Home Επερωτήσεις Προβλήματα που αντιμετωπίζει ο χώρος της Υγείας

Προβλήματα που αντιμετωπίζει ο χώρος της Υγείας

E-mail Εκτύπωση PDF
κ. Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας Το ΕΣΥ από μακρού έχει πάψει να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες υγειονομικές ανάγκες. Το επίπεδο περίθαλψης υποβαθμίζεται συνεχώς, ενώ στον τομέα της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και της πρόληψης η αντιμετώπιση είναι από υποτυπώδης έως ανύπαρκτη. Η ίδια η Κυβέρνηση έχει παραδεχθεί τη σκληρή πραγματικότητα, αφού προεκλογικά υποσχέθηκε ριζική στροφή προς την αναβάθμιση της υγείας, ενώ μετεκλογικά, τόσο με τις προγραμματικές δηλώσεις όσο και με τις επανειλημμένες διακηρύξεις του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, ομιλεί για ουσιαστική μεταρρύθμιση του υγειονομικού συστήματος. Οι δημόσιες δαπάνες της χώρας μας για την υγεία εξακολουθούν να είναι οι χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει με τις ιδιωτικές δαπάνες. Η κτιριακή και υλικοτεχνική υποδομή των Νοσοκομείων είναι ανεπαρκής και σε μεγάλο βαθμό πεπαλαιωμένη. Οι ελλείψεις των Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας σε προσωπικό, ιδίως σε νοσηλευτικό, είναι τεράστιες. Υπάρχουν περισσότερες από 20.000 κενές θέσεις προσωπικού ακόμη και με τους υπάρχοντες αναχρονιστικούς κανονισμούς. Μένει ακάλυπτο το 40-50% των οργανικών θέσεων του νοσηλευτικού προσωπικού που σε μερικές περιπτώσεις, όπως στα Κέντρα Υγείας Νοτίου Αιγαίου φθάνει το 89%. Η δέσμευση, σύμφωνα με τις προγραμματικές δηλώσεις, του Πρωθυπουργού και Υπουργού Υγείας για πρόσληψη 11.000 ατόμων στο χώρο της Υγείας εντός του 2000 παραμένουν κενές διακηρύξεις. Οι γενναίες αυξήσεις που πρέπει να γίνουν στις δημόσιες δαπάνες για την υγεία, προκειμένου να καλύψουμε την απόσταση από τις Ευρωπαϊκές χώρες και να προσφέρουμε σύγχρονη και υψηλού επιπέδου υγεία στον ελληνικό λαό δεν διαφαίνονται στο νέο Προϋπολογισμό. Η απορροφητικότητα των κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον εκσυγχρονισμό του υγειονομικού μας συστήματος είναι εξαιρετικά χαμηλή. Οι επιδόσεις μας στην ψυχιατρική φροντίδα δεν μπορούν να μας κάνουν εθνικά υπερήφανους. Οι διακηρύξεις του Υπουργού Υγείας για τον ΟΔΙΠΥ (Οργανισμός Διαχείρισης Πόρων Υγείας) που θα είναι ιδιωτικού δικαίου Οργανισμός και θα αγοράζει υπηρεσίες υγείας από τον Δημόσιο και τον Ιδιωτικό τομέα υγείας, θα αποβεί σε βάρος του Δημόσιου Τομέα. Η κατάργηση των Διοικήσεων των Νοσοκομείων και των αιρετών εκπροσώπων τους και η μεταφορά όλων των ουσιαστικών αρμοδιοτήτων στα διορισμένα περιφερειακά όργανα και τους διορισμένους managers περιορίζει ακόμη περισσότερο το δημόσιο έλεγχο στα τεκταινόμενα στο χώρο της υγείας. Τα Κέντρα Υγείας αστικού τύπου δεν λειτούργησαν ποτέ, ενώ αυτά του αγροτικού τύπου υπολειτουργούν, χωρίς υποδομή , εξοπλισμό και προπαντός το αναγκαίο προσωπικό. Συνολικά από τα 480 Κέντρα Υγείας που προέβλεπαν οι αρχικές διακηρύξεις για όλη τη χώρα [υπο]λειτουργούν μόνο 170. Μέσα από τις εξαγγελίες των 200 σημείων του Υπουργού Υγείας το δημόσιο σύστημα υγείας εξακολουθεί να παραμένει Ιατροκεντρικό και Νοσοκομειοκεντρικό, χωρίς να δίνεται η πρέπουσα βαρύτητα στην πρωτοβάθμια φροντίδα και την πρόληψη, ούτε να αναβαθμίζεται ο ρόλος και των άλλων επαγγελμάτων υγείας. Χωρίς άμεση οικοδόμηση αξιόπιστου, δημόσιου και κοινωνικοποιημένου συστήματος Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Εθνικό Σύστημα Υγείας δεν μπορεί να υπάρξει. Δεδομένης της ύπαρξης του ν.2519/97 περί ΠΦΥ (και τις επεξεργασίες του ΣΥΣΕΔΙΠΥ) οι αρχικές διαδικασίες συγκρότησης των δικτύων στις αστικές περιοχές μπορούν να ξεκινήσουν αμέσως. Η περιοριστική πολιτική στη χρηματοδότηση της υγείας και η ανοχή που έχουν επιδείξει οι κυβερνήσεις την τελευταία πενταετία προς το μεγάλο ιατρικό και ασφαλιστικό κεφάλαιο, έχουν επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην όλη διάρθρωση του υγειονομικού συστήματος της χώρας. Ο δημόσιος τομέας περιορίζεται και συρρικνώνεται προς όφελος του μεγάλου ιδιωτικού κεφαλαίου και εις βάρος του έλληνα πολίτη. Το Π.Δ. 235/14.9.2000 για τις ιδιωτικές κλινικές (που υπολείπεται σε ρυθμίσεις του Π.Δ. 517/1991), όπως και τα υπό συζήτηση για Διαγνωστικά Κέντρα και Τιμολόγια, επιτρέπουν στον ιδιωτικό τομέα να παρεμβαίνει άμεσα στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, εξαφανίζουν το μικρό και μέσο ιδιώτη γιατρό και δείχνουν την έλλειψη πολιτικής βούλησης για να τεθούν αποτελεσματικοί όροι και κανόνες λειτουργίας του ιδιωτικού τομέα. Η αναφορά των υπουργικών διακηρύξεων στο ρόλο του ανθρώπινου δυναμικού του ΕΣΥ, για την ποιότητα και αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών του, είναι ικανοποιητική, τα κίνητρα όμως για την εκπλήρωση αυτού του ρόλου, ανύπαρκτα. Η αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών στηρίζεται και σε εργαζόμενους /ες με υψηλή κατάρτιση και αντίστοιχες σπουδές. Ο ισχυρισμός, ότι οι επιλογές που υιοθετούνται για τους όρους και τις προϋποθέσεις ποιοτικής απασχόλησης βασίστηκαν στα ισχύοντα στις Ευρωπαϊκές χώρες, είναι αστήρικτος. Η αξιολόγηση της αποδοτικότητας μεταφέρεται στο απροσδιόριστο μέλλον. Δεν υπάρχει καμία νύξη για την αναπροσαρμογή του ειδικού ιατρικού μισθολογίου και των αμοιβών των λοιπών επαγγελμάτων υγείας, καθώς και της πραγματικής υπερωριακής απασχόλησης. Η πολυμορφία των υπαρχουσών σχολών στα διάφορα επαγγέλματα υγείας (ΙΕΚ, ΤΕΛ, ΤΕΙ, ΑΕΙ) όπως και οι προσλήψεις συμβασιούχων για κάλυψη οργανικών θέσεων, διαμορφώνουν συσχετισμούς στη σύνθεση του προσωπικού, καθόλου αξιοζήλευτους. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα των ειδικευόμενων γιατρών και η συνεχής εκπαίδευση του ιατρικού, νοσηλευτικού, παραϊατρικού δυναμικού του ΕΣΥ, που είναι ζητήματα τεράστιας σημασίας, πολύ απέχουν από τις σύγχρονες ανάγκες. Κατόπιν των ανωτέρω, Επερωτάται ο κ. Υπουργός Υγείας και Πρόνοιας: 1. Πότε θα υλοποιηθεί η προγραμματική δέσμευση της Κυβέρνησης για πρόσληψη 11.000 ατόμων εντός του 2000 και πότε θα καλυφθούν στο σύνολό τους τα κενά που υπάρχουν στο χώρο της υγείας; 2. Τί προτίθεται να πράξει για την άμεση κάλυψη των κενών θέσεων νοσηλευτικού και άλλου προσωπικού στα Κέντρα Υγείας, και μάλιστα σε αυτά των ακριτικών περιοχών; 3. Τί προτίθεται να πράξει για τον αναπροσανατολισμό του υγειονομικού συστήματος προς την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και ειδικότερα προς τον τομέα της πρόληψης; Ποιες είναι οι συγκεκριμένες δράσεις για εφαρμογή του 2519 περί Δικτύων ΠΦΥ και οικογενειακού γιατρού; 4. Πώς και πότε υπολογίζει να φθάσει η Ελλάδα τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τις δημόσιες δαπάνες για την υγεία; 5. Ποιες οι συγκεκριμένες δράσεις για να απορροφήσει η χώρα μας τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προορίζονται για τον εκσυγχρονισμό του υγειονομικού μας συστήματος; 6. Πότε υπολογίζει να έχουν αποκατασταθεί οι ζημιές από τους σεισμούς στα Ψυχιατρικά Νοσοκομεία (και ειδικότερα στο Δαφνί) και πότε θα λειτουργήσουν με ολοκληρωμένη υποδομή και πλήρη στελέχωση τα δύο μεγάλα Ψυχιατρικά Νοσοκομεία (Δαφνί και Δρομοκαϊτειο); Μέχρι να υλοποιηθούν αυτά θα στελεχώσει, όπως υποσχέθηκε, με το αναγκαίο προσωπικό τα ψυχιατρικά τμήματα των Γενικών Νοσοκομείων για να ανταποκριθούν στις αυξημένες ανάγκες; 7. Πού βρίσκεται η διαδικασία ανέγερσης του νέου Ογκολογικού Νοσοκομείου Κάτω Κηφισιάς και ποια προβλέπεται να είναι η λειτουργία του στο συνολικό σχεδιασμό ογκολογικών κρεβατιών; 8. Προτίθεται το Υπουργείο Υγείας να καταθέσει Σ/Ν για την αντιμετώπιση της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί στον ιδιωτικό τομέα υπηρεσιών υγείας από τη δράση του μεγάλου ασφαλιστικού-ιατρικού κεφαλαίου; Πώς θα αντιμετωπίσει τις εύλογες αντιδράσεις των μεσαίων και μικρών εργαστηρίων και ελεύθερο-επαγγελματικών γιατρών; Πότε θα εκσυγχρονίσει την περιπτωσιολογία και θα αναπροσαρμόσει τα τιμολόγια αμοιβής των ιατρικών πράξεων; Οι επερωτώντες βουλευτές Αμπατζόγλου Γιώργος Δαμανάκη Μαρία Λαφαζάνης Παναγιώτης Ξηροτύρη Αικατερινάρη Ασημίνα Κουβέλης Φώτης