Home Ομιλίες Ομιλία επί του σχεδίου νόμου του ΥΠΕΧΩΔΕ «Προστασία και Διαχείριση των υδάτων, εναρμόνιση με την οδηγία 2000/60 του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2002»

Ομιλία επί του σχεδίου νόμου του ΥΠΕΧΩΔΕ «Προστασία και Διαχείριση των υδάτων, εναρμόνιση με την οδηγία 2000/60 του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2002»

E-mail Εκτύπωση PDF
Κύριοι συνάδελφοι, το θέμα που συζητάμε σήμερα είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Όλοι γνωρίζουμε ότι το νερό αποτελούσε πάντοτε τον πόλο έλξης των ανθρώπων και των δραστηριοτήτων τους, η οικονομική ανάπτυξη όμως των τελευταίων 10ετιών διαμόρφωσε νέες συνθήκες στη χρήση των υδατικών πόρων, μιας και αποτελούν και αυτοί ένα μέσο για την επίτευξη των διαφόρων τομεακών, οικονομικών στόχων, παραμένοντας ωστόσο ένας από τους σημαντικότερους στόχους για την επιβίωση του ανθρώπου και για τη διατήρηση της οικολογικής προστασίας. Έτσι, στην περίοδο της παγκοσμιοποιούμενης νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής ολοκλήρωσης η εμπορευματοποίηση του νερού, καθώς και του περιβάλλοντος, διαμορφώνουν ένα σκληρό πλαίσιο δράσης εθνικών και διεθνικών φορέων με κύριο στόχο το κέρδος σε σημείο που ακόμη και στην τελευταία σύνοδο του Γιοχάνεσμπουργκ για το περιβάλλον, τα θέματα ακόμα και της διαχείρισης των υδάτων να ανατεθούν σε πολυεθνικές εταιρείες, προκειμένου να επιλυθούν τα προβλήματα. Σε αυτό το περιβάλλον ερχόμαστε να εξετάσουμε και την ίδια την κοινοτική οδηγία, εάν όντως ανταποκρίνεται σ' αυτό τον κύριο στόχο της, την περιβαλλοντική και ποσοτική προστασία και την καλή ποιότητα των υδάτων και να εξετάσουμε εάν η εναρμόνιση αυτή γίνεται με το σωστό τρόπο με αυτό εδώ το νομοσχέδιο. Το υδατικό δυναμικό της χώρας μας θα έλεγε κανείς ότι είναι πλούσιο, έχει όμως ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά. Ένα απ' αυτά -που είναι σημαντικά και δεν το εξετάζει καθόλου το νομοσχέδιο και δεν μας έπεισε στην αντίστοιχη επιτροπή για τους λόγους που δεν εξετάζεται- είναι ότι 13.000 κυβικά εκτάρια εισρέουν από γειτονικές χώρες μέσω των μεγαλύτερων ποταμών, οι οποίοι ανήκουν και στη χώρα μας. Είναι γεγονός ότι υπάρχει άνιση χωροχρονική κατανομή των υδατικών πόρων σε συνδυασμό με την άνιση ζήτηση που υπάρχει από τα μεγάλα κέντρα της Αθήνας κυρίως και της Θεσσαλονίκης, του αστικού πληθυσμού, τη γεωμορφολογία της χώρας, το μεγάλο ανάπτυγμα των ακτών και βέβαια, τα πολλά ή με ελάχιστους υδατικούς πόρους νησιά της χώρας μας. Η Ελλάδα έχει γενικά νερά καλής ποιότητας, αλλά οι μακροχρόνιες χωρίς προγραμματισμό και έλεγχο ανθρώπινες δραστηριότητες έχουν αρχίσει να κάνουν εμφανή τα τελευταία χρόνια την υποβάθμισή τους, τόσο στους επιφανειακούς όσο και στους υπόγειους υδάτινους πόρους. Με τα στοιχεία σημαντικών μελετών που έχουν γίνει, διαπιστώνεται ότι υπάρχει ελάττωση της διαθέσιμης ποσότητας νερού με επιπτώσεις στην κάλυψη των ζητήσεων, αλλά κυρίως να διαμορφώνονται άσχημες περιβαλλοντικές συνθήκες στις διάφορες περιοχές, οι σοβαρότερες ζητήσεις που αφορούν ανάγκες που πρέπει να καλύπτονται με έργα μεταφοράς, η ποιοτική κατάσταση των νερών να εμφανίζει μια σειρά προβλήματα που εμφανίζονται με διαφορετικές εντάσεις στις διάφορες περιοχές λόγω υπερνάντλησης, λόγω χρήσης γεωργικών λιπασμάτων και φαρμάκων, τοξικών βιομηχανικών αποβλήτων. Εδώ θα πρέπει να αναφερθούμε σε μια σειρά καταστροφών που έχουν συντελεστεί, συμπεριλαμβανομένης και της λίμνης στην Κορώνεια, στη δική μου περιοχή, και στην αναλγησία του κράτους να λάβει μέτρα για την προστασία των υδατικών πόρων μας. Το δίκτυο παρακολούθησης των ποιοτικών και ποσοτικών παραμέτρων, είναι ανεπαρκές και σε συνδυασμό με τις χαμηλές επενδύσεις και στον τομέα της έρευνας, το θέμα των υδατικών πόρων, το θέμα της διαχείρισης, το θέμα της προστασίας τους γίνεται ακόμη δυσκολότερο. Τα προβλήματα οξύνονται ακόμη περισσότερο από τις πιέσεις και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και από το πρόγραμμα που εφαρμόζει η Κυβέρνηση για την ιδιωτικοποίηση και του νερού, με τις τελευταίες ιδιωτικοποιήσεις της ΕΥΔΑΠ και του Οργανισμού Ύδρευσης Θεσσαλονίκης και την τιμολόγησή του τελικά σαν να είναι ένα εμπορευματικό αγαθό. Μέρος των προβλημάτων βέβαια, εντοπίζεται και στις ελλείψεις του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου. Για να αντιμετωπιστούν τα θεσμικά κενά, δόθηκε κυβερνητική εντολή να συγκροτηθεί μια διϋπουργική ομάδα εργασίας, ούτως ώστε να εξετάσει το θέμα αυτό και το θέμα της εναρμόνισης με την οδηγία. Παρ' όλα αυτά, δεν υπήρξε καμία συνεργασία με τους επιστημονικούς φορείς και βέβαια στην Επιτροπή, ενώ θέσαμε επανειλημμένα αυτό το θέμα, δεν διαθέσαμε ούτε μια συνεδρίαση, με απόφαση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να συζητήσουμε με τους φορείς γι' αυτό το τόσο βασικό θέμα. Η εναρμόνιση λοιπόν της χώρας μας με την οδηγία, έρχεται με μεγάλη καθυστέρηση και ένα μήνα πριν λήξει η υποχρεωτική προθεσμία εναρμόνισης. Θα έλεγα ότι στην κυριολεξία η Κυβέρνηση σέρνεται στην ενσωμάτωση της Οδηγίας 60/2000, ενώ ελάχιστα βέβαια έχει αξιοποιήσει και εφαρμόσει μέχρι τώρα το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο και έχει κυρίως τον ν.1739, ενώ, όπως και σε άλλους τομείς, η χρόνια απουσία της πολιτικής νερού έχει δημιουργήσει μεγάλα και δυσεπίλυτα προβλήματα στην ύδρευση των αστικών κέντρων και των νησιών, στην αγροτική ανάπτυξη, στον τουρισμό, στην ενέργεια, και στην προστασία της ποιότητας και της ακεραιότητας των επιφανειακών, υπόγειων νερών και των υγροτόπων, ως σημαντικών περιβαλλοντικών συστημάτων. Το υπό συζήτηση νομοσχέδιο υποτίθεται ότι θα επίλυε τις λειτουργίες του παλιού θεσμικού πλαισίου και ότι θα εναρμόνιζε την ελληνική νομοθεσία με την κοινοτική. Στην πραγματικότητα ούτε το ένα κάνει, ούτε το άλλο αφού τα προβλήματα που προσπαθεί να λύσει δεν αντιμετωπίζονται με το υπερσυγκεντρωτικό δυσλειτουργικό σχήμα που δημιουργεί με την κεντρική υπηρεσία στο ΥΠΕΧΩΔΕ. Εφαρμόζει έτσι ένα νέο σχήμα που θα έλεγε κανείς ότι είναι ένα κακέκτυπο του παλιού Ν. 1739. Δεν παίρνει δηλαδή την πρωτοβουλία να δημιουργήσει αυτό τον πολυσυζητημένο ενιαίο εθνικό φορέα, ο οποίος θα έχει και στοιχεία διοικητικής αυτοτέλειας και μια ουσιαστική επιστημονική υποστήριξη. Μέσα από μια τέτοια διαδικασία αυτός ο φορέας θα μπορούσε να διαμορφώνει πράγματι μια εθνική πολιτική και προστασίας και διαχείρισης των υδάτινων πόρων. Εμείς λέμε ότι το νομοσχέδιο δεν συμβαδίζει και με βασικές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης γιατί παραλείπει ουσιώδη σημεία σε ότι αφορά τις έννοιες της αρχής διαχείρισης των υδατικών πόρων σε επίπεδο υδρολογικής ενότητας, σε σαφή αναφορά των περιβαλλοντολογικών όρων και των αντίστοιχων δράσεων που πρέπει να γίνουν, ιδιαίτερα όσον αφορά την καλή ποιότητα των υδάτων, στον ορισμό και στη διάκριση μεταξύ των υπηρεσιών ύδατος και χρήσεων ύδατος, στην πρόβλεψη για εξασφάλιση επαρκούς παροχής επιφανειακού και υπόγειου νερού, στη μη πρόβλεψη διατάξεων για τα διακρατικά νερά. Τίθεται έτσι το ερώτημα: Η εναρμόνιση στην οδηγία επιβάλλει ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο; Ή θα αρκούσε μια απλή νομοθετική πράξη και σε ότι αφορά το νόμο που έχουμε, τις αναγκαίες τροπολογίες και ρυθμίσεις σε θέματα πράγματι περιφερειακής ανασυγκρότησης και κυρίως σε επίπεδο πολιτικής βούλησης για την εφαρμογή του νομοθετικού μας πλαισίου κυρίως στα θέματα της προστασίας και της βιώσιμης ολοκληρωμένης διαχείρισης των υδατικών πόρων που δεν υφίσταται σήμερα στη χώρα μας; Εκείνο που έχει σημασία για όλους μας είναι ότι θα πρέπει μέσα από έναν ενιαίο φορέα η χώρα μας να αποκτήσει κάποτε μια πολιτική για το νερό σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Μέσα από αξιόπιστα, ενισχυμένα και σωστά στελεχωμένα κεντρικά και περιφερειακά όργανα και υπηρεσίες του δημόσιου τομέα να τον εξειδικεύσει και να εφαρμόσει ένα σύστημα ολοκληρωμένης διαχείρισης. Σύστημα που θα προτάσσει την στήριξη στην ποσοτική επάρκεια και την ποιοτική προστασία των υδατικών πόρων προκειμένου να καθορίσει στη συνέχεια με έναν ολοκληρωμένο τρόπο και τους αναπτυξιακούς σχεδιασμούς που συνδέονται με τη χρήση του νερού. Γιατί η οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αξίζει να σημειώσουμε ότι έχει ορισμένα κρίσιμα σημεία πολύ σημαντικά. Στο εισαγωγικό της κείμενο η οδηγία προσδιορίζει ότι το νερό δεν είναι εμπορικό προϊόν όπως τα άλλα, αλλά κληρονομιά που πρέπει να προστατεύεται και να τυγχάνει κατάλληλης μεταχείρισης. Επιβεβαιώνονται παρακάτω οι ανάγκες για την βελτίωση της οικολογικής ποιότητας των επιφανειακών υδάτων και για την αειφόρο διαχείριση των υπογείων υδάτων. Είναι προφανές λοιπόν ότι κύριοι στόχοι της οδηγίας είναι πράγματι η προστασία των υδάτινων οικοσυστημάτων. Οι στόχοι αυτοί όμως απουσιάζουν από το νομοσχέδιο. Δικαιολογηθήκατε ότι θα μπορεί κανείς ευθέως να προστρέχει στην κοινοτική οδηγία. Δημιουργείτε όμως ένα ολόκληρο νομοθετικό πλαίσιο. Έπρεπε να ενσωματώσετε τους στόχους και τους σκοπούς αυτούς εάν όντως αυτοί είναι οι σκοποί σας. Αλλά παρακάτω στα θέματα της χρήσης του νερού, στα θέματα ανάκτησης κόστους και της τιμολόγησης πολλές διατάξεις αυτού του νομοσχεδίου ανατρέπουν τις γενικές αρχές και τους στόχους της κοινοτικής οδηγίας. Και η σημαντικότερη παράλειψη που κάνετε είναι ότι δεν υπάρχει ο ορισμός του νερού. Είναι άκρως απαραίτητος ο ορισμός του νερού. Διολισθαίνει όμως το νομοσχέδιο και αφήνει συνεχώς μέσα από τις διατάξεις που έπονται να θεωρείται ότι το νερό είναι ένα εμπορικό αγαθό ενώ το νερό και σύμφωνα με την οδηγία και με το Ν. 1739 οριζόταν καλύτερα. Εκείνος ο νόμος το έθετε ότι είναι ένα κοινωνικό αγαθό. Εδώ δεν υπάρχει κανένας ορισμός και καμιά προσέγγιση ακριβώς για να έχει λυμένα τα χέρια της η κυβέρνηση και να μπορεί να αποφασίζει ότι θέλει για την πολιτική στην χρήση και στην τιμολόγηση του νερού. Εμείς θεωρούμε ότι το νερό είναι φυσικός πόρος και μάλιστα σε ανεπάρκεια. Βάσει αυτής της αρχής θα πρέπει να στηριχθεί όλη η πολιτική για τη διαχείριση, τη χρήση και την τιμολόγηση του νερού. Το νομοσχέδιο επιχειρεί να ρυθμίσει λοιπόν το μέρος της προστασίας και πολύ λιγότερο επιτυγχάνει να ρυθμίσει το θέμα της βελτίωσης της ποιότητας παρ' όλο που η κοινοτική οδηγία επιτάσσει αυτό το πράγμα. Περιορίζεται μόνο σε ασαφείς διατυπώσεις ώστε να αντιμετωπίσει το ποσοτικό θέμα σε σχέση με το ποιοτικό. Η κυβέρνηση δεν θέλει να αναλάβει δεσμεύσεις για το πώς θα διαχειριστεί το ποσοτικό πρόβλημα. Αυτό συνδέεται με τους φορείς και τις υπηρεσίες διαχείρισης του πόσιμου νερού και με την ιδιωτικοποίηση που ήδη έχει γίνει, η οποία θα επεκταθεί και σε επόμενες χρήσεις του νερού, στην ενέργεια -όπου έχει γίνει σταδιακή ιδιωτικοποίηση- στην άρδευση κ.ο.κ. Τα προβλήματα όμως είναι υπαρκτά. Οι εντάσεις μεγαλώνουν κυρίως στην αγροτική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές ελλειμματικές σε νερό, όπως είναι τα νησιά. Εντείνονται παράλληλα και τα προβλήματα της υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτινων πόρων. Τελικά τι γίνεται; Ποιο ήταν το επισπεύδον Υπουργείο μέχρι τώρα για τα θέματα προστασίας των υδάτινων πόρων σύμφωνα με το Ν. 1650/86; Το ΥΠΕΧΩΔΕ. Δεν εφάρμοσε το Ν. 1650 για την προστασία των υδάτων. Θα τον εφαρμόσει τώρα που θα συγκεντρώσει και όλες τις άλλες αρμοδιότητες, τη στιγμή που δεν διαφαίνεται μια ουσιαστική αναδιάρθρωση και ανασυγκρότηση και στελέχωση αυτών των υπηρεσιών και των οργάνων που θα μπορέσουν να ασκήσουν αυτή τη διαχείριση; Τα θέματα ανάκτησης του κόστους του νερού, η κοστολόγηση κα η τελική τιμολόγηση στοχεύουν πράγματι στο να αποτραπεί η σπατάλη του νερού από την κακή διαχείριση; Ή θα οδηγήσουν στην ιδιωτικοποίηση και αυτού του τομέα και στην αύξηση του κόστους παραγωγής ακόμη και για τα συνήθη αγροτικά προϊόντα ούτως ώστε στο τέλος να καταλήξουν να μην είναι ανταγωνιστικά στην ευρωπαϊκή και στην παγκόσμια αγορά; Θα μπορεί στα πλαίσια της ανάκτησης κόστους για οικιακές χρήσεις να προβλέπεται και η ανάγκη επιδότησης του νερού σε χαμηλές καταναλώσεις; Η διεύρυνση παράλληλα που γίνεται -ενώ δεν υπάρχει στην οδηγία- της αρχής ο ρυπαίνων πληρώνει και ο χρήστης πληρώνει, καθιστά πράγματι το νερό ένα σύνηθες εμπόρευμα και διευκολύνει τις πολιτικές ιδιωτικοποιήσεις του νερού. Στο τέλος ξέρετε πού μπορεί να οδηγηθούμε; Στη λεγόμενη νεοφιλελεύθερη πολιτική ακόμη και για το νερό. Δηλαδή όποιος έχει και πληρώνει μπορεί και να ρυπαίνει και να κάνει υπερκατανάλωση. Διότι με τις ασαφείς διατάξεις όσον αφορά αυτή την αρχή "ο ρυπαίνων και ο χρήστης πληρώνει" υπάρχει πράγματι κίνδυνος να διαστρεβλώσουμε τα θέματα αρχών που είχαμε προσπαθήσει να υλοποιήσουμε στη χώρα μας, αλλά λόγω έλλειψης αξιόπιστου δικτύου ελέγχου, δεν καταφέραμε να προστατεύσουμε τους υδάτινους πόρους. Θα αναφερθώ λίγο στο νέο διοικητικό σχήμα. Αφού το Εθνικό Συμβούλιο Υδάτων δεν μπόρεσε να αποτελέσει αυτόν τον ενιαίο και με αυτοδιοικητικά κριτήρια φορέα διαχείρισης υδάτινων πόρων, θέλουμε η Εθνική Επιτροπή με το Εθνικό Συμβούλιο να αποτελέσουν τα κατ' εξοχήν όργανα που θα διαμορφώνουν και την πολιτική και θα εγκρίνουν και τα εθνικά και τα περιφερειακά σχέδια διαχείρισης. Θα πρέπει οπωσδήποτε αυτά τα δύο όργανα να υποστηρίζονται επιστημονικά. Υπάρχει πρόταση της ΟΚΕ για το Ινστιτούτο, αλλά προβλέψτε μία επιστημονική και διοικητική στήριξη αυτών των οργάνων, για να εφαρμόσουν μία εθνικά πολιτική στους υδάτινους πόρους. (από «δευτερολογία) Θα ήθελα να αναφερθώ στο άρθρο 2. Ο Ν.1739 έπρεπε να προσαρμοστεί στην κοινοτική οδηγία σε δύο τρία βασικά του σημεία. Δεν χρειαζόταν όλη αυτή η φιλολογία. Το πρώτο θέμα που το είπαμε όλοι αλλά και ο κύριος Πρωθυπουργός πριν από δύο χρόνια είναι ότι πρέπει να συστηθεί ένας ενιαίος φορέας για τη διαχείριση και την ολοκληρωμένη προστασία. Δεν τον περιελάμβανε ο Ν. 1739 και γι' αυτό έπρεπε να γίνει. Και αυτό και για την εναρμόνιση αλλά και για τις ανάγκες της χώρας που δεν είχε ποτέ μια ενιαία υδατική πολιτική και ούτε όργανα για την προστασία των υδάτινων πόρων και τη διαχείρισή τους. Τι κάνει λοιπόν αυτό το νομοσχέδιο; 'Ερχεται να συστήσει πάλι δύο άτυπα όργανα. Η Εθνική Επιτροπή συνεδριάζοντας μια φορά το χρόνο και μη έχοντας καμια άλλη διασύνδεση είτε με ένα επιστημονικό όργανο, είτε με ένα όργανο διοίκησης που έχει επιστημονικό και τεχνικό χαρακτήρα να ασκεί έρευνα, δεν μπορεί να επιτελέσει έργο. Εμείς στην Εθνική Επιτροπή Υδάτων θα βλέπαμε και βλέπουμε το ρόλο του ενιαίου φορέα εφόσον αυτή η επιτροπή μπορέσει και ενσωματώσει τα εργαλεία για να κάνει τη δουλειά της και όχι συνεδριάζοντας μια φορά το χρόνο για να εγκρίνει τα σχέδια. Τώρα δεν μπορεί να εμβαθύνει στα σχέδια, δεν μπορεί να διαμορφώσει και να χαράξει υδατική πολιτική. Το ίδιο συμβαίνει και με το Εθνικό Συμβούλιο. Και εδώ δεν προβλέπεται καμια αρμοδιότητα. Κάπου λέει ότι παίρνει τα σχέδια και τα εισηγείται παραπέρα και τίποτα άλλο, καμιά υποστήριξη καμια αρμοδιότητα. Εμείς λέμε ότι εφόσον δεν προχωρήσατε σε έναν ενιαίο φορέα, η Εθνική Επιτροπή Υδάτων και το Εθνικό Συμβούλιο θα πρέπει να εξοπλιστούν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ασκήσουν όλες τις αρμοδιότητες που αφορούν όχι μόνο τη χάραξη πολιτικής αλλά και τη διαμόρφωση και την έγκριση όλων των σχεδίων και των κεντρικών και των περιφερειακών. Πρέπει να έχουν και το συντονισμό όλων των υπηρεσιών και φορέων που εμπλέκονται στη χρήση ύδατος. Είναι δυνατό η Υπηρεσία Υδάτων να υπάγεται στο ΥΠΕΧΩΔΕ και να παίζει ρόλο ενιαίου φορέα; Θα είναι ένα όργανο της διοίκησης; Αυτό λέει η κοινοτική οδηγία; Δεν έχετε καμιά σχέση με το πνεύμα της κοινοτικής οδηγίας. Δεν μπορεί μια κεντρική υπηρεσία ενός Υπουργείου να παίξει το ρόλο του συντονιστή με τους άλλους φορείς των αποφάσεων και της μελέτης του σχεδιασμού κλπ. Υπάρχει μια υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων. Επίσης, ο φορέας δεν έχει τον εθνικό χαρακτήρα ή το χαρακτήρα μιας διοικητικής ανεξάρτητης αρχής για να δράσει ως ένα όργανο συντονισμού απεμπλοκής του ανταγωνισμού των διαφόρων φορέων και από κει και πέρα να χαράξει εθνική πολιτική. Τι άλλο μεγάλο δεν γίνεται; Δεν γίνεται τίποτε για τα θέματα των λεκανών απορροής και των υδάτινων διαμερισμάτων. Ο προηγούμενος νόμος είχε προβλήματα και γι' αυτό δεν λειτούργησε. Γι' αυτό εμείς λέμε ότι θα έπρεπε να πάτε κάπως ανάποδα, δηλαδή να καθοριστούν τα υδατικά διαμερίσματα με βάση τις λεκάνες απορροής σε ένα διαμέρισμα που θα μπορούσε με αυτάρκεια να καλύψει τους απαραίτητους υδάτινους πόρους για την περιοχή, να εξασφαλίσει ποιότητα κ.ο.κ. Αυτό το διαμέρισμα θα μπορεί να εμπεριέχει διοικητικά δύο μέχρι τρεις περιφέρειες. Αλλά το διαμέρισμα αυτό με άλλους όρους υδρολογικούς ποιότητας και επάρκειας θα μπορούσε να συσταθεί. 'Ετσι θα προέκυπταν λιγότερα διαμερίσματα και θα μπορούσε αυτό το κράτος κάνοντας οικονομία των δυνάμεών του, να δημιουργήσει όργανα και υπηρεσίες που να επιτελέσουν αυτό το έργο που επιβάλλεται από τις ανάγκες που έχει η χώρα μας και από την κοινοτική οδηγία. Τώρα δεν κάνετε τίποτα. Απλά κάνετε έναν πολυκερματισμό. Δεν υπάρχει λόγος ο γενικός γραμματέας της περιφέρειας να έχει όλες αυτές τις ευθύνες. Δεν είναι αυτό αποκέντρωση. Ορισμένα πράγματα που επιδέχονται φυσικούς προσδιορισμούς δεν μπορούν να γίνονται διοικητικά. Ούτε εκεί μπορούμε να εξαντλήσουμε άλλου τύπου σκοπιμότητες. 'Εχει ανάγκη η χώρα από μια ενιαία συγκρότηση και οργάνωση τουλάχιστον σ' αυτά τα κρίσιμα ζητήματα του περιβάλλοντος του νερού της ενέργειας κλπ. Πρέπει να αποκτήσουμε περιφερειακή πολιτική με όργανα και μονάδες που θα μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους παράγοντας και εφαρμόζοντας πολιτική. Αυτό εμείς λέμε για τις λεκάνες απορροής. Ξέρουμε πολύ καλά τα προβλήματα και του προηγούμενου νόμου και τα προβλήματα που θα δημιουργήσει αυτός ο νόμος στο μεταβατικό στάδιο. Θα έχετε λοιπόν 13 περιφέρειες και μία πανσπερμία οργάνων με έναν το πολύ υπάλληλο για να εφαρμόσετε αυτή την πολιτική. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα.