Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση επερώτησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αρμοδιότητας του Υπουργείου Ανάπτυξης σχετικά με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ομιλία κατά τη συζήτηση επερώτησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αρμοδιότητας του Υπουργείου Ανάπτυξης σχετικά με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

E-mail Εκτύπωση PDF
Κατ’ αρχήν, θα ήθελα να αναφερθώ στην εμμονή του κυρίου Υπουργού, του κυρίου Σιούφα, για τη φράση του «ακόμη και ο Συνασπισμός!» -και ξανά «ακόμη και ο Συνασπισμός!»- που λέει ορισμένα πράγματα. Νομίζω ότι δεν θυμάται καλά και θα πρέπει να ανατρέξει στα Πρακτικά της προηγούμενης θητείας της Βουλής, που σχεδόν κάθε χρόνο, παρά τις μικρές δυνατότητες που έχουμε σε αριθμό επερωτήσεων στη Βουλή, καταθέταμε επερώτηση προς το ΠΑΣΟΚ, για τα θέματα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, πέρα βέβαια από όλες τις άλλες παρεμβάσεις μας, ερωτήσεις, κοινοβουλευτικό έλεγχο κλπ., που είχαμε κάνει. Και θαρρώ, πως η δική μας αντιπολιτευτική, αλλά και συγχρόνως προγραμματική πολιτική απέναντι και στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ για την εγκατάλειψη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ήταν πολύ ισχυρότερη από αυτήν της Νέας Δημοκρατίας. Συζητάμε σήμερα ξανά, λοιπόν, τα θέματα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με την επερώτηση που κάνει το ΠΑΣΟΚ. Να επαναλάβουμε για μια ακόμη φορά ότι αποτελούν τον κύριο όγκο των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συμβάλλουν αποφασιστικά στην οικονομική ανάπτυξη, στην παραγωγή, στην απασχόληση, στην αποκέντρωση, στην κοινωνική συνοχή. Στη χώρα μας οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι περιφερειακά κατανεμημένες, απασχολούν το 75% περίπου του εργατικού δυναμικού στον ιδιωτικό τομέα, παράγουν το 30%-40% του ΑΕΠ και δημιουργούν 7 στις 10 νέες θέσεις εργασίας. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις με προσωπικό λιγότερο από 10 άτομα και χαρακτηρίζονται από τον οικογενειακό χαρακτήρα. Αναπτύχθηκαν μέσα σε ένα άναρχο θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο χωρίς προγραμματισμό και χωρίς συγκεκριμένο πλαίσιο πολιτικών με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν επί σειρά ετών τώρα σοβαρά προβλήματα ακόμα και επιβίωσης ιδιαίτερα στις νέες συνθήκες παγκοσμιοποίησης και ανοιχτού ανταγωνισμού. Δυστυχώς, η συμμετοχή της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα σημαντικά κονδύλια που έχουν εισρεύσει από εκεί δεν συνοδεύτηκε ούτε με την ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων ούτε με την αύξηση των εξαγωγών της χώρας μας προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιβάλλεται, λοιπόν -όπως πάντα τονίζαμε και στην προηγούμενη Κυβέρνηση- και η σημερινή Κυβέρνηση να αναπτύξει συγκεκριμένη στρατηγική με στόχο την ανάπτυξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην παραγωγικότητα και στην ανταγωνιστικότητα ώστε να γίνουν βιώσιμες, ώστε πράγματι να συμβάλλουν στην περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας μας που πραγματικά παρουσιάζει πολύ μεγάλη υστέρηση. Οι οργανώσεις των εκπροσώπων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων επί σειρά ετών τώρα περισσότερο από δέκα χρόνια θέτουν συνεχώς το ζήτημα της εγκατάλειψης τους από το κράτος. Της συρρίκνωσής τους, της έλλειψης μέτρων και κλαδικών πολιτικών που θα ενίσχυαν τις επιχειρήσεις αυτές που αποτελούν την ψυχή της εθνικής οικονομίας και όπως βλέπουμε καθημερινά αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης. Κλείνουν η μια μετά την άλλη. Τα αιτήματά τους βέβαια είναι εύλογα και δίκαια και δυστυχώς η κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει είναι αποτέλεσμα της πολιτικής που εφαρμόζεται και από τα δυο κόμματα. Που εφαρμόστηκε και από τις Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και συνεχίζεται και από την Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, η οποία βοηθά στη συγκέντρωση του κεφαλαίου και τη δημιουργία ολιγοπωλίων. ʼρα εξ αντικειμένου αποδυναμώνει και εξαφανίζει τις μικρές επιχειρήσεις καθώς επίσης το άδικο και ελλιπές φορολογικό σύστημα που επιδεινώνει την κατάστασή του, τη συρρίκνωση των μισθών μέσω των εισοδηματικών πολιτικών λιτότητας, περιορίζει δραστικά τη ζήτηση, την ακρίβεια, η οποία τελικά είναι κυρίαρχη και δεν πατάσσεται. Όλα αυτά έχουν άμεσο αντίκτυπο στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ένα από τα επιχειρήματα που ακούμε από τους εκπροσώπους της σημερινής κυβέρνησης είναι ότι με τον νέο αναπτυξιακό νόμο θα λυθούν τα προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί όλα αυτά τα χρόνια. Σε ό,τι αφορά τον αναπτυξιακό νόμο πρέπει να πω ότι από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα έχουν ψηφιστεί στη χώρα μας πάνω από 30 αναπτυξιακοί νόμοι. Δεν είναι κάτι καινούριο. Που σημαίνει ότι από μόνος του ο αναπτυξιακός νόμος δεν αποτελεί πανάκεια για την αντιμετώπιση των αναπτυξιακών προβλημάτων. Από την παγκόσμια άλλωστε εμπειρία προκύπτει ότι για να έχουν αποτέλεσμα τα όποια κίνητρα χρειάζονται ορισμένες προϋποθέσεις. Οι πιο βασικές από αυτές τις προϋποθέσεις είναι: η ύπαρξη ενός στρατηγικού σχεδίου συνολικά για την χώρα και ειδικότερα για την κάθε περιφέρεια. Η επάρκεια ειδικών υποδομών. Η ύπαρξη δημόσιων φορέων, συλλογικών φορέων διάδοσης της γνώσης, μεταφοράς των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για τις επιχειρήσεις. Η ύπαρξη χωροταξικού σχεδιασμού. Η αποσαφήνιση των χρήσεων γης για να ξέρει κανείς πως μπορεί να σχεδιάσει την εγκατάσταση και να οργανώσει την δραστηριότητά του. Η ύπαρξη μιας αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης. Και βέβαια σε όλα αυτά διαχέεται ο ανθρώπινος παράγοντας, το εργατικό δυναμικό, η γνώση, η εξειδίκευση, η εμπειρία κοκ. Αν δεν υπάρχουν λοιπόν αυτές οι προϋποθέσεις τα κίνητρα δεν μπορούν να αποδώσουν. Αν δεν εφαρμοστούν σωστές φορολογικές πολιτικές, η παγκόσμια εμπειρία λέει ότι θα κινηθούμε μόνο σε οριακά αποτελέσματα. Ποια είναι η συμμετοχή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων επί της ουσίας στο Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης; Περίπου 3,7%. Επομένως, εφόσον με τις καθυστερήσεις που έχουμε απομένει περίπου το 60% της απορρόφησης του Γ’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, τίθεται θέμα επανασχεδιασμού, ανακατανομής των πόρων και επιτάχυνσης της απορρόφησης του Γ’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, ώστε να ενισχυθούν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω της χρηματοδότησης δράσεων που υποβοηθούν αυτές τις επιχειρήσεις. Ένα από τα πιο διαχρονικά και σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μικρές επιχειρήσεις είναι το πρόβλημα της χρηματοδότησης. Αυτό το πρόβλημα επιτείνεται σήμερα, λόγω της ιδιωτικοποίησης και της υπερσυγκέντρωσης των τραπεζών. Οι τράπεζες λειτουργούν ως κερδοσκοπικοί οργανισμοί. Όταν λέμε ότι πρέπει να ενισχυθούν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αυτή η φράση δεν μπορεί να βρει ανοικτά αυτιά, ούτε στη EUROBANK, ούτε στην Εθνική, διότι αυτό που τους απασχολεί είναι το μέρισμα που θα δοθεί στους μετόχους. ʼλλωστε, βλέπουμε τα δραματικά αποτελέσματα από τη συμπεριφορά των τραπεζών στη βιομηχανία φωσφορικών λιπασμάτων που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το κέρδος και καθόλου, μα καθόλου, η συμβολή τους στην ανάπτυξη της χώρας, ενώ έχουν αποκομίσει τεράστια οφέλη. Το ωράριο είναι ένα θέμα, το οποίο δημιούργησε -το έχουμε συζητήσει πάρα πολλές φορές- πρόσθετα προβλήματα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ήταν γνωστά τα στοιχεία και από την Τράπεζα της Ελλάδας, αλλά και από άλλα στοιχεία που είχαμε στη διάθεσή μας ότι ο τζίρος αυξήθηκε πολύ περισσότερο στα μεγάλα καταστήματα και τα πολυκαταστήματα. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά για μια διαχρονική τάση. Ο τζίρος των αλυσίδων μεγαλώνει πιο γρήγορα από εκείνο των μικρών επιχειρήσεων. Και σ' αυτό κατεξοχήν έχουν συμβάλει οι προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Συντελείται ένα ξαναμοίρασμα της αγοράς υπέρ των μεγάλων καταστημάτων, υπέρ των πολυκαταστημάτων. Και ό,τι μέτρο παίρνετε διαρθρωτικά, επειδή ακριβώς δεν στηρίζεται σε ένα στρατηγικό σχεδιασμό, σε μια ολοκληρωμένη πολιτική, οποιοδήποτε άλλο μέτρο, και αυτά τα μέτρα που προτείνει ο αναπτυξιακός νόμος, δεν μπορούν να δημιουργήσουν συνθήκες ανάκαμψης στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Επιμένουμε, λοιπόν, όπως επιμέναμε και στις κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και στη σημερινή Κυβέρνηση, ότι χρειάζονται γενναία μέτρα, χρειάζεται μια αλλαγή πολιτικής απέναντι στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, εάν θέλουμε πράγματι να πούμε ότι η χώρα μας ενδιαφέρεται για το μεγάλο αυτό τομέα, ο οποίος αναπτύσσεται περιφερειακά και προσφέρει πραγματικά επτά στις δέκα, θέσεις εργασίας.