Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση επερώτησης του ΠΑΣΟΚ για τα ατομικά δικαιώματα των αγροτών

Ομιλία κατά τη συζήτηση επερώτησης του ΠΑΣΟΚ για τα ατομικά δικαιώματα των αγροτών

E-mail Εκτύπωση PDF
Δεν μπορούμε να συζητάμε τις δυσλειτουργίες ενός συστήματος, αν δεν αναφερθούμε και στις πολιτικές κατευθύνσεις καθώς και τις αιτίες που τις δημιουργούν. Η κυβέρνηση πήρε την απόφαση και την ευθύνη για ολική αποδέσμευση των ενισχύσεων από την παραγωγή, θεωρώντας ότι έτσι εφαρμόζει με τον καλύτερο τρόπο την ΚΑΠ στην ελληνική γεωργία. Ένα βασικό επιχείρημα ήταν ότι εξασφαλίζονται οι πόροι μέχρι το 2013, το οποίο θα ισχύσει υπό προϋποθέσεις, αν δηλαδή δεν υπάρξει νέα αναθεώρηση (π.χ. αυτή που προβλέπεται για το 2009) και αν δεν καταργηθεί η επιδότηση, εφόσον παίρνει τη μορφή κοινωνικού επιδόματος. Επίσης, η κυβέρνηση επέλεξε την ολική αποσύνδεση γιατί θεώρησε ότι έτσι απλοποιείται η διαδικασία καταβολής των ενισχύσεων στους δικαιούχους. Δεν έλαβε υπόψη της ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, ότι τα μητρώα, ιδιαίτερα του ελαιοκομικού είναι ελλιπή με αποτέλεσμα σήμερα να αναδεικνύεται σε μέγιστο πρόβλημα η διαδικασία ενεργοποίησης των δικαιωμάτων να δίδονται συνέχεια παρατάσεις και να υποβάλλονται οι αγρότες σε δαπάνες για διόρθωση λαθών για τα οποία δεν ευθύνονται. Κι όλα αυτά στην προοπτική μερικής ή πλήρους εγκατάλειψης της γεωργικής παραγωγής ανάλογα με το είδος της καλλιέργειας και την περιοχή. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται ήδη από τα πράγματα. Συνεχώς πληθαίνουν οι απόψεις για τις αρνητικές προοπτικές λόγω πλήρους αποδέσμευσης. Προχθές ο διευθυντής της ΣΕΚΕ σε συνέντευξή του κατήγγειλε την ολική αποσύνδεση στον καπνό ως μεγάλο λάθος. Διερωτάται μάλιστα (με στοιχεία που σας έχουμε καταθέσεις), πώς είναι δυνατόν καπνοπαραγωγικές χώρες της Κοινής Ευρωπαϊκής Αγοράς, όπως Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία και Πορτογαλία, δηλαδή οι ισχυροί μας σύμμαχοι, που παράγουν 200 χιλιάδες τόνους, να επιλέγουν 60% συνδεδεμένη και 40% αποσυνδεδεμένη, ενώ εμείς με παραγωγή 120 χιλιάδων τόνων να ευθυγραμμιστούμε με το Βέλγιο και την Αυστρία που παράγουν 1800 τόνους! Οι χώρες αυτές απλά επιδιώκουν τη συνέχεια της καπνοκαλλιέργειας. Το ερώτημα αυτό θα σας κυνηγάει στο μέλλον. Δεν είναι περίεργο που η επερώτηση αποσιωπά αυτό το θέμα και μιλάει μόνο για καθυστερήσεις, αφού η απόφαση της Κυβέρνησης για ολική αποδέσμευση πάρθηκε με τη συναίνεση και με πίεση του ΠΑΣΟΚ. Το έργο λοιπόν της καταβολής των ενισχύσεων ανέλαβε η ΠΑΣΕΓΕΣ, η οποία δηλώνει δια του προέδρου της ότι «δεν θα φορτωθούν οι συνεταιρισμοί τις αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης», συγχρόνως όμως σε αγαστή σύμπνοια με το Υπουργείο, χρεώνουν το κόστος πρώτα των προσωρινών δικαιωμάτων και τώρα των οριστικών δικαιωμάτων στους αγρότες – μέλη των συνεταιρισμών, τότε προκύπτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: Οι συνεταιρισμοί από ποιους αποτελούνται και σε ποιον ανήκουν; Είναι άλλα τα ΝΠΙΔ που θα δουλέψουν για την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων και θα εισπράξουν τα 64 περίπου εκατ. ευρώ (παρεμπιπτόντως η ΠΑΣΕΓΕΣ έναντι ποίου έργου θα εισπράξει τις 300 χιλιάδες;) και άλλα τα φυσικά πρόσωπα, οι αγρότες μέλη, που θα τα πληρώσουν; Αν αυτά τα πράγματα συνέβαιναν σε οποιονδήποτε άλλο τομέα της κοινωνίας και της οικονομίας, θα είχε προκληθεί τεράστιος σάλος. Για σκεφθείτε π.χ. να ζητούσε η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ από τους μισθωτούς και συνταξιούχους να πληρώσουν αυτοί για να διορθώσει το Υπουργείο Οικονομικών τις βάσεις δεδομένων και τα ηλεκτρονικά του συστήματα που είχαν γίνει «μπάχαλο» εξ αιτίας κάποιων ιδιωτικών εταιρειών που τα είχαν αναλάβει; Το ότι αυτά μπορούν να συμβαίνουν στην Γεωργία είναι σημάδι της γενικότερης απαξίωσης και περιθωριοποίησής της. Το ΔΣ της ΠΑΣΕΓΕΣ συμφωνεί ότι πρέπει η σχετική δαπάνη για την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων να καλυφθεί από το κράτος καλώντας την ηγεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να αναλάβει την πολιτική ευθύνη και να εξηγήσει πειστικά τους λόγους για τους οποίους δεν καλύπτει τη δαπάνη αυτή. Αυτό που δεν απασχολεί κανέναν είναι το ενδεχόμενο το έργο αυτό να είχε αναλάβει το ίδιο το Υπουργείο και οι περιφερειακές υπηρεσίες τους με τις Νομαρχίες. Η προσπάθεια όμως των προηγούμενων κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ που συνεχίζει η τωρινή με την πολιτική αποδυνάμωση του Υπουργείου και της ανάθεσης έργων και αρμοδιοτήτων σε ιδιωτικές εταιρείες, Κατ΄αυτόν τον τρόπο το Υπουργείο βρίσκεται σε διπλή ομηρία. Από τις ιδιωτικές εταιρίες που έχουν εμπλακεί όπως η εταιρία που έχει αναλάβει την ηλεκτρονική διαχείριση των μητρώων του ΟΠΕΚΕΠΕ και από τις συνεταιριστικές οργανώσεις οι οποίες μεταφέρουν το κόστος στους αγρότες και επωφελούνται εισπρακτικά, αποξενώνονται όμως από τους παραγωγούς – μέλη τους και απομακρύνονται από το βασικό τους σκοπό: την παραγωγική και εμπορική αξιοποίηση των προϊόντων τους. Αξίζει να αναφέρουμε ενδεικτικά τι πληρώνει ένας ελαιοπαραγωγός που έχει 1000 ευρώ δικαιώματα ενιαίας ενίσχυσης. 20 ευρώ για το εθνικό απόθεμα 27,2 ευρώ λόγω υπέρβασης του εθνικού ανωτάτου ορίου 40 ευρώ το ποιοτικό παρακράτημα 20 ευρώ για τα προγράμματα των οργανώσεων ελαιουργικών φορέων 83,3 για το τιμολόγιο / χαράτσι για την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων (ΕΑΣ – ΠΑΣΕΓΕΣ) και άλλα 25 ευρώ αν είχε κάνει ένσταση. Σύνολο 215,5 ευρώ και θα του κρατήσουν άλλα 40 ευρώ για τη δυναμική διαφοροποίηση που όμως θα του επιστραφούν την επόμενη χρονιά. Στην γειτονιά και ελαιοπαραγωγική Ιταλία τα προσωρινά δικαιώματα τα διαχειρίστηκαν οι συνεταιρισμοί με αμοιβή 4 ευρώ. Τα οριστικά δικαιώματα τα διαχειρίζονται τα Αγροτικά ΚΕΠ με αμοιβή 28 ευρώ / φάκελο. Σε όλες τις περιπτώσεις το κόστος έχει επωμιστεί ο ιταλικός ΟΠΕΚΕΠΕ. Οι παραγωγοί δεν πληρώνουν ούτε 1 ευρώ., Για τις δυσλειτουργίες του συστήματος αξίζει να αναφέρουμε ενδεικτικά την περίπτωση της Φλώρινας. Στην περιοχή Φλώρινας τα λάθη καταγραφής στις δηλώσεις του ΟΣΔΕ για το 2005, είχαν σαν αποτέλεσμα να μην πληρωθούν οι ενισχύσεις της περιόδου 2004-2005 και σε αρκετές περιπτώσεις ζητήθηκε από τους παραγωγούς επιστροφή μέρους της προκαταβολής της εισοδηματικής ενίσχυσης που είχαν λάβει, με αποτέλεσμα το 70% των παραγωγών να προχωρήσει στην υποβολή ενστάσεων για δεύτερο έλεγχο. Τα ίδια λάθη παρουσιάστηκαν και στις καταστάσεις των οριστικών δικαιωμάτων που πήραν οι παραγωγοί, με αποτέλεσμα κυρίως οι νέοι αγρότες και οι αγρότες που ζητούσαν δικαιώματα από μεταβιβάσεις λόγω πρόωρων συνταξιοδοτήσεων να μην έχουν γνώση για το τι πρόκειται να καλλιεργήσουν. Παρατηρούμε λοιπόν σε πολλά χωριά, οι σπορές να έχουν μειωθεί σε ποσοστό μέχρι 50%. Επίσης έχουν δοθεί δικαιώματα σε άτομα, τα οποία είτε είχαν συνταξιοδοτηθεί είτε δεν είχαν σχέση με τη γεωργική παραγωγή, μόνο επειδή την περίοδο αναφοράς (2000-2002) είχε δηλωθεί στο όνομά τους κάποια καλλιέργεια. Έτσι θα έχουμε σημαντικό ποσοστό «δικαιωμάτων» που δεν θα ενεργοποιηθούν, ενώ πραγματικοί αγρότες θα αναγκαστούν να καλλιεργήσουν μικρότερες εκτάσεις, επειδή η απουσία κάποιας εισοδηματικής ενίσχυσης και το υψηλό κόστος της γης καθιστά ασύμφορη την καλλιέργεια. Και είναι εύλογο να υπάρχει δυσπιστία στην αγροτική κοινωνία, για το πώς πρόκειται να ξαναμοιραστούν τα δικαιώματα τα οποία δεν θα ενεργοποιηθούν. Επίσης δεν υπάρχει καμία ενημέρωση ή πρόβλεψη για την αναθεώρηση που θα γίνει το 2009 και πώς θα διαμορφωθεί το καθεστώς των δικαιωμάτων και τελικά αν και κατά πόσο η αγρανάπαυση ή η αλλαγή καλλιέργειας θα επηρεάσει τους παραγωγούς και τις εισοδηματικές ενισχύσεις με την αναθεώρηση και τις διαφοροποιήσεις που θα προέλθουν από την αλλαγή στην καλλιέργεια. Η κυβέρνηση και το Υπουργείο έχουν κάνει επιλογές που θα πλήξουν ανεπανόρθωτα τον αγροτικό τομέα της χώρας. Αποδεικνύεται όμως επιπλέον ότι δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί προς όφελος των αγροτών τα κοινοτικά προγράμματα και τις ενισχύσεις της νέας ΚΑΠ.