε κάθε περίπτωση αποδεικνύει το χαμηλό βαθμό εμπιστοσύνης των πολιτών στο κράτος και την έλλειψη θεσμών συμμετοχής και ενημέρωσης των πολιτών για τόσο σημαντικά θέματα. Σε ό,τι αφορά την εξοικονόμηση ενέργειας τα πράγματα είναι χειρότερα. Όλες οι πολιτικές της κυβέρνησης για τις μεταφορές και τις συγκοινωνίες εξακολουθούν να έχουν σαν βάση το αυτοκίνητο και τους αυτοκινητόδρομους. Και στον αστικό χώρος επίσης κακά μέσα μεταφοράς. Στον τομέα εξοικονόμησης ενέργειας στην οικοδομή δεν προχώρησε ο σχετικός νόμος ή τουλάχιστον να θεσμοθετηθεί η υποχρέωση του δημοσίου, των Οργανισμών και των κατασκευαστών μεγάλων κτιρίων για την κατασκευή τους με όρους ενεργειακής οικονομίας. Δυστυχώς δεν είναι δυνατόν να εξαντληθεί η λίστα ενεργειών και παρεμβάσεων των αστοχιών και των παραλήψεων που αφορούν την παραγωγή και την ενεργειακή επάρκεια. Θέσαμε τα σημαντικότερα κατά τη γνώμη μας ζητήματα ολοκλήρωσης μιας ενεργειακής πολιτικής φιλικής στο περιβάλλον που είναι ταυτόχρονα, ιδιαίτερα φιλική προς τους ανθρώπους που ζούνε σε αυτή τη χώρα.