Ομιλία στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου: Ενημέρωση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας

Τετάρτη, 17 Νοέμβριος 2004 02:00 Διαρκής Επιτροπή
Εκτύπωση
Η στάση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας εξασφάλισε τη συνέχιση του καθεστώτος ατιμωρισίας για τους υπεύθυνους των περιστατικών ρύπανσης. Στιγματίζει την κυβέρνηση που συνεχίζει να αδιαφορεί και να αντιδρά στην κοινοτική νομοθεσία που διέπει την ασφάλεια στη ναυτιλία και την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, ιεραρχώντας ως σημαντικότερη προτεραιότητα την προάσπιση των κατεστημένων συμφερόντων μιας μερίδας εφοπλιστών. Η πρόταση οδηγίας προκαλεί αντιδράσεις στους ελληνικούς εφοπλιστικούς κύκλους γιατί ορίζει ότι πρέπει να επιβάλλονται κυρώσεις όχι μόνο στον κύριο του πλοίου ή τον πλοίαρχο, αλλά και στον κύριο του φορτίου, το νηογνώμονα ή κάθε άλλο ενεχόμενο. Μόνο έτσι, κατά την Επιτροπή και 23 κράτη μέλη που αποδέχονται την οδηγία, μπορεί να βελτιωθεί η ασφάλεια στη ναυτιλία και να ενισχυθεί η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος από τη ρύπανση που προκαλούν πλοία. Σε αντίθεση με τα όσα δηλώνει ο υπουργός, αυτοί που πλήττονται από την προτεινόμενη νομοθεσία δεν είναι τα κατώτερα πληρώματα, αλλά κάποιοι ασύδοτοι πλοιοκτήτες, οι ιδιοκτήτες των μεταφερόμενων επικίνδυνων φορτίων και όσοι νηογνώμονες εκδίδουν εικονικά πιστοποιητικά αξιοπλοΐας. Ενώ σημαντικό μέρος του ελληνικού στόλου εκσυγχρονίζεται με γοργούς ρυθμούς, κάποιοι εξακολουθούν να οραματίζονται τη συνέχιση της παράδοσης των “βρωμιάρηδων” των ωκεανών. Η Οδηγία ήταν ξεκάθαρη, όχι μόνο δεν “ποινικοποιείται το ναυτικό επάγγελμα”, όπως ισχυρίζεται ο Υπουργός, αλλά για πρώτη φορά οι ευθύνες αναζητούνται σε όλους όσους σκοπίμως καταστρέφουν το περιβάλλον. Σύμφωνα με την Οδηγία, η παράνο΅η απόρριψη ρυπογόνων ουσιών, η συ΅΅ετοχή σε αυτήν και η υποκίνησή της θα θεωρούνται πλέον ποινικά αδική΅ατα, εφόσον διαπράττονται εκ προθέσεως ή οφείλονται σε βαριά α΅έλεια (διαφωνεί μήπως μ’ αυτό ο Υπουργός;). Οποιοδήποτε πρόσωπο (δηλαδή όχι ΅όνον ο πλοιοκτήτης, αλλά επίσης ο ιδιοκτήτης του φορτίου, ο νηογνώ΅ονας ή οιοδήποτε άλλο ε΅πλεκό΅ενο πρόσωπο) το οποίο κρίθηκε από δικαστήριο υπεύθυνο, υπόκειται σε κυρώσεις, συ΅περιλα΅βανο΅ένων, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, των ποινικών κυρώσεων. Όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, “Σήμερα, ακό΅α και εάν εντοπισθούν οι απορρίψεις και καταλογιστούν σε κάποιο συγκεκρι΅ένο πλοίο, η εν λόγω παράβαση σπανίως φθάνει ΅έχρι τα δικαστήρια και, ακό΅α και στην περίπτωση αυτή, δεν επαρκούν συχνά τα αποδεικτικά στοιχεία ώστε να καταδικαστούν τα πρόσωπα που έχουν διαπράξει το αδίκη΅α. Ακό΅α και εάν υπάρξει καταδίκη του υπαιτίου, πολλά κράτη εφαρ΅όζουν ελαφρές ΅άλλον ποινές για το συγκεκρι΅ένο είδος αδική΅ατος, οι δε ποινές επιβάλλονται συχνά ΅όνο στον πλοίαρχο του πλοίου και όχι στην πλοιοκτήτρια εταιρία, τις οδηγίες της οποίας έχει πιθανώς ακολουθήσει ο πλοίαρχος.” Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, είναι σαφές ότι το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της πετρελαϊκής ρύπανσης είναι αναποτελεσματικό. Στην επιχειρηματολογία του ο Υπουργός πρόσθεσε και τη δήλωση πως η Ελλάδα εφαρμόζει την αυστηρότερη νομοθεσία για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος διεθνώς. Αγνοεί ή θέλει να αγνοεί βεβαίως πως, ήδη από το 1990, οι ΗΠΑ εφαρμόζουν στην πράξη ένα ιδιαιτέρως αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο (Oil Pollution Act – OPA 90), το οποίο μεταξύ άλλων ορίζει την απεριόριστη αντικειμενική ευθύνη για περιπτώσεις ρύπανσης. Η αμερικανική νομοθεσία ήταν απόρροια του γνωστού ατυχήματος του πετρελαιοφόρου “Exxon Valdez” το 1989, ενός συμβάντος που έφερε τα πάνω κάτω στη ναυτιλιακή βιομηχανία. Και ενώ κ. Υπουργέ ταυτίζεται τα συμφέροντα λίγων ασύδοτων πλοιοκτητών με τα εθνικά συμφέροντα, δεν λαμβάνεται υπόψη σας το μέγεθος της οικονομικής βλάβης και των αντίστοιχων κοινωνικών επιπτώσεων σε πιθανή περίπτωση σημαντικής πετρελαϊκής ρύπανσης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Greenpeace, ένα ατύχημα τύπου Prestige στο Αιγαίο (77.000 τόνοι πετρελαίου) θα είχε ως αποτέλεσμα να ρυπανθεί μία θαλάσσια έκταση 4.600 τετραγωνικών χιλιομέτρων και εν δυνάμει να απειληθούν ακτές σε μήκος 215 χιλιομέτρων. Οι αντίστοιχες επιπτώσεις στον τουρισμό και την εθνική οικονομία θα ήταν τεράστιες (ο τουρισμός αντιπροσωπεύει το 7% του ΑΕΠ [60% για περιοχές όπως η Κρήτη και η Ρόδος], δηλαδή περίπου 11,5 δις ευρώ ετησίως. Αντιπροσωπεύει επίσης το 10% περίπου της απασχόλησης). Ο ΣΥΝ έχει τονίσει πολλές φορές την ανεπάρκεια του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου για την αντιμετώπιση της πετρελαϊκής ρύπανσης. Προτάσεις για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος από την πετρελαϊκή ρύπανση, την απόσυρση των πετρελαιοφόρων μονού τοιχώματος, την εισαγωγή της απεριόριστης αντικειμενικής ευθύνης, την απαγόρευση διέλευσης επικίνδυνων φορτίων από οικολογικά ευαίσθητες περιοχές πάντα συναντούσαν τη σταθερή αντίδραση της πλειοψηφίας των εφοπλιστών και των εκάστοτε Υπουργών Εμπορικής Ναυτιλίας οι οποίοι επέμεναν ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο είναι ικανοποιητικό και ότι ”η τυχόν πρόωρη υιοθέτηση μέτρων..., θα έχει δυσμενείς κοινωνικές, οικονομικές αλλά και περιβαλλοντικές επιπτώσεις στα επί μέρους κράτη μέλη, αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της” (Υπουργός Ε.Ν., 28-3-2000). Δυστυχώς η πραγματικότητα τους διαψεύδει επανειλημμένως, πάντα σε βάρος του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Σήμερα, η ελληνική κυβέρνηση ταυτίζεται με σημαίες ευκαιρίας, όπως αυτές της Μάλτας και της Κύπρου. Φαίνεται να αγνοεί πως το ατύχημα του Prestige ήταν μία από τις κύριες αιτίες της κοινωνικής κρίσης και της ανεργίας που έκτοτε μαστίζει τη βορειοδυτική Ισπανία και μία από τις αιτίες της ήττας της προηγούμενης κυβέρνησης στις πρόσφατες εκλογές. Το βέτο υπέρ των εφοπλιστικών συμφερόντων και εις βάρος του περιβάλλοντος από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας εκθέτει τη χώρα καθώς λειτουργεί υπέρ των εφοπλιστικών συμφερόντων, αγνοεί παντελώς τη ζωτικής σημασίας προτεραιότητα για προστασία του θαλάσσιου και παράκτιου περιβάλλοντος και υπονομεύει την εικόνα της ελληνικής ναυτιλίας. Μόλις πρόσφατα, στις 7 Ιουλίου 2004 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κίνησε προδικαστική διαδικασία κατά της Ελλάδας για μη εφαρμογή μιας άλλης οδηγίας σχετικά με την ασφάλεια στη ναυτιλία και την πρόληψη της ρύπανσης από τα πλοία. Προθεσμία συμμόρφωσης προς αυτή την οδηγία ήταν η 13η Νοεμβρίου 2003. Οι ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης βρίσκονται όχι μόνο σε αντίθεση με τους λοιπούς κοινοτικούς εταίρους, την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά και με το κοινό αίσθημα στην Ελλάδα, όπου η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία στο ζήτημα της θαλάσσιας ρύπανσης, η οποία πλήττει όχι μόνο τη δημόσια υγεία αλλά και την αλιεία και τον τουρισμό.