Home Διαρκής Επιτροπή Εισήγηση στην Επιτροπή Απόδημου Ελληνισμού για το σχέδιο νόμου λειτουργίας του ΣΑΕ

Εισήγηση στην Επιτροπή Απόδημου Ελληνισμού για το σχέδιο νόμου λειτουργίας του ΣΑΕ

E-mail Εκτύπωση PDF
Η σημερινή συνεδρίαση της Μόνιμης Ειδικής Επιτροπής Αποδήμου Ελληνισμού της Βουλής, πραγματοποιείται ένα μόλις δεκαήμερο πριν από την Ε΄ Σύνοδο του Συμβουλίου Αποδήμου Ελληνισμού. Τα ζητήματα που συζητούνται είναι ιδιαίτερα σημαντικά και η αρχή της συζήτησης στην προηγούμενη, πρώτη σύγκλιση γι΄αυτό το θέμα της επιτροπής, σε σχέση και με το ελάχιστο του χρόνου κάθε άλλο παρά κατάλληλο και πρόσφορο κλίμα ουσιαστικής συζήτησης δημιουργεί. Δεν πρόκειται, φοβούμαι, για απλή αμέλεια ή συνήθη, τυπική καθυστέρηση. Τρία γεγονότα συνηγορούν υπέρ της εκδοχής του αιφνιδιασμού: 1ον . Η ξαφνική σύγκληση του ΣΑΕ , ενώ αρμόδιες κυβερνητικές πηγές δήλωναν μέχρι πριν από λίγο ότι θα μετατεθεί στο επόμενο έτος. 2ον. Η εξίσου αιφνίδια, λίγο πριν από την ημερομηνία σύγκλησης του ΣΑΕ, παρουσίαση του σχεδίου του εκτελεστικού του Συντάγματος νόμου που θα ρυθμίζει βασικά θέματα λειτουργίας του ΣΑΕ, σχέδιο που θα συζητήσουμε σήμερα και 3ον –το σπουδαιότερο- η προώθηση, ένα μόλις δεκαήμερο πριν από τις εργασίας του ΣΑΕ, από τον αρμόδιο υφυπουργό, προώθηση εν κρυπτώ θα έλεγα, προεδρικού διατάγματος, που παρακάμπτει το Κοινοβούλιο για να ρυθμίσει απ’ ευθείας πριν από τη σύνοδο του ΣΑΕ, ζητήματα που θα έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο του υπό ψήφιση εκτελεστικού Συντάγματος νόμου. Το κόμμα μου δηλώνει την κατηγορηματική διαφωνία στην ακολουθούμενη αυτή διαδικασία, που έρχεται να προστεθεί σε μακρά σειρά ενεργειών που τείνουν και συμβάλλουν στην εκτροπή του κορυφαίου αυτού θεσμού για τον απόδημο ελληνισμό, από τους καθορισμένους από τον ιδρυτικό νόμο του σκοπούς και τον χαρακτήρα του. Ο ΣΥΝ υποστήριξε με όλες του τις δυνάμεις την ίδρυση του Συμβουλίου Αποδήμου Ελληνισμού του ΣΑΕ. Υπήρξε από τους εμπνευστές του θεσμού, και η συμβολή του στη διαμόρφωσή του ήταν, κατά γενική ομολογία, καθοριστική. Σήμερα βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να ασκήσει έντονη κριτική στην πορεία του θεσμού, που τόσο ενεργά στήριξε. Πορεία για την οποία οι ευθύνες ανήκουν εξ ολοκλήρου στα αρμόδια κυβερνητικά όργανα. Είναι γνωστά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι έλληνες της διασποράς – προβλήματα δύο κυρίως κατηγοριών. Η πρώτη αφορά την ισότιμη δημιουργική ένταξή τους στη χώρα υποδοχής, με την ικανοποίηση των δικαιωμάτων της δουλειάς, εκπαίδευσης και ποιότητας ζωής, αξιοπρεπής διαβίωσης που πρέπει να διεκδικούν, για να αποφύγουν τον κοινωνικό αποκλεισμό και τη «γκετοποίηση». Η δεύτερη κατηγορία αφορά τη διαφύλαξη της ιστορικής και πολιτισμικής τους ταυτότητας και τη διατήρηση ζωντανών δεσμών με την Ελλάδα. Το κράτος οφείλει να έλθει αρωγός στις προσπάθειες των αποδήμων Ελλήνων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, την οποία υπηρετεί ο θεσμός του ΣΑΕ. Κατά τον ιδρυτικό του νόμο πρόκειται για θεσμό αυτοοργάνωσης, με τη διαμόρφωση αυτόνομου μη κυβερνητικού οργανισμού, που θα αποτελεί εισηγητικό και γνωμοδοτικό όργανο, που θα υποβάλλει τις προτάσεις του στην πολιτεία. Η κυβερνητική πρακτική οδήγησε το θεσμό σε άλλη κατεύθυνση, που βρίσκει τη νομοθετική αποτύπωσή της σε προεδρικά διατάγματα που ακολούθησαν με αποκορύφωμα τον προτεινόμενο εκτελεστικό του Συντάγματος νόμο. Από το παρουσιαζόμενο νομοσχέδιο απουσιάζουν εντελώς οι ρυθμίσεις που θα ουσιαστικοποιούν το στοιχείο της αυτοοργάνωσης του αποδήμου ελληνισμού και του χαρακτήρα του ως εισηγητικού οργάνου προτάσεων προς την κυβέρνηση. Αντίθετα, συγκεκριμένες διατάξεις του νομοσχεδίου κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση. Το ΣΑΕ σήμερα, όπως και κάθε οργανωμένη έκφραση του απόδημου ελληνισμού, θα πρέπει να προτάξει πάνω απ’ όλα την αυτονομία του από κυβερνητικές, κομματικές, εκκλησιαστικές και οποιεσδήποτε άλλες μορφές παρεμβάσεων που προσπαθούν να ποδηγετήσουν την όλη δραστηριότητά τους. Με το υπ΄όψιν σχέδιο νόμου θεωρούμε ότι: Α) Καθιερώνεται ο ασφυκτικός κρατικός έλεγχος στη σύνθεση του ΣΑΕ. Στο άρθρο 3 για να γίνουν μέλη του ΣΑΕ, οι οργανώσεις της ομογένειας θα περάσουν πρώτα από την «κρησάρα» του Συντονιστικού Συμβουλίου του και έπειτα του Προεδρείου και μετά θα απευθύνουν τα όργανα αυτά την τελική πρότασή τους επί της αιτήσεως εισδοχής στη Γενική Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού – στον αρμόδιο Υφυπουργό Εξωτερικών δηλαδή –που θα έχει τον τελευταίο λόγο. Αυτοί θεωρούμε ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί «αυτοοργάνωση των Αποδήμων». Το άρθρο 6 ενισχύει και επαυξάνει τον έλεγχο του υπουργού δια της Γενικής Γραμματείας, η οποία «συνεκτιμά», κατά τη διατύπωση του νομοσχεδίου, για να εγκρίνει τη συμμετοχή στο ΣΑΕ μιας ομογενειακής οργάνωσης, τη «συνολική δραστηριότητα και εμβέλεια» της οργάνωσης. Το κριτήριο αυτό, έντονα υποκειμενικό, «σηκώνει πολύ νερό», όπως είναι φανερό, με δεδομένη μάλιστα τη μέχρι σήμερα κυβερνητική πρακτική που βρίθει προσπαθειών αποκλεισμού από το ΣΑΕ οργανώσεων μη προσκειμένων στο κυβερνών κόμμα. (Παράδειγμα η προσπάθεια αποκλεισμού της Ομοσπονδίας Ελλήνων της Σουηδίας, που απασχόλησε την προηγούμενη συνεδρίαση της Επιτροπής μας). Παραλείπω, ελλείψει χρόνου, άλλες διατάξεις αναλόγου περιεχομένου, όπως οι περί μέτρου εκπροσώπησης, διακρίσεων υπέρ των κληρικολαϊκών συνελεύσεων (άρθρο 3. εδ. 2, παρ. γ), καθώς και την απαράδεκτη για μας διατύπωση του άρθρου 3 εδ. 3 περί εισηγήσεως του Συντονιστικού Συμβουλίου να γίνει αποδεκτή η αίτηση οργανώσεως για την εισδοχή της στο ΣΑΕ «εφόσον οι καταστατικοί σκοποί της δεν αντιστρατεύονται τους σκοπούς του» - διατύπωση που παραπέμπει σε άλλες, αλήστου μνήμης εποχές!. Β. Το άρθρο 1 του σχεδίου νόμου συρρικνώνει το ρόλο του Σ.Α.Ε. ως γνωμοδοτικού και εισηγητικού οργάνου. Τον περιορίζει στην «παροχή αιτιολογημένης γνώμης» κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής, πριν από την ψήφιση νόμου που αφορά τον ομογενειακό ελληνισμό. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Ο διάλογος του ελληνικού κράτους με τους απανταχού Έλληνες, η αμφίδρομη επικοινωνία, οι πρωτοβουλίες των αποδήμων για την αναζήτηση λύσεων των προβλημάτων τους είναι εκτός θέματος, εκτός των αρμοδιοτήτων των θεσμοθετημένων οργάνων των δύο πλευρών. Δεν χρειάζονται σχόλια. Και κάτι ακόμη. Το άρθρο 1 εδ. 2 καθιερώνει τεκμήριο συμφωνίας του ΣΑΕ με τα υπό ψήφιση νομοσχέδια, ορίζοντας πενθήμερη αποκλειστική συμφωνία για την παροχή γνώμης, η οποία αν παρέλθει άπρακτη, «θα θεωρείται», λέει το νομοσχέδιο, ότι το ΣΑΕ συμφωνεί. Γ. Συνοψίζοντας: Ο ΣΥΝ εξακολουθεί να υποστηρίζει το θεσμό του ΣΑΕ, στη δημιουργία του οποίου τόσο συνέβαλε, εκφράζει, όμως, την αντίθεσή του στην εξέλιξη του θεσμού, που χαρακτηρίζεται από σημαντικές αδυναμίες: 1. Έλλειμμα αντιπροσωπευτικότητας, που συνδέεται με ελλιπείς δημοκρατικές λειτουργίες «κρίσιμων οργάνων» και αδιαφάνεια σ’ αυτές. Η ανάδειξη των εκπροσώπων για το ΣΑΕ δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια από πού θα γίνει η εκλογή των αντιπροσώπων, από συνέδριο δηλαδή δευτεροβάθμιου οργάνου, από τα διοικητικά συμβούλια των ομοσπονδιών τους, τις ενοριακές επιτροπές με επιλογές του κάθε ιερέα, από διάφορους άλλους φορείς; Με ποιο μέτρο θα γίνει η εκλογή αυτών των αντιπροσώπων και τελικά η αντιπροσώπευση μέσα στο συνέδριο θα είναι μόνο μέσα από την οργανωμένη έκφραση των αποδήμων ή και πέρα από αυτήν; 2. Αλλοίωση του χαρακτήρα του ΣΑΕ στην κατεύθυνση της μετατροπής του σε μηχανισμό στήριξης του κυβερνώντος κόμματος. 3. Διασπάθιση Δημοσίου χρήματος σε δραστηριότητες που αποβλέπουν στην ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων. 4. Ασφυκτικός νάρθηκας έλεγχου του ΣΑΕ που διαμορφώνεται από τις κυβερνητικές πρακτικές και από νομοθετικά μέτρα, όπως ο εισαγόμενος εκτελεστικός νόμος, τον οποίο ο ΣΥΝ θα καταψηφίσει. Ενδεικτικό του «νάρθηκα» είναι το άρθρο 10 που πλαισίωναν το ΣΑΕ με «Γραφεία» στις μεγάλες πόλεις, στελεχωμένα με διπλωματικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού.