Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση επερώτησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ., σχετικά με την τευτλοπαραγωγή και την Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης

Ομιλία κατά τη συζήτηση επερώτησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ., σχετικά με την τευτλοπαραγωγή και την Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης

E-mail Εκτύπωση PDF
Κύριοι συνάδελφοι, πάρα πολλά χρόνια τώρα λέμε ότι ο αγροτικός τομέας βρίσκεται σε αδιέξοδο. Κύρια χαρακτηριστικά του είναι το χαμηλό γεωργικό εισόδημα που είναι στο 50% του μέσου κοινοτικού όρου και οι πολλαπλές δυσκολίες προσαρμογής του. Συνέπεια αυτών είναι η σταδιακή εγκατάλειψη της γεωργικής παραγωγής. Υποστηρίζουμε ότι δεν είναι δικαιολογημένη αυτή η αναπόφευκτη εξέλιξη. Χρειάζεται να παρέμβουμε, να αποτρέψουμε τη βίαιη μείωση του ενεργού αγροτικού πληθυσμού, την ερήμωση της υπαίθρου, την ανισόρροπη ανάπτυξη, την περιβαλλοντική επιβάρυνση, την καταδίκη των φτωχών περιοχών των ορεινών και προβληματικών περιοχών της χώρας. Με αυτήν την επερώτηση στην ουσία τίθεται το ερώτημα και προς την Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αλλά και προς τους ίδιους τους επερωτώντων Βουλευτών του ΠΑ.ΣΟ.Κ. των προηγουμένων κυβερνήσεων κατά πόσο έχει διαμορφωθεί μια εθνική αγροτική πολιτική ώστε η ελληνική γεωργία να γίνει βιώσιμη και να έχει μέλλον. Είναι βέβαιο ότι η νέα Κ.Α.Π. θα επιφέρει ριζικές αλλαγές στον αγροτικό τομέα. Η πληθώρα των μικρών και μεσαίων αγροτικών εκμεταλλεύσεων δεν θα μπορέσει να αντέξει στην πίεση της αγοράς και των μεγάλων συμφερόντων. Ο συνολικός όγκος της παραγωγής των αγροτικών προϊόντων και ο αριθμός των Ελλήνων παραγωγών θα μειωθούν σημαντικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας πολιτικής είναι η τευτλοκαλλιέργεια που συζητάμε σήμερα. Απορώ γιατί το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν το συνδέει με την άλλη απόφαση και την τεράστια πίεση που είχε ασκήσει ούτως ώστε σε όλα τα επίπεδα να υπάρξει πλήρης αποδέσμευση της ενίσχυσης από την παραγωγή. Γιατί πράγματι η εξέλιξη και οι προοπτικής της τευτλοκαλλιέργειας στην Ελλάδα αποτελούν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της εφαρμοζόμενης ΚΑΠ. Παρά το γεγονός ότι τα ζαχαρότευτλα δεν επιδοτούνται με τον γνωστό τρόπο αλλά η εισροή πόρων από την Ευρωπαϊκή Ένωση αφορά κυρίως την επιστροφή εξαγωγών ζάχαρης μέσα στα μεταποιημένα προϊόντα εντούτοις θα υποστούν τις συνέπειες μιας αγροτικής πολιτικής που αποβλέπει στη συρρίκνωση της αγροτικής παραγωγής και στη σταδιακή εγκατάλειψη της γεωργίας. Η αποδέσμευση της ενίσχυσης από την παραγωγή ήταν και για την τευτλοκαλλιέργεια το ουσιαστικό και αποφασιστικό βήμα. Μένει λοιπόν αναπάντητο το ερώτημα γιατί παρά το αίτημα για τη διασφάλιση του εισοδήματος των παραγωγών, για τη διατήρηση της παραγωγής ζάχαρης σε όλες τις περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να μην κατακλυστεί η ευρωπαϊκή αγορά μετά το 2009 από εισαγωγές και να ληφθούν οι αποφάσεις μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου δεν επιτεύχθηκε τίποτα από όλα αυτά. Επομένως, υπάρχουν ευθύνες, κύριε Υπουργέ, για τη διαδικασία και το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης. Πέραν τούτου, όμως, και επειδή η επιχειρηματολογία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν το κόστος της παραγωγής ζάχαρης σε σχέση μ' αυτό των άλλων χωρών, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το 1981, με την είσοδο της χώρας μας στην τότε ΕΟΚ, η χώρα μας παρήγαγε τη φθηνότερη ζάχαρη της Ευρώπης. Πώς, λοιπόν, σήμερα η εξέλιξη αυτού του προϊόντος είναι τόσο δυσμενής; Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός παραγωγών που έχουν επενδύσει είτε στη γνώση είτε σε εξοπλισμό και θέλουν και πρέπει να συνεχίσει αυτή η καλλιέργεια. Παρόμοια εκτιμάται ότι είναι και η στάση της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης, που θα εξακολουθήσει να δραστηριοποιείται στο χώρο, παρά τις όποιες απαιτούμενες προσαρμογές. Με αυτά, λοιπόν, τα δεδομένα και με την ανάγκη να διατηρηθεί η τευτλοκαλλιέργεια, η οποία απασχολεί δύο χιλιάδες εργαζόμενους στη βιομηχανία, θα πρέπει να ληφθούν άμεσα, συγκεκριμένα μέτρα, προκειμένου να αμβλυνθούν οι επιπτώσεις της αναθεώρησης, τουλάχιστον στις μη ανταγωνιστικές περιοχές. Θα πρέπει, λοιπόν, να δοθεί ο αγώνας για την επιβίωση της ζαχαροβιομηχανίας στη χώρα μας και παράλληλα να προωθηθούν σχέδια ενίσχυσης των επενδύσεων με συμπληρωματικές, σύγχρονες δραστηριότητες. Τα συζητήσαμε και στο νομοσχέδιο για τα βιοκαύσιμα. Κανένας προγραμματισμός και από την προηγούμενη κυβέρνηση, αλλά και από τη νέα Κυβέρνηση και το Υπουργείο Ανάπτυξης. Ελλιπέστατη η συνεργασία με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, προκειμένου να μας δώσει κάποια στοιχεία για τη βιωσιμότητα αυτών των δραστηριοτήτων. Δεν καθορίζονται μέτρα για την προώθηση της παραγωγής της πρώτης ύλης. Πέραν αυτού του νόμου, άλλωστε, μέχρι σήμερα δεν έχει εκπονηθεί κανένας κεντρικός σχεδιασμός για τον προσδιορισμό των αναγκών σε πρώτη ύλη ή για τα κίνητρα για την καλλιέργεια ενεργειακών φυτών. Δεν πρέπει, λοιπόν, να χαθεί η μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα όχι μόνο προκειμένου να ανοιχθούν νέοι ορίζοντες στη βιομηχανία και να απορροφηθεί ένα σημαντικό επιστημονικό και τεχνικό δυναμικό της χώρας που σήμερα είναι άνεργο με την κατάλληλη ενίσχυση της βιομηχανίας ανανεώσιμων καυσίμων, αλλά και για να μην χαθεί η ευκαιρία να δοθεί μια νέα πνοή στις αγροτικές καλλιέργειες της ελληνικής υπαίθρου. Το 2002 συμμετείχα σε ένα συνέδριο στην Ισπανία, για τη χρήση της βιομάζας ως βιοκαύσιμο στις μεταφορές. Ήδη, τότε η Ισπανία είχε έτοιμες τις μονάδες και πίεζε για την οριστικοποίηση της έκδοσης της σχετικής οδηγίας. Η Γερμανία, βέβαια, ήταν έτοιμη προ πολλού, σήμερα, έχει τους μεγαλύτερους δείκτες, κ.ο.κ.. Η Ελλάδα, όπως πάντα, δεν έχει καμία προετοιμασία, έστω και σε θεωρητικό επίπεδο, σε επίπεδο ενημέρωσης των επιχειρήσεων, των αγροτών και τις δυνατότητες της καλλιέργειας των ενεργειακών φυτών και άλλων συγκριτικών πλεονεκτημάτων που έχει η χώρα. Βέβαια, κύριε Υπουργέ, αναφέρομαι σ' αυτήν την πορεία και όχι στο τελευταίο δίμηνο, όπου πράγματι συναντηθήκαμε και μαζί στο Συνέδριο του Τεχνικού Επιμελητηρίου και εκεί ουσιαστικά είδατε και εσείς πόσο πιο μπροστά από εμάς τους πολιτικούς είναι το νέο δυναμικό, πόσοι ήταν αυτοί που σας παρακολουθούσαν, όπου με αγωνία περιμένουν πράγματι να υπάρξει σχεδιασμός, να υπάρξει αποφασιστικότητα, να προχωρήσουμε σε αυτούς τους νέους τομείς. Γι’ αυτό σας το λέω, γιατί υπάρχει έκδηλη ακόμα αυτή η αγωνία και υπάρχει η ανάγκη να προσπαθήσουμε και να τρέξουμε όλοι μαζί. Υπάρχει ένα πρόβλημα, ότι η πρώτη ύλη, το τελικό προϊόν, φοβούμαστε όλοι, φοβούνται και οι νέοι άνθρωποι και οι νέοι αγρότες, μήπως τελικά αυτό το προϊόν των καυσίμων, αφού έχει και τη σημαντική υποχρέωση η χώρας μας κατά 5,75%, της χρήσης καυσίμου στις μεταφορές να προέρχεται από βιοκαύσιμο, αναγκαστούμε, για να εκπληρώσουμε αυτή την υποχρέωση να εισάγουμε τελικά και το προϊόν και γενικότερα ολοκληρωμένο το βιοκαύσιμο από το εξωτερικό, παρά βέβαια, τις κάποιες ρυθμίσεις στις ασφαλιστικές δικλείδες, οι οποίες είχαν τεθεί στο νόμο για τα βιοκαύσιμα. Σε πρόσφατη επίσκεψή μου στη Λάρισα –πριν από μια εβδομάδα ήμουν εκεί- διεπίστωσα ότι οι τευτλοκαλλιεργητές της περιοχής αγωνιούν για το μέλλον της καλλιέργειας και έχουν άγνοια, κύριε Υπουργέ, για τα σχέδια της Κυβέρνησης και συγκεκριμένα για τις επικείμενες αλλαγές. Δικαιολογημένα δε αφού δεν γνωρίζουν βασικά πράγματα, όπως αν θα συνεχίσουν να καλλιεργούν τεύτλα μετά τους περιορισμούς που τίθενται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε τι εκτάσεις, με ποιες ενισχύσεις θα παράγουν τεύτλα και σιτάρι για βιομάζα, εάν και πώς θα εφαρμοσθεί βιολογική καλλιέργεια και βέβαια πώς θα διαμορφωθούν οι τιμές, γιατί τα νούμερα που δίδονται ενδεικτικά είναι απολύτως βέβαιο ότι δεν επαρκούν. Επίσης αντιτίθενται και απαιτούν εξηγήσεις –το έχω καταθέσει και εγώ με ερώτησή μου- από την Κυβέρνηση για τα κριτήρια με βάση τα οποία επιλέχθηκε το εργοστάσιο της Λάρισας μαζί με το εργοστάσιο της Ξάνθης για τη μετατροπή σε μονάδα παραγωγής βιοαιθανόλης, αφού στη Λάρισα τουλάχιστον από τη συζήτηση προέκυψε ότι είναι ένα εργοστάσιο το οποίο πρόσφατα έχει εκσυγχρονισθεί για να λειτουργήσει για την παραγωγή ζάχαρης και από ό,τι φαίνεται αυτός ο σύγχρονος εξοπλισμός σε κανένα τμήμα του δεν μπορεί να λειτουργεί συμπληρωματικά για την άλλη παραγωγή. Ο κ. Μπασιάκος ζήτησε στο Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη στήριξη της καλλιέργειας των ενεργειακών φυτών και κατά τις δηλώσεις του επέμενε στην αύξηση της χορηγούμενης ενίσχυσης. Ποιο, όμως, θεωρεί ότι είναι το ελάχιστο επίπεδο ενίσχυσης ώστε να αφήνουν ένα λογικό κέρδος και να δίνει ένα σοβαρό κίνητρο στους αγρότες να καλλιεργούν; Ήδη εκπρόσωποι των παραγωγών έχουν απορρίψει την προτεινόμενη από την Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης τιμή για παράδοση τεύτλων στο νέο εργοστάσιό της εκτιμήθηκε σύμφωνα με μελέτη της στα 33,5 ευρώ τον τόνο στα τεύτλα είτε στα 140 ευρώ το στρέμμα ως τιμή παράδοσης σιτηρών. Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.