Εισήγηση στη συζήτηση Επερώτησης του Συνασπισμού της Αριστεράς των Κινημάτων και της Οικολογίας, σχετικά με θέματα εκπαίδευσης.

Παρασκευή, 28 Νοέμβριος 2003 02:00 Ομιλίες
Εκτύπωση
Για το Συνασπισμό η παιδεία αποτελεί μία μοναδική αξία, ένα αναντικατάστατο αγαθό για κάθε άνθρωπο προσωπικά και για την κοινωνία στο σύνολό της. Ο σκληρός πυρήνας μιας εναλλακτικής πολιτικής για την παιδεία είναι η δημιουργία ολοκληρωμένων πολιτών με βαθιά μόρφωση, κριτική σκέψη, με ικανότητα για συνεργασία και με διάθεση να αμφισβητούν, να κρίνουν και βέβαια να δημιουργούν. Δεν είναι καινούργια αυτή η πολιτική. Είναι η πρόταση της Αριστεράς από τον 20ο αιώνα, η οποία γίνεται ιδιαίτερα επίκαιρη στην κοινωνία που ζούμε σήμερα. Εμείς αυτή την πρόταση τη διαμορφώνουμε σε μία ενιαία δωδεκάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, που θα παρέχεται ως δημόσιο αγαθό σε όλους, χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς, που θα εξασφαλίζει για όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες μία ευρεία μορφωτική βάση, που θα τους επιτρέπει να παρακολουθούν τις ταχύτατα μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της κοινωνίας, με αυτόνομη μορφωτική λειτουργία του Λυκείου και πλήρη αποσύνδεσή του από τη διαδικασία της εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με ελεύθερη πρόσβαση σταδιακά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που σημαίνει ότι τελικά δεν θα υπάρχει κλειστός αριθμός εισαγομένων, με ανοικτό ακαδημαϊκό και δημόσιο πανεπιστήμιο, με δραστική μείωση των ιδιωτικών οικογενειακών δαπανών για την εκπαίδευση και ουσιαστική αύξηση των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού στο 5% επιτέλους του ΑΕΠ. Σε κάθε περίπτωση θεωρούμε -κι έτσι πρέπει να είναι- ότι πρωταρχικός είναι ο ρόλος των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων. Χωρίς την ουσιαστική οικονομική και κοινωνική αναβάθμισή τους δεν μπορεί να υλοποιηθεί κανένα μεταρρυθμιστικό εγχείρημα στο χώρο της εκπαίδευσης. Ο Συνασπισμός δεν περιορίζεται μόνο στη διαμόρφωση απόψεων στα ζητήματα της παιδείας και της σχέσης τους με την κοινωνία γενικότερα, αλλά είναι βασικός μας σκοπός -και αυτό το νόημα έχει και η επερώτησή μας σήμερα και οι άλλες μας παρεμβάσεις- να συμβάλουμε στη διαμόρφωση μιας μάχιμης συλλογικής πολιτικής και πολιτισμικής αντίληψης που αντιλαμβάνεται τη μόρφωση ως δημόσιο αγαθό και κοινωνικό δικαίωμα, πολύ περισσότερο στις συνθήκες της εποχής μας, όπου οι ενισχυόμενες τάσεις ιδιωτικοποίησης οδήγησαν σε μία παιδεία ελεγχόμενη ολοένα και περισσότερο από τις δυνάμεις της αγοράς. Σε σχετική έκθεση του ΟΟΣΑ αναφέρεται ότι η ανάπτυξη της αγοράς της εκπαίδευσης και της κατάρτισης είναι συνδεδεμένη με τις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται για το εμπόριο των υπηρεσιών, υπό την αιγίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Η επίθεση αυτή του νεοφιλελευθερισμού γίνεται κατά κύριο λόγο στην ανώτατη εκπαίδευση, με τις παρεμβάσεις μέσα από τη διαδικασία της Μπολόνια, αφού πρέπει η ανώτατη εκπαίδευση να κοστίζει λιγότερο στο δημόσιο και να παράγει μαζικά απασχολήσιμους, χωρίς στέρεο επιστημονικό υπόβαθρο, με γρήγορα αναλώσιμα εφόδια, για να δοθεί έτσι το βάρος στην κατάρτιση και εν τέλει να μετατραπεί το πανεπιστήμιο σε ίδρυμα προσφοράς υπηρεσιών εκπαίδευσης, που θα υπόκειται στους διακανονισμούς του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Το υπό κατάθεση, το υπάρχον νομοσχέδιο για το Εθνικό Σύστημα Διασφάλισης και Αξιολόγησης της Ανώτατης Εκπαίδευσης, τα ινστιτούτα δια βίου εκπαίδευσης, το Διεθνές Πανεπιστήμιο φοβούμαστε ότι μπορεί να έρθει να καλύψει για τη χώρα μας μια τέτοια πολιτική, να καλύψει ανάγκες που επιβάλλει αυτού του τύπου ο νεοφιλελεύθερος εκσυγχρονισμός και για την εκπαίδευση. Το ότι η υποβάθμιση και η υποχρηματοδότηση του εκπαιδευτικού συστήματος αποτελεί επιλογή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και στην παιδεία, πολιτικής με την οποία δυστυχώς αρχίζει να προσαρμόζεται και η Ευρωπαϊκή Ένωση και η σοσιαλδημοκρατία, ομολογείται με κυνικό τρόπο πάλι σε μία έκθεση του ΟΟΣΑ. Σημειώνει ότι, αν μειωθούν οι δαπάνες λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος, θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα να μη μειωθεί η ποσότητα, για να μη δημιουργήσει τις κοινωνικές αναταράξεις, έστω και αν πρέπει να μειωθεί η ποιότητα. Για να συνεχίσει η έκθεση ότι το σχολείο μπορεί να ζητήσει σταδιακά να λάβει οικονομική συνδρομή των οικογενειών ή να καταργήσει κάποια εκπαιδευτική δραστηριότητα. Πώς διαμορφώνεται η κατάσταση τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Το πιο συμπυκνωμένο δείγμα κυβερνητικής πολιτικής στην εκπαίδευση τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας ήταν η πολιτική Αρσένη, η οποία και σήμερα καθορίζει εν πολλοίς τα εκπαιδευτικά πράγματα, παρά τις προσπάθειες άμβλυνσης των πολύ ακραίων πλευρών της. Η πολιτική αυτή δεν ήταν μια κακή ιδέα της στιγμής, αλλά εκφράζει μια γενικότερη και διαρκέστερη ροπή κάποιων δυνάμεων στην κατεύθυνση που περιγράψαμε παραπάνω. Αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα, περίπου το 40% των μαθητών εκδιώχθηκαν από το λύκειο, ιδίως οι οικονομικά ασθενέστεροι και η κατάσταση αυτή δύσκολα ανατρέπεται, όπως βλέπουμε από τα στοιχεία που έχουμε σήμερα. Ανατροπή της τάξεως του 1,2% ή 2% θα αργήσει πάρα πολύ να ισορροπήσει την κατάσταση. Όσοι απ' αυτούς δεν εκδιώκονται πλήρως από το εκπαιδευτικό σύστημα, οδηγούνται σε σχολές κατάρτισης σε μικρότερη ηλικία και μάλιστα αμφιβόλου ποιότητος, αφού υποβαθμίζονται ακόμη και σε σχέση με τα προϋπάρχοντα τεχνικά λύκεια, τα ΤΕΕ. Για να γίνουν αυτά δυνατά, μία ολόκληρη εκπαιδευτική βαθμίδα τριών χρόνων, τα γενικά λύκεια, λειτουργούν ως εισαγωγικό σύστημα και αποποιούνται κάθε μορφωτικού χαρακτήρα. Μετατρέπονται σε εξεταστήρια, κέντρα επιλογής για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τα φροντιστήρια που διδάσκουν την τεχνική των εξετάσεων αναδεικνύονται σε ρυθμιστή της πορείας των μαθητών. Ταυτόχρονα, η ανώτατη εκπαίδευση κινδυνεύει και στη χώρα μας να μετατραπεί σε μηχανισμό επαγγελματικής κατάρτισης που θα απαξιώνεται γρήγορα. Μία τέτοια περιοριστική εκπαιδευτική πολιτική δεν προωθεί την ανάπτυξη της γνώσης, της επιστήμης, της έρευνας, της τεχνολογίας, της οικονομίας και εν τέλει της κοινωνίας. Κύριοι συνάδελφοι, μπορούμε δούμε μερικά από τα βασικά στοιχεία και συμπεράσματα της ενδιάμεσης αξιολόγησης του επιχειρησιακού προγράμματος εκπαίδευσης και αρχικής επαγγελματικής κατάρτισης, όπως το ότι η συμμετοχή στην εκπαίδευση είναι γενικά χαμηλή στην Ελλάδα και, παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί την τελευταία δεκαετία, το εκπαιδευτικό επίπεδο του πληθυσμού εξακολουθεί να είναι χαμηλό σε σύγκριση με το μέσο κοινοτικό. Το ποσοστό απασχόλησης ατόμων μέσης ηλικίας είναι χαμηλό, ενώ το ποσοστό αυτοαπασχόλησης ατόμων με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο είναι υψηλό. Επίσης, με βάση τα ποσοστά ανεργία κατά επίπεδο εκπαίδευση, φαίνεται ότι η ζήτηση εργασίας δεν έχει προσαρμοστεί διαρθρωτικά στα νέα δεδομένα. Ως εκ τούτου η ελληνική αγορά εργασίας έχει παγιδευτεί σε ένα φαύλο κύκλο με χαμηλό ρυθμό αύξησης της απασχόλησης. Έχουμε χαμηλή ζήτηση για προσόντα και δεξιότητες, χαμηλή παραγωγικότητα και χαμηλό ρυθμό αύξησης της απασχόλησης. Με βάση τα στοιχεία συμμετοχής σε προγράμματα κατάρτισης ανά βαθμίδα εκπαίδευσης, τα αποτελέσματα κρίνονται απογοητευτικά. Για ένα διάστημα έρευνας, φαίνεται ότι μόνο το 3% των ατόμων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης συμμετείχαν στα προγράμματα κατάρτισης, συγκρινόμενο με το 2% των ατόμων με ανώτερη βαθμίδα εκπαίδευσης και πρακτικά κανένα με κατώτατη βαθμίδα εκπαίδευση. Δηλαδή η Ελλάδα φαίνεται να είναι η χώρα που βασίζεται λιγότερο στην ανανέωση των επαγγελματικών δεξιοτήτων στην επαγγελματική κατάρτιση. Όσον αφορά τη διά βίου εκπαίδευση, παρόλες τις πρόσφατες προσπάθειες, η κατάσταση στην Ελλάδα βρίσκεται σε αρχικό στάδιο. Θα μιλήσω τώρα ειδικότερα για τα ζητήματα που θέτουμε στην επερώτηση. Κύριε Πρόεδρε, κύριε Υπουργέ, κύριοι συνάδελφοι, δεν αμφισβητείται από κανέναν ότι οι γονείς υποχρεώνονται σε συνεχή οικονομική αφαίμαξη και επωμίζονται δυσβάσταχτα βάρη, προκειμένου να εξασφαλίσουν ικανοποιητική εκπαίδευση στα παιδιά τους. Οι χαμηλές δαπάνες για την εκπαίδευση, οι χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν επιτρέπουν στα σχολεία και στα τριτοβάθμια ιδρύματα να καλύπτουν ακόμα και τις στοιχειώδεις ανάγκες λειτουργίας τους. Οι συνέπειες την υποχρηματοδότησης εκδηλώνονται και στην υποδομή και στον εξοπλισμό των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όλων των βαθμίδων από τη διπλοβάρδια των σχολείων των αστικών κέντρων μέχρι την τραγική κατάσταση της υποδομής των περισσοτέρων Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και των ΤΕΙ. Η καθήλωση των δαπανών για την παιδεία στο 3,4% διέψευσε τις εξαγγελίες του κυρίου Πρωθυπουργού για σταδιακή αύξηση των δαπανών στο 5% στο πρώτο πακέτο μέχρι το 2004. Σήμερα καθιστά αναξιόπιστες τις νέες εξαγγελίες του για την κοινωνική χάρτα σύγκλισης που μετατοπίζει αυτήν την αύξηση των δαπανών στο 5% για το 2008. Η ελληνική οικογένεια δαπανά μέχρι και τέσσερις φορές περισσότερα απ' ό,τι δαπανά το κράτος για το μαθητή. Έτσι, το σύστημα δημιουργεί τρομερές ανισότητες, φαλκιδεύεται και φοβούμαστε ότι μπορεί να καταλήξει να καταργηθεί στην πράξη ο δωρεάν χαρακτήρας της δημόσιας εκπαίδευσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι από μία αγροτική οικογένεια χρειάζεται περισσότερο από το 40% του εισοδήματός της, για να δώσει καλύτερη μόρφωση στα παιδιά της. Από την οικογένεια του δημοσίου υπαλλήλου χρειάζεται το 30% κ.ο.κ. Αυτά είναι στοιχεία από έρευνες που έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας. Η κατάσταση στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση δεν ανταποκρίνεται στις εξαγγελίες ότι όλα θα είχαν ρυθμιστεί πριν από την έναρξη της σχολικής χρονιάς. Βρισκόμαστε στο τέλος του Νοέμβρη και όμως υπάρχουν ακόμα κενά σε δασκάλους, νηπιαγωγούς και αρκετές ειδικότητες. Ταυτόχρονα, πίσω από την κοινωνική ανάγκη λειτουργίας του ολοήμερου σχολείου, γίνονται τέτοιες παρεμβάσεις που απορυθμίζουν το σχολείο, τις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών και τη δωρεάν δημόσια εκπαίδευση. Στην προσπάθειά της η Κυβέρνηση να καλύψει τις ανάγκες με το μικρότερο κόστος, παίρνει μέτρα που επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία του πρωινού προγράμματος. Κατάργησε τα περισσότερα τμήματα ένταξης, τις τάξεις υποδοχής και την ενισχυτική διδασκαλία στην προσπάθεια να εξοικονομήσει εκπαιδευτικούς χωρίς προσλήψεις. Η πίεση για δημιουργία τμημάτων 30 μαθητών γίνεται εντονότερη, ενώ όλοι γνωρίζουμε την αλλαγή σύνθεσης του μαθητικού πληθυσμού στην τάξη, με την αυξημένη συμμετοχή παιδιών μεταναστών και τις δυσκολίες που αυτό συνεπάγεται. Τελευταία προχωρά στην πρόσληψη ωρομισθίων δασκάλων, αλλά και στην ανάθεση υποχρεωτικής υπερωρίας, το κόστος των οποίων θα πληρώνεται μέσα από τα κονδύλια του ΕΠΕΑΚ για το ολοήμερο σχολείο. Είχαν δημιουργηθεί 28 πιλοτικά ολοήμερα σχολεία με βάση κάποιες προδιαγραφές. Τα σημερινά ολοήμερα σχολεία λειτουργούν χωρίς προδιαγραφές, χωρίς προϋποθέσεις. Εμείς υποστηρίζουμε αυτό το θεσμό, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θέλουμε να εκφυλιστεί αυτός το θεσμός και παράλληλα δεν θέλουμε να αποδυναμωθεί το κανονικό πρωϊνό σχολείο. Όσον αφορά την τεχνική εκπαίδευση, είναι προκλητικά υποβαθμισμένη. Από την άλλη πλευρά δεν έχει εξασφαλιστεί η 12χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση η οποία πρέπει να γίνει πράξη και στη χώρα μας. Τα ποσοστά διαρροής πριν την ολοκλήρωση της 9χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης εξακολουθούν να είναι ανησυχητικά, ενώ ο δείκτης του αναλφαβητισμού, ακόμα και στους μαθητές που τυπικά ολοκλήρωσαν την υποχρεωτική εκπαίδευση, είναι αρκετά υψηλός όπως δείχνουν οι σχετικές έρευνες. Αυτά είναι στοιχεία που πρέπει να προβληματίσουν σοβαρά την ελληνική κοινωνία. Μεγαλύτερα ποσοστά αποτυχίας και απόρριψης, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα στοιχεία ,παρουσιάζουν τα σχολεία των πιο υποβαθμισμένων περιοχών. Ιδιαίτερα στα απομονωμένα και δυσπρόσιτα σχολεία η κατάσταση είναι δραματική. Η συρρίκνωση του μαθητικού δυναμικού των σχολείων αυτών των περιοχών είναι τόσο μεγάλη ώστε μεγάλος αριθμός Λυκείων υπάρχει κίνδυνος να καταργηθεί, με ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις για το μορφωτικό επίπεδο και την ανάπτυξη της ελληνικής υπαίθρου. Εμείς θεωρούμε ότι το Υπουργείο Παιδείας πρέπει να αξιολογήσει πάρα πολύ καλά αυτά τα στοιχεία της διαρροής, πως διαμορφώνονται κυρίως τα στοιχεία αυτά στις υποβαθμισμένες περιοχές. Δεν το έχει κάνει μέχρι τώρα και αν αργήσει περισσότερο οι συνέπειες εκεί θα είναι μη αναστρέψιμες. Επιμένουμε ότι θα πρέπει να δείτε το θέμα της σταδιακής κατάργησης των ΤΕΕ και σε αυτή την ενδιάμεση περίπτωση βασικό στοιχείο αναβάθμισής τους -άμεσα δηλαδή- των ΤΕΕ είναι η ανάπτυξη των μαθημάτων γενικής παιδείας στο επίπεδο των αντίστοιχων τάξεων του Λυκείου με δυνατότητα ελεύθερης διακίνησης των μαθητών. Φοβούμαστε ότι ακολουθείται η τακτική της ψηφοθηρικής διασποράς των ΤΕΙ και ΑΕΙ στη περιφέρεια, χωρίς να εξασφαλίζονται οι δασικές προϋποθέσεις λειτουργίας τόσο των παλαιών όσο και των καινούργιων ιδρυμάτων. Η ίδρυση και η διασπορά τμημάτων και σχολών σε κάθε πρωτεύουσα νομού, χωρίς κανένα προγραμματισμό, χωρίς υποδομή, χωρίς πρόβλεψη οργανικών θέσεων διοικητικού και διδακτικού προσωπικού, αποτελεί πράξη καθαρά ψηφοθηρικού και λαϊκίστικου χαρακτήρα. Δεν ανταποκρίνεται σε κάποιο σχεδιασμό, επιστημονικών, κοινωνικών και πολιτισμικών αναγκών. Τέλος η κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί σε ό,τι αφορά τις αποδοχές τους και τις γενικότερες συνθήκες εργασίας τους, είναι ιδιαίτερα άσχημη. Οι αποδοχές των εκπαιδευτικών είναι δυσανάλογα χαμηλές σε σχέση με το σημαντικό έργο που καλούνται να επιτελέσουν και δυσανάλογα χαμηλές σε σχέση με τις αποδοχές των εκπαιδευτικών σε ευρωπαίκό επίπεδο. Ο μισθός του καθηγητή στη χώρα μας σε δολάρια και μονάδες αγοραστικής δύναμης είναι 16.480 το χρόνο , όταν στο Βέλγιο είναι 28.000, στην Ιρλανδία 33.000, στην Πορτογαλία 24.000 και στη Σουηδία 20.000. Εμείς νομίζουμε ότι πρέπει να προσεγγίσετε με μεγάλη ευαισθησία και να υλοποιήσετε τα αιτήματα της ΟΛΜΕ όσον αφορά τις αποδοχές τους, την ενσωμάτωση των επιδομάτων στους βασικούς μισθούς, τη χορήγηση του επιδόματος των 176 ευρώ. Τελειώνοντας, κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να πω ότι ο Συνασπισμός, αντιμετωπίζοντας συνολικά την εκπαίδευση, θεωρεί ότι η δημόσια δωρεάν εκπαίδευση χρειάζεται να αναβαθμιστεί και να καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες για μόρφωση, ενώ ταυτόχρονα να περιορίζεται και τελικά να καταργηθεί η ιδιωτική εκπαίδευση.