Home Δελτία Τύπου «Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ)»

«Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ)»

E-mail Εκτύπωση PDF
Η βουλευτής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Ασημίνα Ξηροτύρη Αικατερινάρη, εισηγήτρια στο Ν/σχ για τις «Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ)» επισημαίνει ότι: Η Κυβέρνηση με το Ν/σχ για τις «Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ)», που συζητείται σήμερα στην Ολομέλεια, επιχειρεί στο όνομα της ανάπτυξης και της αντιμετώπισης δημοσιονομικών προβλημάτων, να αλλάξει δια μιας, ριζικά και εκ βάθρων τη σχέση Δημόσιου και Ιδιωτικού τομέα, παραδίδοντας στον τελευταίο τα πάντα! Εκτός από το συνταγματικά αυτονόητο δηλαδή τις υπηρεσίες ʼμυνας, Δικαιοσύνης και Δημ. Τάξεως. Το Ν/σχ αμφιβόλου Συνταγματικότητας δεν είναι μία συνήθης νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση, αλλά έχει ευρύτερο και στρατηγικό χαρακτήρα, προκειμένου να υποστηρίξει τα πρόσφατα και τα μελλούμενα μέτρα της Κυβέρνησης, που θέτουν υπό «διωγμόν» το κοινωνικό κράτος και τις δημόσιες παροχές και να διαμορφώσει μία νέα συμμαχία με το σύνολο των επαγγελματικών συμφερόντων, ιδιαίτερα τις Τράπεζες και τους μεγάλους ομίλους. Όμως πρέπει να θυμίσουμε στον πολίτη ότι: - Τα Έργα Υποδομής και οι Υπηρεσίες αποτελούν Συνταγματική Υποχρέωση της Πολιτείας προς τους φορολογούμενους πολίτες κυρίως σε ότι αφορά την Παιδεία, τον αθλητισμό, την κατοικία, την εργασία, την απόλυτη προστασία του δομημένου φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Η αδυναμία υλοποίησής τους ή η μεγάλη καθυστέρηση περάτωσης, η διόγκωση των ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού από τη μη ορθολογική και διαχείριση των εθνικών και κοινοτικών πόρων, το μεγάλο έλλειμμα που προέκυψε από το κόστος της Ολυμπιάδας, δεν μπορεί να αλλοιώσει την παραπάνω υποχρέωση. - Επίσης το σύστημα παραγωγής δημοσίων έργων στην Ελλάδα, βασιζόταν στην αποκλειστική χρηματοδότηση από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους. Τα προς υλοποίηση μικρά και μεγάλα έργα υποδομών και οι απαραίτητες υπηρεσίες που έχει ανάγκη ο τόπος και το κοινωνικό σύνολο για την ανάπτυξη του και την βελτίωση της καθημερινής ζωής του πρέπει να προκύπτουν ιεραρχημένα μέσα από ένα μακρόπνοο και δημοκρατικά σχεδιασμένο – κατά τομέα και περιοχή – Εθνικό Στρατηγικό Σχεδιασμό, που θα εξειδικεύεται σε Περιφερειακό και Τοπικό επίπεδο και θα ελέγχεται μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και του ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού. Δεν μπορεί λοιπόν να ανατρέπονται όλα αυτά, να παραβλέπεται αυτός ο σχεδιασμός, να υποτιμάται το ΠΔΕ και όλα να μεταφέρονται σε μια συγκεντρωτική διαδικασία στο ΥΠΕΘΟ. Η Κυβέρνηση δηλαδή, αντί να αναδιαρθρώσει το παραγωγικό σύστημα της χώρας, να αναβαθμίσει τη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης, όπως και τις διαδικασίες υλοποίησης των έργων ανάπτυξης, τελικά με τις διατάξεις αυτού του νομοσχεδίου: - Παραδίδει άνευ όρων βασικούς τομείς του Δημοσίου στον Ιδιωτικό Τομέα. - Δημιουργεί ένα εύφορο πεδίο ανάπτυξης της διαφθοράς και της διαπλοκής. - Δίδει την δυνατότητα να δοθούν μόνο τα ελκυστικά για τον ιδιωτικό τομέα έργα – τα λεγόμενα «φιλέτα» - με ανεπανόρθωτη ζημιά για την Εθνική Οικονομία και το κοινωνικό σύνολο και - Παράλληλα επιφέρει το τελειωτικό κτύπημα –μια πραγματική βόμβα- στα θεμέλια της Δημόσιας Διοίκησης και απαξιώνει το νομοθετικό πλαίσιο της χώρας στο προγραμματισμό και την παραγωγή των Δημοσίων Έργων. Όπως επισημαίνει η βουλευτής, η μέθοδος αυτή που διαφημίζεται ότι προσφέρει «δήθεν δωρεάν» έργα, οδηγεί τον πολίτη να πληρώνει τα έργα αυτά μια ζωή και με πανωτόκι. Ο πολίτης πρέπει να καταλάβει ότι θα του επιβληθεί δίπλα στο υπάρχον φορολογικό σύστημα ένα νέο πρόσθετο καθεστώς έμμεσης φορολογίας, που θα τον αναγκάσει να πληρώνει «διόδια» για υπηρεσίες και υποδομές (τα παραδείγματα από την Ε.Ε. και ιδιαίτερα από την Πορτογαλία είναι σαφή). Κανείς από την Κυβέρνηση δεν κάνει λόγο για το κόστος των έργων που θα γίνουν με τις ΣΔΙΤ, γιατί αυτό θα είναι τελικά υψηλότερο, εξαιτίας του κόστους της χρηματοδότησης από την εμπλοκή πολλών παραγόντων και σύναψης δέσμης συμβάσεων, με μεγάλο κερδισμένο τον κλάδο των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών – το Τραπεζικό κεφάλαιο δηλαδή – που γι αυτό και είναι ένθερμος υποστηρικτής τους, αλλά και των μεγάλων εργοληπτικών ομίλων που έχουν σημαντική δανειοληπτική ικανότητα και προσβλέπουν μέσω των ΣΔΙΤ σε τεράστια κέρδη από αυτές αλλά και από τις απευθείας αναθέσεις των συμπληρωματικών έργων (βλέπε Αττική Οδός). Πρέπει λοιπόν να αναρωτηθεί σοβαρά ο Έλληνας πολίτης: Ποιους κινδύνους και σε ποιο βαθμό ανέλαβε ο ιδιωτικός τομέας στις δημιουργικές επενδύσεις στη χώρα και στις μέχρι σήμερα συμβάσεις παραχώρησης; Μήπως στην δυνατότητα αυτή, δηλαδή της μη εγγραφής στον προϋπολογισμό των σχετικών δαπανών, οφείλεται η τόση «πρεμούρα» της Κυβέρνησης για τις ΣΔΙΤ; Μήπως ο έμμεσος δανεισμός χωρίς την άμεση αύξηση του Δημόσιου χρέους καθώς και η έμμεση φορολόγηση του πολίτη είναι οι κύριοι στόχοι της Κυβέρνησης;