Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση επερώτησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με θέμα: Η δεινή θέση των αγροτών και οι προοπτικές επιβίωσης και ανάπτυξης του αγροτικού τομέα

Ομιλία κατά τη συζήτηση επερώτησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με θέμα: Η δεινή θέση των αγροτών και οι προοπτικές επιβίωσης και ανάπτυξης του αγροτικού τομέα

E-mail Εκτύπωση PDF
Η αγροτική ανάπτυξη και η μέριμνα για τον αγροτικό πληθυσμό πρέπει να αποτελούν βασικούς άξονες μιας εθνικής αγροτικής πολιτικής. Ο αγροτικός τομέας έχει μεγάλη σημασία για την ελληνική οικονομία και την κοινωνία, ενώ το χαμηλό αγροτικό εισόδημα της χώρας μας είναι δείκτης της ακολουθούμενης αγροτικής πολιτικής. Οι όροι και οι δεσμεύσεις που τίθενται για την καλύτερη εφαρμογή της αναθεωρημένης Κ.Α.Π. αποτελούν μεν υποχρέωση για τη χώρα μας, αποτελούν όμως ταυτόχρονα και πεδίο κριτικής από τη σκοπιά του πόσο εξυπηρετεί την ελληνική γεωργία, με τα σημερινά δεδομένα, αλλά και αν διασφαλίζει την προοπτική επιβίωσής της. Η ειλικρινής αιτιολόγηση της αναθεώρησης θα πρέπει να γνωστοποιεί στους Έλληνες πολίτες τα εξής στοιχεία: Απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι να περιορίσει την ποσοστιαία συμμετοχή των γεωργικών δαπανών στον Προϋπολογισμό. Απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι να μην αυξήσει το πλαφόν της εισφοράς των κρατών-μελών στον Προϋπολογισμό, παρά τις πρόσθετες δαπάνες λόγω διεύρυνσης. Εισάγεται έτσι μία περιορισμένη αναδιάταξη των δαπανών για τη γεωργία, ώστε να μη θιγούν υπερβολικά οι μεγάλες γεωργικές εκμεταλλεύσεις της Ευρώπης, οι οποίες θα εξακολουθούν να απολαμβάνουν τη μερίδα του λέοντος στις ενισχύσεις και να μειωθούν οι μικρομεσαίες εκμεταλλεύσεις γιατί κρίνονται οικονομικά ασύμφορες. Τελικά, αυτό που κυριαρχεί πλέον ως βασικό και καθοριστικό στοιχείο της νέας Κ.Α.Π. είναι αφενός η αποσύνδεση και αφετέρου η εφαρμογή των ορθών περιβαλλοντολογικών πρακτικών. Η πρώτη, στην περίπτωση της ολικής αποσύνδεσης, οδηγεί ήδη στη σταδιακή εγκατάλειψη της παραγωγής και η δεύτερη στην απώλεια των ενισχύσεων υπό μορφή περικοπών και προστίμων. Η αιτιολόγηση για την ολική αποσύνδεση μας είναι γνωστή. Αν δεχθούμε το επιχείρημα των δύο κομμάτων ότι οι επιδοτήσεις της νέας Κ.Α.Π. διασφαλίζουν στον παραγωγό μία εγγυημένη εισοδηματική βάση βρέξει χιονίσει, ποιος μπορεί να υποστηρίξει σοβαρά ότι ο παραγωγός θα συνεχίσει να παράγει, με δεδομένο το υψηλό, σχετικά, κόστος παραγωγής και την ανασφάλεια ως προς τη διάθεση του προϊόντος, σε μια αγορά δηλαδή όπου οι τιμές και η ζήτηση θα εξαρτώνται από τις διαθέσεις της βιομηχανίας και των εξαγωγέων; Η περίπτωση του καπνού είναι ιδιαίτερα ενδεικτική. Βέβαια οι αδυναμίες αυτού του συστήματος δεν είναι ίδιες για όλες τις χώρες, γι’ αυτό και ορισμένες εκφράστηκαν με ενθουσιασμό από την αρχή και όχι τυχαία. Είναι οι χώρες με ανταγωνιστική γεωργία, με λίγους και μεγάλους επιχειρηματίες γεωργούς, με ελάχιστη σημασία του γεωργικού τομέα στη σύνθεση του ΑΕΠ και της απασχόλησης. Όμως οι χώρες όπως η Ελλάδα, που δεν ανταποκρίνονται σε κανένα απ’ αυτά τα γνωρίσματα, θα έπρεπε τουλάχιστον να ανησυχήσουν πολύ με όλα αυτά τα θέματα. Σε κάθε περίπτωση, κύριοι συνάδελφοι, το ζητούμενο είναι να αποτιμήσουμε μέχρι τώρα την πορεία των μέτρων και να προβλέψουμε τις πιθανές επιπτώσεις από την εφαρμογή της νέας Κ.Α.Π. και να πάψουμε να θεωρούμε συμφέρον της χώρας την εισροή πόρων ανεξάρτητα από την αξιοποίησή τους. Υπάρχει μια κοινή διαπίστωση. Η χώρα μας, οι υπηρεσίες, οι μηχανισμοί, οι φορείς των αγροτών και κυρίως οι αγρότες είναι απροετοίμαστοι για να ανταποκριθούν στους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της Κ.Α.Π., μερικές από τις οποίες μάλιστα ξεκίνησαν από το 2005. Η διάλυση του Υπουργείου είναι έργο της προηγούμενης Κυβέρνησης, αλλά και η νέα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου στέκει αμήχανη και δεν παίρνει αποφάσεις. Το κύριο πρόβλημα του Υπουργείου είναι η συνεργασία των υπηρεσιών σε τρία διοικητικά επίπεδα: Υπουργείο, Περιφέρειες, Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, και η επανασύσταση των Υπηρεσιών Γεωργίας που υπάγονται διοικητικά στο Υπουργείο. Επίσης, η ίδρυση μέχρι τώρα και η λειτουργία τόσων πολλών οργανισμών και ανώνυμων εταιριών στο Υπουργείο έχει αποδυναμώσει και αποδιοργανώσει τις υπηρεσίες τους, χωρίς να παράγεται το αναμενόμενο έργο. Η Κυβέρνηση πήρε την ευθύνη και την απόφαση για ολική αποσύνδεση, αποδέσμευση των ενισχύσεων από την παραγωγή, θεωρώντας ότι έτσι εφαρμόζει με τον καλύτερο τρόπο την Κοινή Αγροτική Πολιτική στην ελληνική γεωργία. Επέλεξε την ολική αποσύνδεση γιατί θεώρησε ότι απλοποιείται η διαδικασία καταβολής των ενισχύσεων στους δικαιούχους. Δεν έλαβε υπόψη της ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, ότι τα μητρώα, ιδιαίτερα το Ελαιοκομικό, είναι ελλιπή, με αποτέλεσμα σήμερα να αναδεικνύεται σε μέγιστο πρόβλημα η διαδικασία ενεργοποίησης των δικαιωμάτων, να δίνονται συνέχεια παρατάσεις και να υποβάλλονται οι αγρότες σε δαπάνες για διόρθωση λαθών, για τα οποία δεν ευθύνονται. Το ρόλο λοιπόν, της καταβολής των ενισχύσεων ανέλαβε η ΠΑΣΕΓΕΣ η οποία δηλώνει δια του Προέδρου της ότι δεν θα φορτωθούν οι συνεταιρισμοί τις αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης, συγχρόνως όμως σε αγαστή σύμπνοια με το Υπουργείο χρεώνει το κόστος πρώτα των προσωρινών δικαιωμάτων και τώρα των οριστικών δικαιωμάτων στους αγρότες μέλη των συνεταιρισμών. Οπότε προκύπτει ένα θεμελιώδες ερώτημα κύριοι συνάδελφοι: Οι συνεταιρισμοί από ποιους αποτελούνται και σε ποιόν ανήκουν; Είναι άλλα τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που θα δουλέψουν για την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων και θα εισπράξουν 64.000.000 ευρώ περίπου; Παρεμπιπτόντως η ΠΑΣΕΓΕΣ έναντι ποίου έργου θα εισπράξει τις 300.000 ευρώ; Και άλλα είναι τα φυσικά πρόσωπα, οι αγρότες μέλη που θα τα πληρώσουν; Φανταστείτε εάν αυτό συνέβαινε σε έναν άλλο τομέα της κοινωνίας και της οικονομίας. Φανταστείτε να συνέβαινε στη Γ.Σ.Σ.Ε., στην ΑΔΕΔΥ, από τους μισθωτούς και συνταξιούχους να πληρώσουν αυτοί για να διορθώσει το Υπουργείο Οικονομικών τις βάσεις δεδομένων και όλα τα άλλα στοιχεία. Αυτό όμως που δεν απασχολεί κανέναν και δεν απασχολεί και το Υπουργείο –και το έχουμε πει πολλές φορές- είναι το ενδεχόμενο το έργο αυτό όπως έπρεπε να το είχε αναλάβει το ίδιο το Υπουργείο, οι περιφερειακές του υπηρεσίες με τις νομαρχίες. Η προσπάθεια όμως των προηγούμενων κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ που συνεχίζει η τωρινή κυβέρνηση με την πολιτική της αποδυνάμωσης του Υπουργείου και της ανάθεσης έργων και αρμοδιοτήτων σε ιδιωτικές εταιρείες έχουν φέρει αυτό το αποτέλεσμα. ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ (Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων): Μου λέτε σας παρακαλώ ποιες ιδιωτικές εταιρείες εννοείτε; ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΤΥΡΗ-ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑΡΗ: Θα σας πω. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το Υπουργείο βρίσκεται σε διπλή ομηρία. Από τη μία πλευρά από τις ιδιωτικές εταιρείες που έχουν εμπλακεί ,όπως η εταιρεία που έχει αναλάβει την ηλεκτρονική διαχείριση των μητρώων του ΟΠΕΚΕΠΕ και από την άλλη πλευρά από τις συνεταιριστικές οργανώσεις οι οποίες μεταφέρουν το κόστος στους αγρότες και επωφελούνται εισπρακτικά, αποξενώνονται όμως από τους παραγωγούς μέλη τους και απομακρύνονται από το βασικό τους σκοπό, δηλαδή την παραγωγική και εμπορική αξιοποίηση των προϊόντων τους. Το υψηλό κόστος από την άλλη πλευρά στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων δεν είναι τωρινό φαινόμενο, αλλά αποτελεί ένα σχεδόν μεγάλο διαρθρωτικό πρόβλημα με το οποίο κανείς δεν ασχολήθηκε σοβαρά γιατί προϋποθέτει βούληση για τον έλεγχο της αγοράς αγροτικών εφοδίων και λοιπών εισροών, αλλά και ενίσχυση των παραγωγών με επιδοτήσεις και άλλες διευκολύνσεις κατά την αγροτική παραγωγή. Κανείς δεν αμφισβητεί πλέον ότι από τα επίσημα στοιχεία αποδεικνύεται ότι η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το υψηλότερο κόστος παραγωγής αγροτικών προϊόντων. Οι τιμές των ζωοτροφών, των λιπασμάτων, του πολλαπλασιαστικού υλικού και της αγροτικής γης σε πολλές περιπτώσεις είναι κατά πολύ υψηλότερες από χώρες όπως η Γαλλία, η Ολλανδία, χώρες με εκμεταλλεύσεις εντατικής μορφής. Αλλά και στις μεσογειακές χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία οι οποίες παράγουν ομοειδή με την Ελλάδα αγροτικά προϊόντα υπάρχουν χαμηλότερες τιμές. Το χειρότερο είναι ότι το κόστος παραγωγής στη χώρα μας όχι μόνο είναι υψηλό, αλλά μήνα με μήνα αυξάνεται ολοένα και περισσότερο, ενώ την ίδια ώρα οι τιμές παραγωγού στην πλειονότητα των αγροτικών προϊόντων ακολουθούν αντίστροφη πορεία. Μεμονωμένο δυστυχώς αποτελεσματικό μέτρο είναι η σύσταση ομάδας εργασίας με απόφαση των Υφυπουργών κυρίου Κοντού και Παπαθανασίου, η οποία έχει στόχο την ενασχόληση με την έρευνα και τον υπολογισμό του κόστους των εισαγόμενων φυτοφαρμάκων. Αυτή η ομάδα όμως, κύριε Υπουργέ, δεν έχει αποδώσει ακόμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας ο δείκτης τιμών εισροών, τα γεωργικά εφόδια δηλαδή, μηχανολογικός εξοπλισμός και κτίρια, αυξήθηκε τον Μάρτιο του 2005 κατά 7% σε σχέση με το Μάρτιο του 2004 έναντι αυξήσεων 4,8% και 4,7% που είχαν σημειωθεί κατά τις αντίστοιχες συγκρίσεις των δεικτών, των ετών 2004 προς 2003 και 2003 προς 2002. Η Ελλάδα είναι η ακριβότερη χώρα μεταξύ των δεκαπέντε παλαιών κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ό,τι αφορά το κόστος εισροών στη γεωργία. Βέβαια αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα η πλειοψηφία των αγροτών στην Ελλάδα, δηλαδή οι μικρομεσαίοι αγρότες. Ο δείκτης τιμών των ζωοτροφών στην Ελλάδα ήταν ο υψηλότερος μεταξύ των δεκαπέντε χωρών. Η χώρα μας είναι ακριβότερη σ’ ό,τι αφορά το κόστος για το μηχανολογικό εξοπλισμό. Στο δείκτη τιμών λιπασμάτων και βελτιωτικών εδάφους η Ελλάδα είναι η δεύτερη ακριβότερη χώρα. Σε πολύ υψηλά επίπεδα, συγκρινόμενα μάλιστα μ’ αυτά που επικρατούν στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, βρίσκονται τα ενοίκια της αγροτικής γης και οι τιμές για την αγορά αγροτικής γης στην Ελλάδα κ.λπ. Βέβαια, τα περί μείωσης του Φ.Π.Α., οι υποσχέσεις για την περαιτέρω μείωση της τιμής του πετρελαίου για την αγροτική χρήση και όλες οι άλλες σχετικές προεξαγγελίες προεκλογικά αποδεικνύεται δυστυχώς για μία ακόμη φορά ότι είναι λόγια μεγάλα και ψεύτικα. Το ζήτημα των συνεταιρισμών εξελίσσεται στο πιο κρίσιμο και κομβικό ζήτημα που θα κρίνει τη συνολική πορεία της αγροτικής οικονομίας και το μέλλον όσων εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από την πρωτογενή παραγωγή έως και τα τελικά προϊόντα. Μέσω των συνεταιρισμών και των ομάδων παραγωγής θα επιδιώκουν να βελτιώσουν την παραγωγή τους, να μπουν και στη μεταποίηση, να αυξήσουν τη διαπραγματευτική τους δύναμη. Στις άλλες χώρες το κράτος έχει θέσει κανόνες και έχει ορίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγεται ο ανταγωνισμός. Στην Ελλάδα επικρατεί αναξιοπιστία του συνεταιριστικού κινήματος σε εποχές που έπρεπε να παίξει σημαντικό ρόλο. Η κομματικοποίηση και η χειραγώγησή του από τα δύο μεγάλα κόμματα το οδήγησαν στην απαξίωσή του. Η πολιτική αυτή είναι καταστροφική και για τους συνεταιρισμούς και για τους αγρότες. Είναι ανάγκη λοιπόν να σταματήσουν να λειτουργούν ως το «μακρύ χέρι» των κυβερνήσεων και των κομματικών μηχανισμών και να κατοχυρώσουν την αυτόνομη και ανεξάρτητη λειτουργία τους, να αποτελέσουν σταδιακά τον κύριο μηχανισμό άσκησης εθνικής αγροτικής πολιτικής. ʼλλωστε το νομοθετικό πλαίσιο δίνει μία επαρκή ευελιξία ιδιαίτερα μέσα από τις συγχωνεύσεις και τη δημιουργία μικρών κλαδικών οργανώσεων. Με τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξήθηκε ο ενεργός αγροτικός πληθυσμός κατά 30% και η καλλιεργούμενη γη σε ποσοστό 60%, άρα οι συνεταιρισμοί αποτελούν μία μεγάλη ευρωπαϊκή αγροτική οικονομία και κοινωνία. Η διαδικασία για τα οριστικά δικαιώματα όπως εξελίσσεται καθώς και τα διάφορα παρακρατήματα επαναφέρουν το σοβαρό ζήτημα των καταλογισμών τους οποίους θα κληθούν να πληρώσουν οι Έλληνες φορολογούμενοι μέσα από τον κρατικό Προϋπολογισμό, χωρίς να έχει ωφεληθεί σε τίποτα ο Έλληνας αγρότης. Από την άλλη πλευρά, σημαντικά κονδύλια από την Ευρωπαϊκή Ένωση όχι μόνο δεν απορροφώνται με διαφάνεια και δεν αξιοποιούνται, αλλά υπάρχει μία σειρά προστίμων τα τελευταία πέντε χρόνια τα οποία αγγίζουν το ένα δισεκατομμύριο ευρώ και δεν ξέρω από πού και από ποιους θα αποπληρωθούν αυτά τα πρόστιμα. Το ξέρω βέβαια, ο ελληνικός λαός θα τα πληρώσει. Εμείς από την πλευρά του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς θα δώσουμε τη μάχη για να ενισχυθούν οι μικρομεσαίες αγροτικές εκμεταλλεύσεις, να αναβαθμιστεί ο ρόλος των συνεταιρισμών και να αξιοποιηθούν οι ομάδες παραγωγών με στόχο πάντα την ανάπτυξη της υπαίθρου, την παραγωγή ποιοτικών και διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και την προστασία του περιβάλλοντος. Η βιώσιμη γεωργία, η βιώσιμη κτηνοτροφία και η αλιεία που πρέπει να αποτελούν τη βάση της ανάπτυξης της υπαίθρου και της περιφέρειας, η ενθάρρυνση άλλων δραστηριοτήτων όπως οι ήπιες αλλά ποιοτικές μορφές τουρισμού, οι μικρές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές αλλά και οι καλλιέργειες και η παραγωγή βιομάζας και αξιοποίησης για την παραγωγή βιοκαυσίμων, η απαγόρευση των μεταλλαγμένων και γενικότερα η χρησιμοποίηση μεθόδων παραγωγής που σέβονται τη δημόσια υγεία και είναι φιλικές προς το περιβάλλον και την αειφόρο διαχείριση των φυσικών και ανανεώσιμων πόρων πρέπει να είναι ο κεντρικός άξονας της εφαρμοζόμενης αγροτικής πολιτικής. Φοβάμαι, όμως, ότι έχει μείνει στις διακηρύξεις και αυτής της Κυβέρνησης και δεν υπάρχει ένας ουσιαστικός σχεδιασμός και μία ουσιαστική εθνική πολιτική. Ο σχεδιασμός, λοιπόν, χωλαίνει. Δεν θέλω να πω ότι είναι ανύπαρκτος. Θα αποδειχτεί από τη σημερινή συζήτηση. Δεν έχουν ολοκληρωθεί η δεκατρείς μελέτες για κάθε περιφέρεια της χώρας, με τις οποίες θα έπρεπε να εξειδικεύονται σε κάθε περιοχή τα προβλήματα, να αναδεικνύονται οι δυνατότητες και οι προοπτικές αξιοποίησης της αγροτικής πολιτικής. Κύριοι Υπουργοί, κύριοι συνάδελφοι, είναι γεγονός ότι ζούμε σε ένα σύνθετο περιβάλλον και έχουν παραδεχθεί παγκόσμια και σε ευρωπαϊκό επίπεδο ότι τα αγροτικά ζητήματα είναι πολύ κρίσιμα. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου δημιουργεί πολλά προβλήματα. Έχουμε αξιολογήσει τις μέχρι σήμερα παρεμβάσεις του και δυστυχώς, όπως διαπιστώσαμε και κατά τις συνεδριάσεις μας και στις συνομιλίες στο Δ΄ Κοινωνικό Φόρουμ με τους αγρότες της Ευρώπης, τρεις χιλιάδες αγρότες κάθε χρόνο εξαφανίζονται. Γιατί εξαφανίζονται; Είναι οι μικρομεσαίοι αγρότες, οι οποίοι συνεχώς –μα συνεχώς- χρεώνονται με δάνεια, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στο κόστος της παραγωγής και συνεχώς χάνουν την αξιοπρέπειά τους, γιατί αναγκάζονται να πληρώνουν τα προϊόντα τους σε τιμές πολύ χαμηλότερες από το κόστος της παραγωγής. Η Ελλάδα, όμως, δεν αντέχει αυτήν την κατάσταση και πρέπει επειγόντως να πάρουμε τα μέτρα. Είναι εθνική επιταγή και ανάγκη. ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ Πραγματικά ο Πρόεδρος του Συνασπισμού απάντησε πολύ σωστά, θα έλεγα, στο θέμα που έθεσε στην αρχή ο Υπουργός για τα θέματα των νομαρχιακών υπηρεσιών, για τα θέματα της αποκέντρωσης του Υπουργείου Γεωργίας. Εμείς πιστεύουμε σε μια ορθή διοικητική οργάνωση, η οποία θα έχει τη σωστή οργάνωση που χρειάζεται, με τα νέα δεδομένα, με το δύσκολο περιβάλλον, με την προστασία του Έλληνα αγρότη, με την ενημέρωση, με το δύσκολο περιβάλλον της νέας αναθεωρημένης ΚΑΠ, με τις ποιοτικές απαιτήσεις και όλα αυτά. Θέλουμε ένα Υπουργείο Γεωργίας, το οποίο να είναι άριστα οργανωμένο. Εμείς –νομίζω και εσείς στο παρελθόν- είχαμε πει ότι δεν έπρεπε να καταργηθούν οι οργανισμοί καπνού, βάμβακος κ.λπ., διότι είχαν τη συνολική ευθύνη, τη συνολική παρακολούθηση και εξέφραζαν μια συνολική στρατηγική και υπεύθυνες προτάσεις στην εκάστοτε Κυβέρνηση. ʼρα, εμείς θέλουμε να είναι πλήρης η διοικητική δομή και τα όργανα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, για να μπορέσει να ανταπεξέλθει και στον καινούριο τίτλο του. Από την άλλη πλευρά, σε επίπεδο περιφερειακών και κυρίως νομαρχιακών υπηρεσιών εμείς θέλουμε ακριβώς αυτή τη λειτουργική και αποδοτική διασύνδεση. Δηλαδή αυτές οι υπηρεσίες να έχουν όλη την υποστήριξη, να έχουν όλη την οργάνωση, όλες τις κατευθύνσεις, όλες τις πολιτικές, να προσαρμόζονται πολύ γρήγορα σε αυτές που θα τους δίνει το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Αυτή είναι η δική μας πολιτική και λέμε ότι αυτά τα προβλήματα που εμφανίζονται σήμερα δεν μπορούν να τα λύσουν ούτε οι ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες ήταν περισσότερες στο παρελθόν και απέτυχαν σε πολλά σημεία να δώσουν λύση –όπως για παράδειγμα το μητρώο του ΟΠΕΚΕΠΕ- ούτε από την άλλη πλευρά να τα λύσει αυτή η πληθώρα των ανώνυμων εταιρειών του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, οι οποίες μερικές φορές ιδρύονται εν μία νυκτί και δεν ξέρουμε γιατί ιδρύονται, πώς και με ποιες προϋποθέσεις κ.λπ. Δεν μπορεί να αποδώσει αυτό το χαλαρό πολλές φορές διοικητικό σχήμα το οποίο υπαγορεύουν άλλες λογικές και όχι μια εθνική στρατηγική για την αγροτική πολιτική που θέλουμε εμείς να έχουμε. Γιατί μη μου πείτε ότι οι ανώνυμες εταιρείες που αντικατέστησαν τους οργανισμούς ήταν κοντά στον αγρότη. Εταιρείες μιας καρέκλας στην Αθήνα ήταν οι περισσότερες. Επομένως, αυτές σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονταν στο αίτημα της αποκέντρωσης και της βοήθειας και στήριξης του Έλληνα αγρότη. Από την άλλη πλευρά λέμε ότι το Υπουργείο αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μια ομηρία και με τις Συνεταιριστικές Οργανώσεις, οι οποίες κατά κύριο λόγο έχουν άλλο έργο να επιτελέσουν, αυτό το πολύ θεσμικό και λειτουργικό έργο, να συμβουλεύσουν δηλαδή, να σταθούν κοντά στον Έλληνα αγρότη και για το πώς θα παράγει αλλά και πώς θα αξιοποιήσει το παραγόμενο προϊόν καλύτερα με τις αγορές, με τη βελτίωσή του κ.λπ. Εδώ επισημαίνω και εγώ τα στοιχεία που σας έδωσε και ο Πρόεδρος του Συνασπισμού. Πράγματι, δείτε το παράδειγμα της Ιταλίας. Η Ιταλία και πολύ λιγότερα χρήματα ξοδεύει για τα δικαιώματα και ούτε ένα ευρώ δεν πληρώνει ο Ιταλός αγρότης. Δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό εσείς εδώ το χαρακτηρίζετε πως είναι εθνική επιδότηση. Εμείς δεν συμφωνούμε με αυτό και πρέπει να μας δώσετε κάποια στοιχεία για να μας πείσετε γι αυτό το θέμα. Όσον αφορά τώρα το γεγονός ότι παραδεχθήκατε πως πράγματι υπάρχει αυτό το δύσκολο περιβάλλον, πρέπει να πω ότι οι συζητήσεις που έκανε και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και τις οποίες συνεχίζετε και εσείς και οι δεσμεύσεις στα πλαίσια του ΠΟΕ δημιουργούν κάθε φορά αυτή την κατάσταση και μας αναγκάζουν να ακολουθήσουμε αυτές τις αποφάσεις που παίρνει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Για τα θέματα των συζητήσεων και των αποφάσεων που γίνονται στο ΠΟΕ είναι πολλές οι διαφωνίες και οι δικές μας και των αγροτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι βλέπουν ότι οι εμπειρίες από την εφαρμογή των κατευθύνσεων του ΠΟΕ στον αγροτικό τομέα επιβεβαιώνουν ότι ο Οργανισμός αυτός δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί τα μεγάλα ζητήματα της παραγωγής και κυρίως της εμπορίας των αγροτικών προϊόντων και τροφίμων, στην κατεύθυνση που επιβάλλουν οι ανάγκες μιας βιώσιμης γεωργίας και κυρίως στην κατεύθυνση που θέλουμε εμείς, η Ευρώπη, αλλά και ο Τρίτος Κόσμος, στην κατεύθυνση της διασφάλισης του εισοδήματος των μικρομεσαίων αγροτών και στη διατροφική επάρκεια του πλανήτη. Έχει αποτύχει σε αυτό. Βέβαια έχουν συμβάλλει πάρα πολύ σε αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες με την πολιτική των συνεχών διαπραγματεύσεων και έχουν συμπαρασύρει και την Ευρωπαϊκή Ένωση σε αυτό, ούτως ώστε κάθε φορά να αλλάζουν το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, στο τέλος να μη λαμβάνονται ουσιαστικές αποφάσεις και κάθε φορά τελικά να προωθούνται ή να μην προωθούνται λύσεις για να παραμένουν τα πράγματα υπέρ των συμφερόντων των μεγάλων επιχειρήσεων, υπέρ των συμφερόντων των ΗΠΑ, υπέρ των συμφερόντων των επιχειρήσεων των μεταλλαγμένων κ.λπ. και να αφήνουν όλα τα άλλα. Ένας Οργανισμός ο οποίος δεν βλέπει το μεγάλο πρόβλημα με τα μεταλλαγμένα προϊόντα, που δεν βλέπει ότι θα χωριστεί τελικά ο πλανήτης σε δύο ποιότητες πολιτών -αυτοί που θα τρώνε τα υγιεινά προϊόντα και οι άλλοι που θα τρέφονται με τα μεταλλαγμένα- δεν είναι δυνατόν να προχωρήσουν. Υπάρχουν λοιπόν απ’ όλη την παγκόσμια κοινότητα πολλές ενστάσεις και για τη λογική ακόμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα θέματα των διαπραγματεύσεων με τον ΠΟΕ και εμείς πρέπει να δώσουμε μία άλλη μάχη σε αυτό το θέμα. Τώρα, όσον αφορά το μεγάλο ζήτημα της πλήρους αποδέσμευσης, δεν είμαστε μόνο εμείς που σας είπαμε ότι η πλήρης αποδέσμευση δεν είναι η λύση για την Ελλάδα. Και βέβαια σας είπαμε ήδη τα πρώτα αποτελέσματα της μεγάλης μείωσης που υπάρχει στην καπνοκαλλιέργεια. Για τα υπόλοιπα δεν σας είπαμε ότι θα τα δείτε σε έξι μήνες ή σ’ έναν χρόνο από την εφαρμογή αυτής της πολιτικής, αλλά σας είπαμε ότι όντως αυτή η πολιτική θα οδηγήσει σε σταδιακή μείωση της παραγωγής, σε συρρίκνωση του αγροτικού πληθυσμού, σε τεράστια προβλήματα στην ύπαιθρο και όλα αυτά έχουν τις διασυνδέσεις τους με την ανεργία, με την απασχόληση των νέων στον αγροτικό τομέα κ.λ.π. Θέλετε να σας πω στο παράδειγμα της καπνοκαλλιέργειας, όπου αντιμετωπίζουμε σήμερα τα μεγαλύτερα προβλήματα, τι λένε οι συνεταιριστικές οργανώσεις, οι ανώνυμες εταιρίες οι οποίες ασχολούνται με τα θέματα του καπνού; Αποκαλούν την πλήρη αποδέσμευση μεγάλο λάθος των εργατοπατέρων. Ακολουθήσαμε τη λογική των χωρών, όπως το Βέλγιο και η Αυστρία, που έχουν το μεν Βέλγιο χίλιους τετρακόσιους τόνους και η Αυστρία τετρακόσιους μόνο, ακολουθήσαμε λοιπόν αυτή την πλήρη αποδέσμευση που εφαρμόζουν αυτές οι χώρες για τον καπνό και δεν πήγαμε στο 60-40 που εφαρμόζουν χώρες οι οποίες έχουν πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες τόνους παραγωγή, όταν η χώρα μας έχει εκατόν δεκαεπτά χιλιάδες τόνους. Τι απαντάτε λοιπόν σ’ αυτά; Δεν μπορείτε να απαντάτε με αυτή τη διαχειριστική λογική. Η επιδότηση, αυτή τη στιγμή, έτσι όπως δρομολογήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα θεωρηθεί ότι είναι μία κοινωνική εισφορά, οικονομική εισφορά και κάθε φορά θα φθίνει. Το 2009 εδώ θα είμαστε και θα τα ξαναπούμε, ότι αυτό το κοινωνικό επίδομα θα αρχίσει να χάνεται. Δεν θα υπάρξει ούτε μέχρι το 2013 κι εμείς θα έχουμε μπει στη χώρα μας σε μη αναστρέψιμη πορεία, σ’ αυτή τη σταδιακή μείωση της παραγωγής, στο μεγάλο πρόβλημα του αγροτικού τομέα. Από την άλλη πλευρά μας λέτε για ελεύθερη οικονομία, χρησιμοποιείτε μόνο αυτό το επιχείρημα. Δεν μας απαντήσατε τι θα γίνει με το κόστος παραγωγής -πώς θα προφυλαχθεί ιδιαίτερα ο μικρομεσαίος αγρότης- και με το μεγάλο κόστος των εισροών σε αγροτικά εφόδια, προϊόντα κ.λ.π. για τις καλλιέργειες. Σ’ αυτά τα θέματα δεν μας απαντήσατε, κύριε Υπουργέ. Το δίλημμα το οποίο μεταφέρεται σ’ εμάς είναι δίλημμα της δικής σας Κυβέρνησης, των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, αυτών των κυβερνήσεων στη χώρα. Εμείς λέμε ότι ο μικρομεσαίος αγρότης, η ύπαιθρος πρέπει να στηριχθεί και ότι θα πρέπει να δείτε και τα θέματα και της εθνικής στήριξης και της καλύτερης οργάνωσης του Υπουργείου και ένα σωρό άλλα θέματα, τα οποία έρχονται από αυτό το δύσκολο περιβάλλον. Δεν μπορείτε να μεταφέρετε σ’ εμάς το δίλημμα: «Τι να κάνουμε; Ελεύθερη αγορά έχουμε, δεσμεύσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση έχουμε, αφήστε τους μικρομεσαίους αγρότες να ζουν με το δράμα τους». Δεν είναι έτσι!