Ελλιπή έως ανύπαρκτα τα μέτρα για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών και την επιβράδυνση του φαινομένου του θερμοκηπίου

Δευτέρα, 04 Ιούνιος 2007 02:00 Επερωτήσεις
Εκτύπωση
Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Ανάπτυξης Οι διεθνείς εξελίξεις ανέδειξαν την προστασία του περιβάλλοντος σε μείζον πρόβλημα και η εντεινόμενη οικολογική κρίση δεν αποτελεί πλέον την εμμονή κάποιων οικολόγων ακτιβιστών. Τα πρόσφατα ευρήματα της 4ης έκθεσης αξιολόγησης της Διακυβερνητικής Επιτροπής του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή (IPCC) καταδεικνύουν με βεβαιότητα ότι η ανθρωπογενής δραστηριότητα είναι κατά 90% υπεύθυνη για το φαινόμενο του θερμοκηπίου και συμπεραίνουν ότι οι κυβερνήσεις μπορούν και πρέπει να κάνουν πολύ περισσότερα πράγματα για να το επιβραδύνουν. Οι κλιματικές αλλαγές είναι, σήμερα, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που καλείται να αντιμετωπίσει η ανθρωπότητα, αφού απειλούν άμεσα ή έμμεσα όλες τις πτυχές της ζωής: σε περιβαλλοντικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Την τελευταία δεκαπενταετία γινόμαστε μάρτυρες και στη χώρα μας σημαντικών οικονομικών καταστροφών από ακραία καιρικά φαινόμενα που επαναλαμβάνονται με όλο και πιο μεγάλη συχνότητα σε σχέση με το παρελθόν: λίγες αλλά καταρρακτώδεις βροχές, πλημμύρες, παρατεταμένη ξηρασία κι ανομβρία, εμφάνιση ακραίων υψηλών και χαμηλών θερμοκρασιών, μεγαλύτερη επίδραση του κλίματος της ερήμου στην δική μας κλιματική ζώνη. Η αντιμετώπισή τους έχει επείγοντα χαρακτήρα, όπως προειδοποιεί η επιστημονική κοινότητα, αφού τυχόν καθυστερημένη δράση μπορεί να οδηγήσει σε μη αναστρέψιμες επιπτώσεις. Η χώρα μας δεσμεύτηκε, με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Κυότο, να μην αυξήσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου πέραν του 25% έως το 2010 (σε σχέση με το έτος βάσης 1990) και ότι το 20,1% της ηλεκτρικής ενέργειας θα προέρχεται από ΑΠΕ έως το 2010. Όμως, σύμφωνα με το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, αν συνεχιστεί ο σημερινός ρυθμός αύξησης των εκπομπών, η Ελλάδα δεν πρόκειται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της απέναντι στο Πρωτόκολλο του Κυότο. Υπό τις παρούσες συνθήκες, χωρίς να υιοθετηθούν άλλες πολιτικές (κύρια στην παραγωγή ενέργειας, στις μεταφορές και στα κτίρια), και αν διατηρηθούν οι ίδιες καταναλωτικές συνήθειες, η συνολική αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου θα ανέλθει σε +34,7% το 2010. Η εκτίμηση αυτή δεν φαίνεται να πτοεί την ελληνική κυβέρνηση, η οποία συνεχίζει να αγνοεί επιδεικτικά, με σημαντικό περιβαλλοντικό και οικονομικό κόστος, τις υποχρεώσεις της απέναντι στους πολίτες, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Παγκόσμια Κοινότητα. Ο ενεργειακός τομέας στη χώρα μας είναι η κύρια πηγή εκπομπών. Το 2004, το 55.3% του συνόλου των εκπομπών προήλθε από τις μονάδες παραγωγής ενέργειας, ενώ η συνεισφορά των μεταφορών, των κατασκευαστικών βιομηχανιών, καθώς και των λοιπών τομέων (οικιακός τομέας, γεωργία και τομέας υπηρεσιών) ανέρχεται σε 20.6%, 9.1% και 13.4% αντίστοιχα. Η Κυβέρνηση συνεχίζει να εξαγγέλλει νέες επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα, ιδιαίτερα σε λιγνίτη, με ευνοϊκούς όρους και ισχυρά κίνητρα σε αντιδιαστολή μάλιστα με τις επενδύσεις άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Γερμανία, που στηρίζονται σε προωθημένες αντιρρυπαντικές τεχνολογίες. Πρέπει να σημειωθεί ότι στη χώρα μας υπάρχει εξαίρεση του λιγνίτη, που αποτελεί το πλέον ρυπογόνο καύσιμο παγκοσμίως, από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης. Αντίθετα, το ποσοστό συμμετοχής των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην ηλεκτροπαραγωγή της χώρας παραμένει παγωμένο γύρω στο 9% (μαζί με τα μεγάλα υδροηλεκτρικά), όταν η ευρωπαϊκή Οδηγία 2001/77/ΕΚ θέτει ως στόχο το 20,1% μέχρι το 2010. Η προώθηση των ΑΠΕ είναι αργή, αφού δεν υιοθετήθηκε ακόμη το Ειδικό χωροταξικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ και ούτε ολοκληρώθηκε ο περιβόητος Εθνικός χωροταξικός σχεδιασμός, που θα έπρεπε να προηγείται. Η διείσδυση των ΑΠΕ στον οικιακό τομέα (ηλιακοί θερμοσίφωνες, φωτοβολταϊκά στις στέγες κ.α.) είναι μηδαμινή ελλείψει κινήτρων. Σημειώνεται ότι οι ΑΠΕ στην Ελλάδα χρεώνονται με ΦΠΑ 19%, όταν στην Ιταλία και στη Γαλλία έχουν 9% και στη Μεγάλη Βρετανία 5%. Τα παραπάνω τεκμηριώνουν την έλλειψη ενός συστηματικού μακροχρόνιου προγράμματος προοδευτικής απεξάρτησης από ορυκτά καύσιμα, που από την πλευρά της η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι διαθέτει . Μέτρα για τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, κύρια στην βιομηχανία, καθώς και μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας στον οικιστικό τομέα δεν έχουν ληφθεί. Δεν εφαρμόστηκε η Οδηγία 93/76/ΕΟΚ καθώς και η νέα Οδηγία 2002/91/ΕΚ για την ενεργειακή αποδοτικότητα των κτιρίων που δεν έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, αλλά αντίθετα το θέμα ανέλαβε το ΥΠΑΝ, αντί του ΥΠΕΧΩΔΕ, που ζήτησε 3ετή παράταση για το 2009. Έτσι, η χώρα μας κατατάσσεται 4η στην σπατάλη ενέργειας τα κτίρια μας, παρά το ευνοϊκό φυσικό περιβάλλον, είναι από τα πιο ενεργοβόρα στην ΕΕ. Η Κυβέρνηση κατέθεσε πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 24 σε πλήρη αντίθεση με την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών, που απαιτούν την αναδάσωση και την αύξηση του πρασίνου. Κι αντί να προωθήσει την προστασία των δασών με την κατάρτιση των Δασικών Χαρτών και του Δασικού Κτηματολογίου προχωρά στην πρόχειρη και γι αυτό επικίνδυνη "οριοθέτηση των δασών και δασικών εκτάσεων", μία μέθοδο που δεν δύναται να καταγράψει τις καμένες και αναδασωτέες εκτάσεις κι εν γένει να καταγράψει και να προστατεύσει το δασικό πλούτο της χώρας. Επειδή, έχει αποδειχθεί ότι τα δάση και τα δασικά οικοσυστήματα είναι κύριοι παράγοντες αναστροφής του φαινομένου του θερμοκηπίου επιμένουμε να προχωρήσει η ορθή διαδικασία για τη σύνταξη των Δασικών Χαρτών και του Δασολογίου, όπως και το Σύνταγμα επιβάλλει. Η προστασία του περιβάλλοντος και η συμβατική εντατική γεωργία θεωρούνται από πολλούς ως δύο έννοιες μη συμβατές, γιατί στο πλαίσιο μιας εντατικοποιημένης καλλιέργειας χρησιμοποιούνται αλόγιστα φυτοφάρμακα και λιπάσματα που επιβαρύνουν το περιβάλλον. Η γεωργία σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί φιλοπεριβαλλοντικά (ορεινές και άγονες περιοχές, ενεργειακές καλλιέργειες, δενδρώδεις καλλιέργειες). Αυτό που χρειάζεται είναι μία εθνική πολιτική με συγκεκριμένους στόχους όπως η βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία, ο έλεγχος των εισροών, παραγωγή ποιοτικών προϊόντων και ενίσχυση εναλλακτικών καλλιεργειών, όπως οι ενεργειακές καλλιέργειες για παραγωγή βιοκαυσίμων, που θα εξασφαλίζουν ένα καλό εισόδημα στους παραγωγούς και θα συμβάλλουν στην προστασία του περιβάλλοντος. Ο τομέας των μεταφορών συμβάλλει περίπου κατά 28% στις παγκόσμιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Στη χώρα μας χρειάζεται ριζικός αναπροσανατολισμός των πολιτικών για τις μεταφορές εμπορευμάτων και τις καθημερινές μετακινήσεις, σύμφωνα και με την εμπειρία πολλών ευρωπαϊκών χωρών και πόλεων. Από την άλλη πλευρά τα έργα των σιδηροδρομικών συνδέσεων καρκινοβατούν και οι διαθέσιμοι κοινοτικοί πόροι ή χάνονται ή μεταφέρονται στους οδικούς άξονες που είναι ο κυρίαρχος τρόπος μεταφορών της χώρας αλλά και ο κατεξοχήν ρυπογόνος. Επιπλέον, η Κυβέρνηση με την απουσία κινήτρων για την προώθηση των 'καθαρών' οχημάτων και τη θεσμοθέτηση αντικινήτρων και φοροαπαλλαγών οδήγησαν τη χώρα μας στο να κατέχει το υψηλότερο ποσοστό της Ε.Ε. στις ταξινομήσεις ρυπογόνων αυτοκινήτων 4χ4. Δεν έχει λάβει μέτρα που θα αποθαρρύνουν τη χρήση του ΙΧ και θα προωθούν τη χρήση περισσότερο φιλοπεριβαλλοντικών τρόπων μεταφοράς, μέσω ιδιαίτερα της ενίσχυσης του ρόλου των αστικών μεταφορών στο πλαίσιο της μείωσης των εκπομπών CO2. Η πολιτική της Κυβέρνησης είναι «ρυπογόνα». Τα λίγα μέτρα που λαμβάνονται είναι ελλιπή και αναποτελεσματικά. Η Κυβέρνηση δεν εμπιστεύεται ουσιαστικά τις ΑΠΕ. Δεν πιστεύει στα οφέλη από μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας στα κτίρια και πολλά άλλα μέτρα σε επιμέρους τομείς, είτε γιατί έρχονται σε σύγκρουση με τα μεγάλα συμφέροντα, είτε γιατί «έχουν σοβαρό πολιτικό κόστος» και για τους λόγους αυτούς θεωρεί ότι είναι καλύτερα να μην λαμβάνονται καθόλου. Ο Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς τονίζει για μια φορά ακόμη ότι χρειάζεται να εφαρμοστεί μία ικανή Εθνική Στρατηγική Αειφόρου Ανάπτυξης, ενσωματώνοντας τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις σε όλες τις τομεακές πολιτικές. Απαιτείται από την Πολιτεία να εκπονήσει και να εφαρμόσει δέσμη κατάλληλων μέτρων για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών, μέσω ικανών μηχανισμών ελέγχου και συνεχούς παρακολούθησης και αξιολόγησης. Και βέβαια, αυτό δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί όσο το ΥΠΕΧΩΔΕ εξακολουθεί να είναι κυρίως το Υπουργείο των Δημόσιων Έργων και ελάχιστα του Περιβάλλοντος. Ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί:  Θα διαμορφώσουν και θα εφαρμόσουν τώρα μια ικανή εθνική πολιτική με γενναία και τολμηρά μέτρα για την αντιμετώπιση των Κλιματικών Αλλαγών;  Θα αναλάβουν τη λήψη όλων των απαραίτητων πρωτοβουλιών που θα βοηθήσουν τη χώρα να φτάσει τουλάχιστον το στόχο της ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ κατά 20,1% μέχρι το 2010;  Θα θεσπίσουν αυστηρότερα όρια στις επιχειρήσεις που συμμετέχουν στο Σύστημα Εμπορίας δικαιωμάτων αερίων του θερμοκηπίου, με ανάλογη μείωση των δικαιωμάτων εκπομπών;  Θα ενσωματωθούν στο εθνικό μας δίκαιο, πότε και με ποιους όρους, οι Οδηγίες που σχετίζονται με την αλλαγή του κλίματος, όπως η Οδηγία 2002/91 για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, για την συνολική εφαρμογή της οποίας η χώρα μας είναι η μόνη μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ που ζήτησε τριετή παράταση; Γιατί το ΥΠΕΧΩΔΕ «νίπτει τας χείρας του» σχετικά για ένα θέμα αρμοδιότητάς του;  Θα αναληφθούν οι απαραίτητες τομεακές πολιτικές για τη μείωση των αεριών του θερμοκηπίου (μεταφορές, γεωργία, απόβλητα, εξοικονόμηση, ανανεώσιμες πηγές); Οι επερωτώντες βουλευτές Ασημίνα Ξηροτύρη Αικατερινάρη Φώτης Κουβέλης Γιάννης Δραγασάκης Θανάσης Λεβέντης Νίκος Α. Κωνσταντόπουλος Αλέκος Αλαβάνος