Home Διαρκής Επιτροπή Ομιλία στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου επί του Ν/Σ «Προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, κατάρτιση δασολογίου, ρύθμιση εμπράγμάτων δικαιωμάτων επί δασών εν γένει εκτάσεων και άλλες διατάξεις» του Υπουργείου Γεωργίας

Ομιλία στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου επί του Ν/Σ «Προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, κατάρτιση δασολογίου, ρύθμιση εμπράγμάτων δικαιωμάτων επί δασών εν γένει εκτάσεων και άλλες διατάξεις» του Υπουργείου Γεωργίας

E-mail Εκτύπωση PDF
Το ν/σ με τον τίτλο «Προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, κατάρτιση δασολογίου, ρύθμιση εμπράγμάτων δικαιωμάτων επί δασών εν γένει εκτάσεων και άλλες διατάξεις» είναι το τέταρτο κατά σειρά που επιχειρείται να προωθηθεί από το 1992. Όπως και τα προηγούμενα εντάσσεται κι’ αυτό σε μια λογική που δεν είναι σύμφωνη πρώτα και κύρια με τις αρχές της βιωσιμότητας Όσοι ασκούν τη δημόσια πολιτική θεωρούν ότι η οικονομία και η αγορά μπορούν ν’ αναχθούν σε κύρια ρυθμιστική δύναμη της κοινωνίας. Παραβλέπουν όμως τη βασική αρχή ότι το δάσος είναι εθνική κοινοκτησία και υποχρέωση της κοινωνίας ολόκληρης είναι τα διαφυλάξει και να το παραδώσει ακέραιο στις επόμενες γενιές, ακριβώς όπως τουλάχιστον το παρέλαβε. Πρώτιστο καθήκον λοιπόν αποτελεί η βιώσιμη διαχείρισή του στα πλαίσια της αειφορίας, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα. Κι αυτό που απαιτείται δεν είναι οι ερμηνείες του συνταγματικού ορισμού με τις οποιεσδήποτε σκοπιμότητες, αλλά απλά η αυστηρή εφαρμογή της υπάρχουσας νομοθεσίας. Όπως επισημάνθηκε στη διάσκεψη των δικαστών στο Γιοχάνεσμπουργκ και ισχύει ιδιαίτερα στη χώρα μας, υπάρχει έλλειμμα γνώσης γύρω από το δίκαιο του περιβάλλοντος. Το συζητούμενο Ν/Σ είναι αντισυνταγματικό, βαθύτατα αντιοικολογικό και επιστημονικά έωλο. Αντισυνταγματικό, γιατί τροποποιεί την από το Σύνταγμα προσδιοριζόμενη έννοια του δάσους ως οικοσυστήματος, οργανικής δηλαδή ενότητας με τη συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, που με την αλληλεπίδρασή τους αποτελούν το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον, η προστασία του οποίου ανάγεται στην υποχρέωση του κράτους. Επιπλέον, με τον αποχαρακτηρισμό που επιδιώκει με τις διατάξεις του, αντιστρατεύεται τη συνταγματική απαγόρευση της μεταβολής του προορισμού των δασών και δασικών εκτάσεων. Βαθύτατα αντιοικολογικό, γιατί περιορίζει το ρόλο της δασοβιοκοινότητας στην παραγωγή δασικών προϊόντων και δεν αναγνωρίζει τη συμβολή της στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας. Συμβολή που με έμφαση διατύπωνε ο προηγούμενος νόμος!! Το Σύνταγμα προστατεύει το σύνολο του φυσικού περιβάλλοντος στο πλαίσιο της αειφορίας και θεσπίζει την υποχρέωση του κράτους για την κατάρτιση δασολογίου και την ανάγκη χωροταξικού σχεδιασμού. Το Ν/Σ αντίθετα παραβιάζει τις συνταγματικές επιταγές και προωθεί την υποβάθμιση των δασικών οικοσυστημάτων και του φυσικού περιβάλλοντος πριν την σύνταξη του Δασολογίου. Παραιτείται από την προστασία της δημόσιας περιουσίας και ανοίγει παράθυρα για τον αποχαρακτηρισμό 40 εκατ. Στρ. δασών και δασικών, φρυγανωδών και χορτολιβαδικών (κατ’ εξοχήν παραλιακών και περιαστικών) και τις παραδίδει βορά στο χρηματιστήριο γης, αφού δεν έχει προχωρήσει στον χωροταξικό σχεδιασμό, στον καθορισμό χρήσεων γης, στην κατάρτιση του Κτηματολογίου. Διότι μόνο μέσα από έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικο-οικονομικές ανάγκες, όπως και με δίκαιο τρόπο οι όποιες ειδικές περιπτώσεις διεκδικούμενων εκτάσεων. Επιστημονικά έωλο, γιατί στο Ν/Σ διατυπώνονται και χρησιμοποιούνται ορισμοί και έννοιες που δεν ανταποκρίνονται στα οριζόμενα από τη δασική οικολογία και την δασολογική επιστήμη γενικότερα. Παραβλέπει σκόπιμα ότι δασογενές περιβάλλον μπορεί να δημιουργείται και χωρίς να παράγονται δασικά προϊόντα. Οι συντάκτες του Ν/Σ «ξέχασαν» την πολυλειτουργικότητα των δασών, όταν ιδιαίτερα για τη χώρα μας, με τις ξηροθερμικές• συνθήκες που επικρατούν, ο προστατευτικός και αισθητικός τους χαρακτήρας έχει μεγάλη σημασία. Ενδεικτικά ανέφερουμε ότι στο προσχέδιο σχετικού κανονισμού της Ε.Ε. προβλέπεται ως ελάχιστη δασοκάλυψη το 10% και όχι το 25% που υιοθετεί εκ του πονηρού το Ν/Σ, καταργώντας ακόμη και το 15% του προηγούμενου νόμου!! Το νομοσχέδιο σε σχέση με το Σύνταγμα. Ποιες αλλαγές επήλθαν με την αναθεώρηση του Συντάγματος (ʼρθρο 24 παρ. 1 νέο) Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος ανάγεται σε υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα του καθενός. (ʼρθρο 24 παρ. 1) Το κράτος λαμβάνει προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα για τη διαφύλαξη του περιβάλλοντος, στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Τίθεται γενικώς προστατευτικός κανόνας για την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων, ως στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος, ανεξαρτήτως ιδιοκτησίας, ο οποίος ως εξαιρετικό μέτρο κάμπτεται μόνον όταν προέχει για την εθνική οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη χρήση που επιβάλλεται από το δημόσιο συμφέρον. Θεσπίζεται η υποχρέωση του κράτους για την κατάρτιση δασολογίου. Με την ερμηνευτική δήλωση δίδεται η έννοια του δάσους και με βάση και αυτές τις αλλαγές στο Σύνταγμα, εμείς διατυπώνουμε την άποψη ότι το νομοσχέδιο έχει σοβαρά στοιχεία αντισυνταγματικότητας. ʼλλωστε είναι γνωστό ότι η ΚΕΝΕ, καθώς και το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής, έχουν εντοπίσει συνταγματικά προβλήματα σε όλα τα προηγούμενα σχέδια η εκτελεστική εξουσία επέμεινε στην προώθηση του ν/σ στο πνεύμα των προηγούμενων σχεδίων. Η σημερινή εκδοχή του ν/σ περιλαμβάνει μια επιπλέον καινοτομία, την περαιτέρω ερμηνεία του ορισμού των δασών και δασικών εκτάσεων. Δηλαδή παρ’ όλες αυτές τις νέες ρυθμίσεις στο Σύνταγμα το Ν/Σ στην ουσία επιχειρεί ένα νέο ορισμό του δάσους και της δασικής έκτασης που αλλοιώνει το σαφή ορισμό που δίδει το άρθρο 24 του Συντάγματος καθιερώνοντας περιοριστικές προϋποθέσεις που δεν προβλέπονται από αυτό. Το Σύνταγμα θέτει σαν μόνη προϋπόθεση της έννοιας του δάσους και δασικής έκτασης την ύπαρξη δασοβιοκοινότητας και δασογενούς περιβάλλοντος που δημιουργείται από τη συνύπαρξη άγριας ξυλώδους βλάστησης, υψηλής ή θαμνώδους (πυκνής ή αραιάς) μαζί με την συνυπάρχουσα στην ίδια αναγκαία επιφάνεια εδάφους χλωρίδα και πανίδα. Η ερμηνευτική δήλωση που περιελήφθη στο άρθρο 24 του Συντάγματος ως προς την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είχε σκοπό να εμποδίσει την υιοθέτηση άλλου ορισμού με διαφορετικά ή πρόσθετα κριτήρια. ʼλλωστε, οι μέχρι τώρα ορισμοί στη δασική νομοθεσία κάλυπταν δύο απαιτήσεις: Την προστασία των δασικών εδαφών σε όλες τις μορφές τους, αλλά και του φυσικού περιβάλλοντος. Την προστασία μιας αχανούς, δημόσιας κατά τεκμήριο – μαχητό βέβαια- περιουσίας που έχει την καταγωγή της στα «εθνικά κτήματα», και περιήλθε στο ελληνικό κράτος μετά την απελευθέρωση. Να αναφέρουμε στο σημείο αυτό ότι από τα 120,8 εκατομ. στρέμματα της επιφάνειας της χώρας, τα 81,5 εκατομ. στρ. προστατεύονται ως δασικά! Και να επισημάνουμε λοιπόν εδώ ότι με τις ερμηνευτικές ρυθμίσεις του ν/σ την εξειδίκευση και την κατηγοριοποίηση των δασών και δασικών εκτάσεων θα επέλθει ο αποχαρακτηρισμός του 50% των προστατευομένων, δηλαδή των 40 εκτατομ. στρεμμάτων ! Η δασική νομοθεσία δεν χρειάζεται καμία εναρμόνιση με το Σύνταγμα, αφού η απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου ουσιαστικά είναι η κωδικοποιημένη μορφή του ισχύοντος ορισμού των δασών, με την προσαρμογή του ορισμού στα νέα δεδομένα της επιστήμης, δηλαδή την αντιμετώπιση του δάσους ως οικοσυστήματος και όχι ως ενός αθροίσματος δέντρων που παράγουν ξυλεία. Η κυβέρνηση, με το νομοσχέδιο που έφερε στη δημοσιότητα, όχι μόνο δεν εναρμονίζεται με το Σύνταγμα αλλά: Αφαίρεσε από τον υπάρχοντα ορισμό την αναφορά ότι δάσος χαρακτηρίζεται και ότι δύναται να συμβάλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος», ενώ κράτησε μόνο την αναφορά στην παραγωγή δασικών προϊόντων δηλαδή την ξυλοπαραγωγή. ʼλλαξε την έκταση που χαρακτηρίζεται ως ελάχιστη και στην οποία δημιουργείται το δασογενές περιβάλλον, από 300 τ.μ. περίπου που ισχύει σήμερα σε 3 στρέμματα (3.000 τ.μ.), με αποτέλεσμα να αποδεσμεύονται από την δασική νομοθεσία, ίως μερικά εκατομμύρια στρέμματα δασών. Διότι ο ορισμός αυτ’ος στερεί από τη Συνταγματική προστασία δάση μικρότερα των 0,3 εκταρίων (με ενδεχόμενη μεγάλη αισθητική ή γεωμορφολογική αξία) όταν δεν γειτνιάζουν με μεγαλύτερες δασικές εκτάσεις – πράγμα ανεπίτρεπτο. Καθόριζε το ποσοστό κάλυψης με φυτά μιας έκτασης, για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως δασική, από το 15% που ισχύει σήμερα σε 25%, με αποτέλεσμα να αποδεσμεύονται από την δασική νομοθεσία, αρκετά εκατομμύρια στρέμματα δασών και 5-7 εκατομμύρια στρέμματα δασικών εκτάσεων. Επιχειρεί συστηματικά στα διάφορα άρθρα το νομοσχεδίου να αποδεσμεύσει τα φρύγανα και τις χορτολιβαδικές εκτάσεις από την δασική νομοθεσία, εκτάσεις πολλών εκατομμυρίων στρεμμάτων και μάλιστα στις παραλιακές και περιαστικές υψηλού κόστους εκτάσεις. Ειδικότερα ο ορισμός του δάσους και της δασικής έκτασης όπως εξειδικεύεται στο νομοσχέδιο προϋποθέτει επιπλέον αντισυνταγματικά για εμάς στοιχεία. Α. γεωμετρική μορφή κατά το δυνατόν αποστρογγυλωμένη ή σε λωρίδα πλάτους τουλάχιστον 30 μέτρων. Η απαιτούμενη γεωμετρική μορφή των δασικών εκτάσεων και δασών αποτελεί όρο τον οποίο πλείστα δασογενή περιβάλλοντα δεν θα πληρούν και επιπλέον αποτελεί κίνητρο προς επίδοξους καταπατητές να τους αλλοιώσουν. Β. Συγκόμωση 0,30 για το δάσος (με συγκόμωση του ανορόφου άνω του 0,15 ή άνω του 0,25 σε περίπτωση έλλειψης υπορόφου) και 0,25 τουλάχιστον για τις δασικές εκτάσεις. Η ελάχιστη συγκόμωση που απαιτείται πέραν του ότι είναι όρος όπως και οι λοιποί που δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα, έρχεται σε αντίθεση με την κοινή θέση (ΕΚ) 46/2003 για την έκδοση του Κανονισμού για την παρακολούθηση των δασών και των περιβαλλοντικών αλληλεπιδράσεων στην Κοινότητα. Εκεί προσδιορίζεται ως δάσος έκταση με κάλυψη κόμης δένδρων ή φυτοκάλυψης άνω του 10% ενώ τη δασική έκταση με αντίστοιχη κάλυψη 5 – 10% περιλαμβανομένων και των ξυλωδών ή μη θάμνων. ΙΣΤΟΡΙΚΟ Βέβαια, η προσπάθεια καταστρατήγησης του νόμου για την προστασία των δασών χρονολογείται τουλάχιστον από το 1979 με τη θέσπιση του ν. 998, οπότε ξεκίνησαν οι διαδικασίες τροποποίησής του, προτού καν αρχίσει να υλοποιείται. Η πρώτη οργανωμένη προσπαθεί έγινε με το ν.1734/87 «περί βοσκοτόπων». Το ΣτΕ απέτρεψε αυτή την απόπειρα αλλά παρά ταύτα προκλήθηκαν αρκετά ρήγματα στη δασική νομοθεσία. Ακολούθησαν περί τις 40 νομοθετικές τροποποιήσεις του ν.998/79, όλες όμως προσέκρουσαν στο Σύνταγμα του 1975 και τη δυνατότητα του ΣτΕ να ελέγχει τη νομιμότητά τους. Εν τέλει, από τη μακρόχρονη πορεία των αλλεπάλληλων διεκδικήσεων και των πολλών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί έχει κριθεί οριστικά ότι: Σε καμία περίπτωση το νομοσχέδιο δεν μπορεί να οδηγήσει σε αποχαρακτηρισμό δασών ή δασικών εκτάσεων είτε πρόκειται για δημόσιες είτε για ιδιωτικές εκτάσεις. Η ανοικοδόμηση, η οικιστική ανάπτυξη, δεν αποτελεί λόγο δημόσιου συμφέροντος ο οποίος δικαιολογεί τη μεταβολή του δασικού χαρακτήρα, είτε αυτή ευνοεί δέκα πολίτες είτε δεκάδες χιλιάδες! Δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί η ανοικοδόμηση σε βάση ή δασικές εκτάσεις αφού δεν είναι εφικτή η μετατροπή τους σε οικιστικές ζώνες. Είναι αδιάφορο το ιδιοκτησιακό καθεστώς με τη χρήση του δάσους ή της δασικής έκτασης, οι περιορισμοί δηλαδή που προβλέπονται από το Σύνταγμα και τη νομολογία ισχύουν είτε τα δάση είναι δημόσια είτε ανήκουν σε ιδιώτες. Η έννοια του δημόσιου συμφέροντος έχει βρει εφαρμογή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως η εκτέλεση μεγάλων έργων (π.χ ΔΕΗ εφόσον δεν υπάρχει εναλλακτική λύση για τη δημιουργία του έργου εκτός δασικής περιοχής), η αντιμετώπιση των προβλημάτων από φυσικές καταστροφές σ΄ένα οικισμό (π.χ. κατολίσθηση), η διάνοιξη δρόμων, όταν επίσης δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΧΟΡΤΟΛΙΒΑΔΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ Διαφεύγουν επίσης από τη δασική προστασία οι πεδινές χορτολιβαδικές, βραχώδεις και φρυγανώδεις εκτάσεις που δεν περικλείονται από δάση και δασικές εκτάσεις (υπολογίζονται) σε 19,4 εκατ. στρ.). Δέσμευση που δεν είχε ο προηγούμενος νόμος. Γίνεται έτσι πολύς λόγος και δεν είναι τυχαίο, για τις «φρυγανώδεις εκτάσεις», οι οποίες έστω και υποβαθμισμένες ανήκουν στα δασικά οικοσυστήματα, υπολογίζονται στα 4,8 εκατ. στρ. και κυριαρχούν στα νησιά του Αιγαίου, την Αττική, την Ν.Α. Πελοπόννησο και στην Κρήτη. Οι εκτάσεις αυτές όπως και οι χορτολιβαδικές ενώ είναι αναμφισβήτητα δασικές εκτάσεις με το σχέδιο νόμου μένουν έξω από τη δασική προστασία. Ταυτόχρονα γίνονται νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων, ενώ δίνονται πάλι παλιές παραχωρημένες εκτάσεις που θα έπρεπε να επιστραφούν στο Δημόσιο. Η πλειοψηφία των δασικών εκτάσεων που θα απομείνουν, όπως και οι χορτολιβαδικές, μετά τον κατακερματισμό τους, θα μπορούν να διατίθεται για τις λεγόμενες «επιτρεπτές επεμβάσεις». Οι επιτρεπτές επεμβάσεις αφορούν κυρίως δραστηριότητες με οικονομικό ενδιαφέρον. Με τροποποίηση του Ν. 998/79 (άρθρο 41) μπορεί να αίρεται η απόφαση αναδάσωσης σε καμένες ή παράνομα εκχερσωμένες δασικές εκτάσεις «όταν επέρχεται η δημιουργία αναβλάστησης». Πότε όμως επέρχεται αυτή η αναβλάστηση που αποτελεί νέο λεκτικό ιδεολόγημα: Σε 2, σε 3, σε 40 χρόνια, ή όταν η βλάστηση αποκατασταθεί στη μορφή που είχε πριν καεί: Επέρχεται με όλες αυτές τις ρυθμίσεις μια ευρύτατη αλλαγή χρήσης αυτών των εκτάσεων, χωρίς βέβαια να έχει μελετηθεί από κανένα η επίπτωση στο περιβαλλοντικό ισοζύγιο της χώρας, είναι μια βάναυση έως εγκληματική ενέργεια σε βάρος του φυσικού περιβάλλοντος, όταν μάλιστα πολλές από τις εκτάσεις αυτές είναι πλούσιες σε βιοποικιλότητα και αναντικατάστατοι υδάτινοι ταμιευτήρες. ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΠΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΔΑΣΙΚΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ. ʼρθρο 21 παρ. 10 του νομοσχεδίου. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή το Δημόσιο δε δικαιούται να προβάλλει εμπράγματα δικαιώματα επί των εκτάσεων, που με τις διατάξεις του νόμου 248/1979 κρίθηκε ότι δεν ανήκουν στην κυριότητά του. Η τροποποίηση αυτή πρέπει να διαγραφεί, διότι είναι ανεπίτρεπτο να στερηθεί το Δημόσιο της περιουσίας του κατά αυτό το γενικό και αόριστο τρόπο και εξάλλου αυτά τα θέματα κυριότητος επί των δασών και των δασικών εκτάσεων θα ρυθμιστούν από το προβλεπόμενο από το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος δασολόγιο, η σύνταξη του οποίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. Επίσης να μη γίνει δεκτή τη τροποποίηση περί αποκλεισμού της επανεξέτασης του χαρακτήρα των αναφερομένων σε αυτήν εκτάσεων από τον οικείο δασάρχη ή από τις κατά το άρθρο 10 παρ. 3 του ν.998/1979 επιτροπές επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων ή άλλο αρμόδιο όργανο προβλεπόμενο από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Διότι σημασία έχει η προστασία των δασικών εκτάσεων, την οποία προβλέπει το Σύνταγμα. Σε περίπτωση λοιπόν οι εκτάσεις αυτές είναι δασικές καλό είναι να πιστοποιείται ο χαρακτήρας τους αυτός αρμόδιος και όχι να αποκλείεται η πιστοποίηση αυτή. ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΔΑΣΩΝ. ʼρθρο 13. παρ. 6 του νομοσχεδίου, σύμφωνα με το οποίο οι διακάτοχοι δημοσίων δασικών εκτάσεων μπορούν να ζητήσουν τη μεταβίβαση σε αυτούς από το Δημόσιο των διακατεχομένων δασών και δασικών εκτάσεων αντί τιμήματος που ορίζεται στο ήμισυ της συνολικής αξίας του διακατεχόμενου δασοκτήματος. Η διάταξη καθιερώνει τη μεταβίβαση δημοσίων δασικών εκτάσεων στους ιδιώτες. Με τον τρόπο αυτό διασπάται το ενιαίο του προγράμματος διαχείρισης των δημοσίων δασών. Πέραν αυτού υπάρχει ο κίνδυνος οι ιδιώτες να μην ασχοληθούν με τη δασοπονική εκμετάλλευση των σε αυτούς μεταβιβασθέντων δασών, αλλά να επιδιώξουν την κατασκευή βιλών εντός αυτών κατά τα ειωθότα. Τελικά το Κράτος όσο ποτέ άλλοτε αρνείται το ρόλο του να υπερασπισθεί το δημόσιο συμφέρον και να διασφαλίσει το φυσικό περιβάλλον. Παραιτείται από την προστασία της δημόσιας περιουσίας και ανοίγει παράθυρα για τον αποχαρακτηρισμό 40 εκατ. στρ. δασών, δασικών εκτάσεων, φρυγανωδών, χορτολιβαδικών (κατεξοχήν παραλιακών και περιαστικών) και τις παραδίδει βορά στο χρηματιστήριο γης, αφού δεν έχει προχωρήσει στο χωροταξικό σχεδιασμό, στον καθορισμό των χρήσεων γης, στην κατάρτιση του Δασολογίου και Κτηματολογίου. Διότι μέσα από ένα ολοκληρωμένο σχεδιασμό και καταγραφή της Δημόσιας περιουσίας θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικοοικονομικές ανάγκες, οι ανάγκες κατοικίας, όπως και με δίκαιο τρόπο οι όποιες ειδικές περιπτώσεις διεκδικούμενων εκτάσεων. Στη χώρα μας όμως, σε αντίθεση με τη διεθνώς αναγνωρισμένη πολιτική της οργανωμένης δόμησης η οικιστική ανάπτυξη (στην Ελλάδα), ιδιαιτέρως στην παράκτια ζώνη και δίπλα στις μεγάλες πόλεις, γίνεται μέσω της εκτός κάθε σχεδιασμού, ανέγερσης κατά παρέκκλιση κατοικιών, χωρίς προβλέψεις για τις απαραίτητες υποδομές κοινής ωφέλειας και χώρους πρασίνου. Σύντομα η περιοχή που συγκεντρώνει πολλές τέτοιες κατοικίες, εντάσσεται όπως – όπως στο σχέδιο πόλης, έχοντας απαξιώσει ένα ακόμα κομμάτι ελληνικού τοπίου, αφήνοντας στη θέση του μια μίζερη μη λειτουργική και άσχημη πόλη της οποίας οι κάτοικοι θέλουν να εγκαταλείψουν για καινούργιες εξοχές. Το νομοσχέδιο αντί να περιορίζει αυτή την κατάσταση της δίνει μια μεγάλη ώθηση. Η ελληνική ύπαιθρος παραδίδεται στην εκτός κάθε ελέγχου ιδιωτική πρωτοβουλία για την οικοδόμηση κάθε επιφάνειας που έχει την «ατυχία» να μη φέρει το όποιο ποσοστό κάλυψης από ξυλώδη βλάστηση. Από τις ρυθμίσεις αυτές θα επωφεληθούν μικροϊδιοκτησίες αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις , όπως η αγγλική Loyaward, που ενδεχομένως αντιμετωπίζει σχετικά προβλήματα στην Ανατολική Κρήτη και κάποιοι οικοδομικοί συνεταιρισμοί οι οποίοι, πολλές φορές μέσω τεχνασμάτων εμφανίζοντας ως κύριοι σημαντικών εκτάσεων που έως τώρα δεν μπορούσαν να τις χτίσουν. Το Υπ. Γεωργίας βγάζοντας τα κάστανα από τη φωτιά για λογαριασμό του ΥΠΕΧΩΔΕ (σε ό,τι αφορά το χωροταξικό και πολεοδομικό προγραμματισμό) του Υπ. Οικονομικών (σε ότι αφορά στη δημόσια περιουσία), επιβεβαιώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι όπως οι ελληνικές κυβερνήσεις έτσι και η παρούσα δεν θέλει να εφαρμοσθεί κανενός είδους χωροταξικός και πολεοδομικός προγραμματισμός και ότι δεν επιθυμούν να συγκρουσθούν με τα μικρά και μεγάλα συμφέροντα που προκλητικά νέμονται τη δημόσια περιουσία. Υπάρχουν βέβαια ειδικές περιπτώσεις που ταλαιπωρούν τους πολίτες για τις οποίες και εμείς θέλουμε να δοθεί λύση, αλλά μια δίκαιη κοινωνικά λύση, ενταγμένη σε ένα υπεύθυνο σχεδιασμό του κράτους και όχι γενικές ρυθμίσεις πού θίγουν ανεπανόρθωτα το φυσικό περιβάλλον και τη δημόσια περιουσία. Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου ακολουθούν την πάγια τακτική της Κυβέρνησης, μια πολιτική χωροταξίας και πολεοδομικού σχεδιασμού που σε συνδυασμό με την πολιτική εκχώρησης δημόσιας περιουσίας σε κερδοσκοπικούς οργανισμούς, δημιουργεί έντονες ανησυχίες για τις μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον και το βαρύτατο πλήγμα στο δημόσιο συμφέρον. Συνάδελφοι, το νομοσχέδιο πρέπει να αποσυρθεί γιατί το δάσος από αναπόσπαστο στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος και της βιολογικής ισορροπίας γίνεται εργαλείο και μέσο μιας πολιτικής αταξίας σε βάρος του φυσικού περιβάλλοντος που υποθηκεύει το μέλλον των παιδιών μας, στερεί το δικαίωμα όλων μας να ζούμε σ’ ένα υγιεινό περιβάλλον.