Εισήγηση στην επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης για το σχέδιο νόμου «Μερική απασχόληση και υπηρεσίες κοινωνικού χαρακτήρα»

Τρίτη, 08 Ιούλιος 2003 02:00 Διαρκής Επιτροπή
Εκτύπωση
Σε ότι αφορά τη διαδικασία συζήτησης του νομοσχεδίου «Μερική απασχόληση και υπηρεσίες κοινωνικού χαρακτήρα» έχουμε κατ’ αρχήν δύο βασικές παρατηρήσεις: Κατ’ αρχήν το νομοσχέδιο ήρθε για συζήτηση στη Βουλή μόλις 24 ώρες από την κατάθεσή του χωρίς να έχουμε έτσι τη δυνατότητα για επαρκή συνεργασία και ανταλλαγή απόψεων με τους ενδιαφερόμενους κοινωνικούς φορείς. ʼλλο αν τελικά δεν συζητήθηκε μέσα στις 24 αυτές ώρες και μάλιστα οδηγηθήκαμε σε δύο αναβολές λόγω των τεκταινόμενων στην ΚΠΕ του ΠΑΣΟΚ , γεγονός όμως που δείχνει εξίσου μία καθεστωτική συμπεριφορά του κυβερνώντος κόμματος . Αλίμονο αν αυτά είναι τα εργαλεία της ανανέωσης και της ρήξης . Το νομοσχέδιο αυτό εισάγεται για συζήτηση χωρίς τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΟΚΕ). Αυτό δείχνει το πόσο η κυβέρνηση σέβεται τα όργανα και τους θεσμούς. Πόσο μάλλον που το θέμα του νομοσχεδίου αφορά σε μεγάλο βαθμό τους κοινωνικούς εταίρους. Σε ότι αφορά την ουσία του Νομοσχεδίου, τα βασικά σημεία κριτικής μας έχουν ως εξής: (1) Προωθείται η απορύθμιση του κοινωνικού κράτους και όχι η αναβάθμιση και υποβοήθησή του από την κοινωνία των πολιτών και τους φορείς της. Φοβούμαστε ότι –και με το Ν/Σ αυτό- προωθούνται πολιτικές που στο επίκεντρό τους έχουν την ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών και την παροχή τους από ιδιώτες. Πολιτικές που επιλέγονται πλέον και στην Ε.Ε, όπου με πρόσχημα την «γραφειοκρατία και ακαμψία του κράτους» μετακυλύουν την ευθύνη άσκησης κοινωνικών προνοιακών υπηρεσιών εκτός του δημόσιου τομέα ευθύνης. Οι επιπτώσεις όμως αυτών των πολιτικών για τους εργαζόμενους , το κόστος και τη ποιότητα της ζωής τους και εν τέλει την κοινωνική συνοχή είναι δυσμενείς , ενώ παράλληλα δεν παρατηρείται καμία ουσιαστική βελτίωση των παρεχόμενων κοινωνικών υπηρεσιών . Είναι γεγονός βέβαια ότι στην Ευρώπη την τελευταία δεκαετία έχει ανοίξει το μεγάλο θέμα της «κοινωνικής οικονομίας» και τον βασικό ρόλο που μπορούν να παίξουν σε αυτόν τον «τρίτο τομέα» οι μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα φορείς, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ), οι συνεταιριστικές οργανώσεις, τα ιδρύματα κ.ά. Ήδη ο «τρίτος αυτός τομέας» άρχισε να λειτουργεί και να αναλαμβάνει σημαντικό ρόλο στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και να εντάσσεται με τον όρο κοινωνική οικονομία μεταξύ της Δημόσιας και της Ιδιωτικής οικονομίας . Εδώ θα μπορούσε να κάνει κανείς δύο καταρχήν προσεγγίσεις : Η μία εντελώς αφοριστική (αρνητική) ότι δηλαδή όλα αυτά είναι διορθωτικές, σκόπιμες και πρόσκαιρες επεμβάσεις , προκειμένου να καλυφθούν πολλά αδιέξοδα της νεοφολελεύθερης πολιτικής , κυρίως στους τομείς του κοινωνικού κράτους, που κατ’ εξοχήν αυτή η πολιτική συρρικνώνει και της προστασίας του περιβάλλοντος που απειλείται από τον ανταγωνισμό των αγορών. Μία δεύτερη φιλική ίσως προσέγγιση είναι αυτή που εκτιμά και θέλει να αξιοποιήσει την μεγάλη κινητικότητα και συμμετοχή των πολιτών (ή της κοινωνίας των πολιτών), αλλά και την οργανωμένη συμβολή και διάθεσή τους, μέσω Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, φορέων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα , συνεταιριστικών μορφών κ.λ.π., όπως και του εθελοντισμού, να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στις ευπαθείς ομάδες , στη προστασία του περιβάλλοντος και της ποιότητας, στην ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αν μία τέτοια ή παρόμοια με τη δεύτερη προσέγγιση είναι και η αφετηρία ή φιλοσοφία αυτού του Νομοσχεδίου , θα έπρεπε να κατατεθεί στην Εισηγητική του Έκθεση. Όμως αυτό δεν γίνεται και έτσι αφυδατώνεται κάθε τέτοια αναγκαία για την κοινωνία μας αλλά και την ίδια την πολιτική, προσπάθεια. Τελικά αφού ούτε και ενημερωτικά δεν παρουσιάζονται κάποια σημαντικά στοιχεία από την εμπειρία στα κράτη μέλη της Ε.Ε. η συζήτησή μας κινδυνεύει και με το δίκαιο μας να περιστραφεί στο ότι όλα αυτά εξυπηρετούν μόνο τις κυβερνητικές σκοπιμότητες της παρούσας προεκλογικής περιόδου και δεν ακουμπούν σε καμία πολιτική και φιλοσοφία. ʼλλωστε οι ίδιες οι ρυθμίσεις διακρίνονται για την προχειρότητα και τις σημαντικές ελλείψεις σε προϋποθέσεις δικλίδες ασφαλείας στη διασφάλιση των πόρων κλπ. Θα μπορούσα, αν είχα δύο πρόσθετα λεπτά στο χρόνο μου, να καταθέσω την πρώτη μου προσέγγιση ή αντίληψη για την Κοινωνική Οικονομία, πάντα όμως για μία πολιτεία, που θα είχε εξασφαλίσει με επάρκεια τις υποδομές και τις δημόσιες υπηρεσίες του κοινωνικού της κράτους. Εξ ορισμού η Κοινωνική Οικονομία βρίσκεται μεταξύ της Δημόσιας Οικονομίας και της Ιδιωτικής. Οι οργανισμοί Κοινωνικής Οικονομίας επιδιώκουν οικονομικούς και κοινωνικούς στόχους ταυτόχρονα και –όταν λειτουργούν σωστά- συμβάλλουν σε μια οικονομική ανάπτυξη που ενισχύει την κοινωνική συνοχή. Δύο βασικές πλευρές της Κοινωνικής Οικονομίας είναι: ο τοπικός και επικουρικός χαρακτήρας των επιχειρήσεων Κοινωνικής Οικονομίας, ο οποίος αποτελεί βάση για την ανάπτυξή τους και η αλληλεγγύη μεταξύ των μελών, που αποτελεί την κινητήρια δύναμη. Η Κοινωνική Οικονομία έχει ως σκοπό σε μεγάλο βαθμό, την κοινωνική ισότητα και ενδιαφέρεται για την καλύτερη κατανομή του πλούτου, τη δημιουργία συλλογικού πλούτου και τη δημιουργία κοινωνικής συνοχής και ενσωμάτωσης. Όταν λέμε "κοινωνική" οικονομία, ή, ορθότερα αλληλέγγυα οικονομία ή ακόμα ευκολότερα και διακριτότερα, «τρίτο τομέα», θα εννοούμε, μ' ένα ευρύ ορισμό, μια οικονομία ενταγμένη στην κοινωνία ΄που εξυπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες της, με κύριο χαρακτηριστικό την εξυπηρέτηση του συλλογικού συμφέροντος, χωρίς την επιδίωξη κέρδους. Σε καμία περίπτωση η ανάπτυξη του λεγόμενου «τρίτου τομέα» της οικονομίας δεν μπορεί να αναφέρεται σε ένα πρόγραμμα «κοινωνικού μανδύα ή πρασινίσματος του καπιταλισμού», αλλά σε μια στρατηγική που επιχειρεί να στρέψει τον προσανατολισμό της αγοράς προς την αποκαλούμενη "κοινωνική οικονομία" (συνεταιρισμοί, μικρά και μεσαία μεγέθη επιχειρήσεων, αγορά με κοινωνικό έλεγχο). Βασική επιδίωξη είναι η αναδιανομή του πλούτου προς όφελος των πιο αδύνατων, με κριτήρια κοινωνικής δικαιοσύνης, μέσω ενός νέου τύπου και νέου περιεχόμενου κράτους πρόνοιας, προϊόν ενός νέου οικολογικού new deal, σύμφωνα με το οποίο αντλούνται πόροι από το συνολικό κοινωνικό προϊόν για να επενδυθούν σε θέσεις εργασίας, σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και στην ανάπτυξη ενός κοινωνικού κράτους, το οποίο υποστηρίζει τους πιο αδύναμους και προσφέρει ευκαιρίες αξιοπρεπούς διαβίωσης σε όλους. (2) Δεύτερη βασική παρατήρηση: Προωθείται η ημιαπασχόληση ως δόγμα αντιμετώπισης της ανεργίας. Διακρίνεται πράγματι στο Ν/Σ αυτό, η προώθηση πολιτικών για την «αντιμετώπιση της ανεργίας» μέσω της προώθησης της ημι-απασχόλησης και της εκ περιτροπής απασχόλησης, με την δημιουργία εργαζομένων δυο ταχυτήτων , πολιτικές που υπηρετούν το κυβερνητικό δόγμα για την «αντιμετώπιση της ανεργίας». Τα τελευταία χρόνια είχαμε μια έξαρση της γενικευμένης εφαρμογής ελαστικών και υποβαθμισμένων μορφών απασχόλησης (μερική, προσωρινή απασχόληση, συμβάσεις έργου κλπ), με αποτέλεσμα να μη δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας αλλά να μοιράζονται οι υπάρχουσες. Αυτή την πολιτική έρχεται να υπηρετήσει και το παρόν σχέδιο νόμου. Εμείς επανειλημμένα έχουμε επισημάνει ότι η διεύρυνση της μερικής απασχόλησης και των ελαστικοτήτων δεν θα μειώσει την ανεργία, αλλά θα συμβάλει στο μοίρασμα μίας θέσης εργασίας σε δύο ανέργους και θα αυξήσει την υποαπασχόληση και τη φτώχεια στη χώρα μας επιφυλάσσοντας για τη νέα γενιά ένα μέλλον απασχολήσιμων και ασφαλίσιμων με μισή δουλειά, μισό μισθό, μισή σύνταξη και μισή ζωή. Η πλειονότητα των δράσεων που αναφέρονται στο σχέδιο νόμου δεν είναι εποχιακού αλλά μόνιμου χαρακτήρα και κατά συνέπεια προς τι η μερική και όχι η μόνιμη απασχόληση; Είναι προφανές ότι οι κοινωνικού χαρακτήρα υπηρεσίες που θα παρέχονται δεν είναι εποχιακές και έτσι δεν δικαιολογείται η προτεινόμενη σύμβαση ορισμένου χρόνου (με 24 μήνες μέγιστη διάρκεια) μερικής απασχόλησης που υιοθετείται. Αν αναρωτηθούμε για το λόγο που υιοθετείται η συγκεκριμένη μορφή εργασιακής σχέσης θα βγάλουμε το συμπέρασμα ότι γίνεται για να έχουμε εργαζόμενους με όσο το δυνατόν λιγότερα εργασιακά δικαιώματα. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η σύμβαση αυτή μπορεί να ανανεώνεται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες δηλαδή ο ίδιος εργαζόμενος μετά τη λήξη της πρώτης σύμβασης να προχωρά στην εκ νέου σύναψη της ίδιας σύμβασης εργασίας. Κάτι τέτοιο βέβαια αποτελεί καταστρατήγηση του εργατικού δικαίου σε ότι αφορά τις συμβάσεις αορίστου χρόνου. Το Γενικό Συμβούλιο της ΑΔΕΔΥ ομόφωνα απορρίπτει την εισαγωγή της μερικής απασχόλησης στο Δημόσιο Τομέα, χαρακτηρίζοντας τη μερική απασχόληση ως αντεργατικό θεσμό, που αποτελεί την πιο βάρβαρη επίθεση στις εργασιακές σχέσεις. (3) Η τρίτη βασική μας παρατήρηση αφορά στη ασάφεια της εξεύρεσης των αναγκαίων πόρων. Το μεγάλο ζήτημα, που τίθεται από όλους μας ανεξάρτητα από ποια θέση προσεγγίζουμε τις αρχές αυτού του ν/σχ, είναι πώς θα εξευρεθούν οι αναγκαίοι πόροι ή αν υπάρχουν και ποιοι είναι συγκεκριμένα αυτοί οι πρόσθετοι πόροι πού οδηγούν στις επιλογές αυτού του ν/σχ; Διότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες αναφορές για τους πόρους που θα χρειαστούν για τις προτεινόμενες δράσεις. Το γεγονός αυτό, θα έχει σαν αποτέλεσμα η πραγματοποίησή τους είτε να αφεθεί στις προθέσεις και στη φιλοσοφία του κάθε Δημάρχου είτε λόγω έλλειψης πόρων το κόστος να μετακυλίσει στους ίδιους τους χρήστες. Πρέπει να μας δώσετε συγκεκριμένα στοιχεία για τα σχετικά κοινοτικά προγράμματα και την εμπειρία εφαρμογής τους στα κράτη –μέλη της Ε.Ε. για τις δράσεις της κοινωνικής οικονομίας. Μετά από αυτές τις βασικές παρατηρήσεις το ερώτημα είναι: αντιμετωπίζει το Ν/Σχ. αυτό τις πραγματικές κοινωνικές προκλήσεις και διεθνείς τάσεις για την ανάπτυξη του τρίτου αλληλέγγυου κοινωνικού τομέα της οικονομίας, ή, πιστό στην «παράδοση» συγκεντρωτικής πελατειακής διαχείρισης και την ιστορική υπανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών, την έλλειψη αυτονομίας και τον κρατικοδίαιτο χαρακτήρα της, επιχειρεί απλά την περαιτέρω αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους, απορύθμιση των κοινωνικών πολιτικών και των σχέσεων εργασίας και παράλληλα την συντήρηση των πελατειακών σχέσεων. Στις τελευταίες Βουλευτικές εκλογές το ΠΑΣΟΚ υποσχέθηκε ότι αυτή η τετραετία θα είναι η τετραετία του κοινωνικού κράτους και της αντιμετώπισης της ανεργίας. Οι ασκούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές όμως δείχνουν ότι η τετραετία αντί να είναι η τετραετία του κοινωνικού κράτους είναι η τετραετία κατεδάφισης των ισχνών δομών του στην Ελλάδα, η τετραετία της ιδιωτικοποίησης και αυτών ακόμη των κοινωνικών υπηρεσιών και η τετραετία προώθησης της ημιαπασχόλησης, της εκ περιτροπής απασχόλησης ως αντίμετρα στην αύξηση της ανεργίας. Οι προτεινόμενες στο νομοσχέδιο κοινωνικού χαρακτήρα υπηρεσίες σαφώς και είναι αναγκαίες στη σημερινή πραγματικότητα. Ο τρόπος όμως με τον οποίο τα χειρίζεται η κυβέρνηση το μόνο πράγμα το οποίο εξυπηρετούν είναι η προώθηση της ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών αυτών, η αύξηση της ημιαπασχόλησης και το μοίρασμα μιας θέσης εργασίας σε δύο ή και σε περισσότερους ανέργους. Αναφερόμενοι π.χ. στα προγράμματα για παροχή κοινωνικής φροντίδας στο σπίτι είναι χαρακτηριστικές οι αλλεπάλληλες παλινωδίες της κυβέρνησης η οποία ξεκίνησε τα προγράμματα αυτά το 1998 με την παροχή τους από τους Δήμους, προχώρησε πρόσφατα στην ψήφιση του νόμου για την κοινωνική φροντίδα όπου αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο παροχής τέτοιων υπηρεσιών και από ιδιώτες και έρχεται σήμερα με το παρόν σχέδιο νόμου να νομοθετήσει ότι η αρμοδιότητα μεν θα ανήκει στο Δημόσιο, στους Δήμους και σε ΝΠΔΔ αυτοί όμως θα αναθέτουν την παροχή των υπηρεσιών αυτών σε ιδιωτικές εταιρείες. Η κυβέρνηση λοιπόν συνεχίζοντας την πολιτική της εκχώρησης σε ιδιώτες έργου το οποίο ανήκει αμιγώς στο Δημόσιο όπως π. χ. η θέσπιση του «ιδιώτη γιατρού» μέσα στο Δημόσιο νοσοκομείο ο οποίος πληρώνεται από τον ασθενή, η θεσμοθέτηση της παραλαβής φορολογικών δηλώσεων από τους Λογιστές ή από μεγάλα λογιστικά γραφεία έρχεται σήμερα και επεκτείνει την πολιτική της ιδιωτικοποίησης σε όλους τους τομείς που αναφέρονται στο σχέδιο νόμου και που κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μείνουν μόνον αυτοί. Με δεδομένα τα δυσδιάκριτα όρια των υπηρεσιών που θα παρέχονται από τους ιδιώτες και με δεδομένο ότι κάποιες απ’ αυτές ήδη παρέχονται από το Δημόσιο π.χ. για την ενημέρωση και πληροφόρηση των πολιτών υπάρχουν ήδη τα Κ.Ε.Π. ή για τους μετανάστες υπάρχουν ήδη οι υπηρεσίες της Τ.Α. και της περιφέρειας αύριο θα έχουμε παρεχόμενες υπηρεσίες δύο ταχυτήτων και εργαζόμενους επίσης δύο ταχυτήτων. Παράλληλα το καθεστώς αυτό θα δημιουργήσει νέα προβλήματα στο ασφαλιστικό σύστημα του Δημοσίου. Οι ρυθμίσεις που προτείνονται για τις προσλήψεις του προσωπικού είναι τόσο γενικές και ασαφείς ώστε οι προσλαμβανόμενοι να προσλαμβάνονται χωρίς κανένα κριτήριο, να είναι πολιτικά όμηροι και βέβαια ουδείς αμφιβάλλει ότι το νομοσχέδιο χαρακτηρίζεται απόλυτα πελατειακό αφού έρχεται σε μια προεκλογική περίοδο. Κατ’ άρθρον παρατηρήσεις. Ας δούμε τώρα κάποιες βασικές αδυναμίες αυτού του Νομοσχεδίου, έστω από την σκοπιά κάποιου που αποδέχεται την βασική λογική του: Α. Σημαντικότατο ζήτημα αποτελούν οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια που πρέπει να πληρούν αυτοί οι φορείς μη-κερδοσκοπικού χαρακτήρα, πχ ο χρόνος λειτουργίας τους, στοιχεία που αποδεικνύουν την εμπειρία και την εξειδίκευση τους, τη μορφή οργάνωσης και διοίκησης τους και γενικότερα στοιχεία που θα προέρχονται από ένα αξιόπιστο μητρώο καταγραφής και συστηματική αξιολόγησή τους. Και γιατί όχι και σχετικής πιστοποίησής τους από αρμόδιο κρατικό φορέα. Β. Όσον αφορά τους φορείς αυτούς και το περιεχόμενο των προγραμματικών συμβάσεων: Δεν απαιτείται κατ’ αρχήν από τον φορέα αυτό η γνώση του αντικειμένου, η τεχνογνωσία, η δυνατότητα σχεδιασμού και διαχείρισης, διότι μέσα από αυτό το Ν/Σ αναδεικνύεται μόνο η συμμετοχή ως ένας ενδιάμεσος φορέας εξεύρεσης εργασίας. Μπορείτε να φανταστείτε ποιος θα είναι αυτός ο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα φορέας που θ’ αναλάβει να προσλάβει προσωπικό για τη φύλαξη των σχολείων; Υπάρχει όμως μια αμφιβολία θα είναι μια εταιρία Σεκιούριτι; Γ. ΄Οσον αφορά τους τομείς αναγκών, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζονται με αυτόν τον τρόπο μέσω φορέων που διενεργούν προσλήψεις, με ημιαπασχόληση θέματα που αφορούν τη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, την κοινωνική μέριμνα και φροντίδα και την κοινωνική ενσωμάτωση των μεταναστών Όσον αφορά τα κριτήρια για την πρόσληψη, έχουν μια φιλοσοφία, αλλά δημιουργούνται ερωτήματα όσον αφορά την ΚΥΑ και τις μεταβολές που μπορεί να επιφέρει Τα θέματα χρηματοδότησης παραμένουν όπως προείπα ασαφή.