Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση επερώτησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., σχετικά με τη διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα των υπηρεσιών υγείας.

Ομιλία κατά τη συζήτηση επερώτησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., σχετικά με τη διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα των υπηρεσιών υγείας.

E-mail Εκτύπωση PDF
Η παροχή σύγχρονων και υψηλού επιπέδου δημόσιων υπηρεσιών για την υγεία είναι, όπως γνωρίζουμε όλοι, βασική και συνταγματική υποχρέωση της πολιτείας. Υπάρχει όμως σχεδιασμός για την παροχή των υπηρεσιών αυτών; Η κατανομή των δημόσιων υγειονομικών μονάδων, των μέσων και των πόρων παραμένει άνιση. Δεν υπακούει σε ένα εθνικό σχεδιασμό. Υπεσυγκέντρωση και στον τομέα της υγείας, όπως και στους άλλους τομείς, στο κέντρο σε βάρος της περιφέρειας. Και αυτό, γιατί δεν έχει εκπονηθεί ποτέ ολοκληρωμένος υγειονομικός χάρτης της χώρας, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωστή κατανομή των υγειονομικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας νοσοκομειακής φροντίδας ανά περιφέρεια, ανά δήμο, κατά τόπους δηλαδή. Οι χαμηλές δημόσιες δαπάνες για το υγειονομικό μας σύστημα και ιδιαίτερα οι δαπάνες για τις υποδομές, τον εξοπλισμό και τη λειτουργία από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων είναι η κύρια αιτία για το ότι το σύστημα δεν λειτουργεί και δεν κατανέμονται οι υπηρεσίες του σωστά. Η χώρα μας, όπως είπε πολύ αναλυτικά ο συνάδελφος Θανάσης Λεβέντης –τα έδωσε με στοιχεία ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ- κρατά την τελευταία θέση από τους είκοσι πέντε της Ευρώπης και έχει μόλις το 20% του συνόλου του προϋπολογισμού της για τις υποδομές και τη λειτουργία της δημόσιας υγείας. Η Κυβέρνηση συνεχίζει τις νεοφιλελεύθερες επιλογές της, κλιμακώνει τη συμπίεση του κράτους πρόνοιας. Πληθαίνουν τα μέτρα που θέτουν στην κυριολεξία υπό διωγμό το κοινωνικό κράτος και τις δημόσιες παροχές. Μεταφέρονται πολλές βασικές υποχρεώσεις της πολιτείας που υπάρχουν για την κοινωνική πρόνοια, για την υγεία, για την παιδεία στον ιδιωτικό τομέα. Στην υγεία, παρόλο που η Κυβέρνηση διακηρύσσει συνεχώς ότι ο δημόσιος χαρακτήρας του συστήματος υγείας είναι αδιαπραγμάτευτος, στην πράξη με τις νομοθετικές ρυθμίσεις αλλά και άλλες ενέργειες πριμοδοτεί –και αυτόν τον στόχο έχει κυρίως η επερώτησή μας- τον ιδιωτικό τομέα. Στα πλαίσια αυτά, όπως και σε άλλους κρίσιμους δημόσιους τομείς, στον τομέα της υγείας εμφανίζονται ως πανάκεια, ότι θα λύσουν το θέμα των υποδομών και της παροχής καλών υπηρεσιών οι συμπράξεις του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Εμείς λέμε –και το είπαμε και κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου- ότι χωρίς στρατηγική, χωρίς εθνικό σχεδιασμό, με απόντα τον κοινωνικό έλεγχο, δίχως κριτήριο για τα έργα ή τις υπηρεσίες που θα επιδιωχθεί να υλοποιηθούν μέσα από το σύστημα των ΣΔΙΤ, όλα τα δημόσια έργα και κυρίως όλες οι δημόσιες υπηρεσίες, όπως και αυτές της υγείας και της παιδείας, εν δυνάμει, κύριε Πρόεδρε, γίνονται αντικείμενο αυτού του είδους των συμβάσεων, δηλαδή γίνονται αντικείμενο επιχειρηματικής δράσης και επιδίωξης ιδιωτικού κέρδους. Ο Πρωθυπουργός επανέλαβε και πάλι τη συνέχιση της πολιτικής των μεταρρυθμίσεων και των ιδιωτικοποιήσεων και από την άλλη πλευρά, προχθές επανέλαβε ότι πράγματι θα προχωρήσουν στα θέματα της κοινωνικής πολιτικής και της περιφερειακής ανάπτυξης. Όμως, βασικοί παράγοντες για την κοινωνική πολιτική και την περιφερειακή ανάπτυξη είναι η υλοποίηση των μικρών και των μεγάλων έργων υποδομής και των υπηρεσιών που έχει ανάγκη ο τόπος και το κοινωνικό σύνολο στην υγεία, στην παιδεία, στην προστασία του περιβάλλοντος. Πρέπει να γίνονται ως δημόσια έργα μέσα από ένα δημοκρατικό σχεδιασμό κατά τομέα και περιοχή, που θα ελέγχεται μέσα από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Αυτό το πράγμα σε καμία περίπτωση δεν έχει σχέση με τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με όλες αυτού του τύπου τις εκχωρήσεις και των υπηρεσιών που δίνονται στον ιδιωτικό τομέα. Είναι άσχετες και το ίδιο το νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο έγινε για τις ΣΔΙΤ, με αυτήν την βασική υποχρέωση που έχει η πολιτεία σε αυτούς τους κρίσιμους τομείς της υγείας, της παιδείας, του περιβάλλοντος κ.λπ., να κάνει τα έργα και να προσφέρει τις υπηρεσίες της μέσα από ένα συγκροτημένο σχεδιασμό. Να σας πω ένα παράδειγμα από την περιοχή μου; Κύριε Υπουργέ, δύο νοσοκομεία στην περιοχή της Περαίας, σε τουριστική περιοχή μακριά από τους κεντρικούς άξονες και μακριά από τη δυτική και τη βόρεια πλευρά, που έχει ανάγκη και το Ογκολογικό Νοσοκομείο και το Παιδιατρικό Νοσοκομείο; Επίσημα χείλη μάς λένε ότι τελικά τουλάχιστον η μια μονάδα, το Ογκολογικό Νοσοκομείο έπρεπε να πάει δυτικά, δηλαδή έπρεπε να πάει στα όρια των νομών Θεσσαλονίκης, Ημαθίας και Πιερίας και να χωροθετηθεί σωστά. Πώς χωροθετήθηκαν αυτά τα δύο νοσοκομεία; Από το επιχειρηματικό ενδιαφέρον του ιδιώτη, από τα ανταποδοτικά οφέλη τα οποία θα πάρει, διότι προσβλέπει να πάρει ένα σωρό χρήσεις γης σ’ αυτήν την περιοχή. Δηλαδή, γίνονται τουριστικές μονάδες και σε ένα σημείο παρέχουν και ιατρικές υπηρεσίες. Εκεί θα πάμε. Διότι τελικά δεν υπάρχει ούτε σωστή χωροθέτηση των νοσοκομειακών μονάδων και των αναγκών. Ο ιδιωτικός τομέας θα επενδύσει, κύριε Υπουργέ και κύριε Πρόεδρε, εκεί όπου υπάρχει επιχειρηματικό ενδιαφέρον και όφελος. Και σε αυτούς τους κρίσιμους δημόσιους τομείς της υγείας, της παιδείας κ.λπ. δεν μπορεί οι παροχές της πολιτείας να γίνονται μέσω αυτών των συστημάτων. Έχουμε δε καταθέσει και στοιχεία και κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου και αποδεικνύεται από τις πρώτες εφαρμογές ότι το κόστος των έργων αυτών και των υπηρεσιών είναι υψηλότερο κυρίως εξαιτίας του κόστους της χρηματοδότησης λόγω εμπλοκής πολλών παραγόντων και σύναψης δέσμης συμβάσεων, με μεγάλο κερδισμένο βέβαια το τραπεζικό σύστημα και τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Γι' αυτό και προστρέχουν πάρα πολύ και υποστηρίζουν αυτό το σύστημα. Και η Ευρώπη δεν κάνει κατάχρηση αυτού του συστήματος. Διαθέτει ποσοστό 5% έως 10% επί των δημόσιων επενδύσεων. Στη δε «πράσινη βίβλο» λέει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιούν οι κυβερνήσεις τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα ως θαυματουργό λύση, για να λύσουν τα δημοσιονομικά τους προβλήματα. Και θα μιλήσω μισό λεπτό ακόμα για την κατάσταση στη Θεσσαλονίκη εντελώς επιγραμματικά. Ανύπαρκτη πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Νοσοκομεία με σοβαρότατες ελλείψεις σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Ενδεικτικά αναφέρω ότι από τις οκτώ παθολογικές κλινικές των νοσοκομείων της Θεσσαλονίκης μόνο μια διαθέτει διευθυντή, κύριε Υπουργέ, και σας έχω κάνει πολλές ερωτήσεις. Το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο πάνω από οκτώ χρόνια είναι χωρίς διευθυντή. Η αιμοδοσία του Νοσοκομείου Αγίου Παύλου πάνω από τρία χρόνια είναι χωρίς διευθυντή και ανάλογη εικόνα υπάρχει και στα υπόλοιπα νοσοκομεία. Όσον αφορά το νοσηλευτικό προσωπικό, όπως σε όλη τη χώρα, η κατάσταση είναι τραγική. Κλινικές των τριάντα-σαράντα κρεβατιών βγάζουν τις βάρδιες δύο άτομα στην καλύτερη περίπτωση και στη χειρότερη με μια νοσηλεύτρια ή ένα νοσηλευτή. Οι μισές θέσεις των τραυματιοφορέων παραμένουν κενές. Το έργο τους το αναλαμβάνουν οι συνοδοί των ασθενών. Το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου –και γι’ αυτό έχουμε καταθέσει αρκετές ερωτήσεις- έχει κρεβάτια εντατικής θεραπείας κλειστά, γιατί δεν διαθέτει αξονικό τομογράφο. Από το 2003 υπάρχουν τα χρήματα από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης και δεν κατέστη δυνατόν να αγοραστεί ο αξονικός τομογράφος. Τα ΤΕΠ των νοσοκομείων λειτουργούν χωρίς να υπάρχει καμία πρόσληψη ιατρικού προσωπικού. Πήραμε από το πλεονάζον, αλλά όχι βέβαια πλεονάζον, από το προσωπικό που λείπει από τις κλινικές κ.λπ.. Για τα προβλήματα του Νοσοκομείου ΠΑΝΑΓΙΑ κάθε έξι μήνες και κάθε τρεις μήνες κάνουμε ερώτηση, για τα προβλήματα του ΕΚΑΒ κ.ο.κ.. Πάρα πολλά τα προβλήματα, κύριε Υπουργέ. Στη Χαλκιδική ξανά τίθεται το θέμα του νοσηλευτικού προσωπικού για να καλυφθούν οι ανάγκες του καλοκαιριού. Στην Πιερία το θέμα του νοσοκομείου δεν ξέρω εάν έχει πάρει ακόμα μπροστά, μετά από δέκα χρόνια καθυστέρησης, είναι πολλά τα προβλήματα και πολλές οι υποχρεώσεις της πολιτείας για να στηρίξει αυτό το δημόσιο σύστημα υγείας και να δώσει στους πολίτες, και εγώ από τη δική μου πλευρά, λέω, στους πολίτες της περιφέρειας, στοιχειώδεις υπηρεσίες υγείας.