Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση επερώτησης του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τη βιολογική καλλιέργεια

Ομιλία κατά τη συζήτηση επερώτησης του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τη βιολογική καλλιέργεια

E-mail Εκτύπωση PDF
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κύριε Υπουργέ, σήμερα ο αγροτικός τομέας στη χώρα μας, μετά και την τελευταία ριζική αναθεώρηση της ΚΑΠ, αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα, που αφορούν στη μείωση έως και εξαφάνιση παραδοσιακών καλλιεργειών, οι οποίες αποτελούσαν την πρώτη ύλη για τους αντίστοιχους μεταποιητικούς κλάδους, στην εγκατάλειψη καλλιεργήσιμων εκτάσεων, ειδικά σε μειονεκτικές περιοχές, στη μεγάλη μείωση των αγροτικών εισοδημάτων, στην αύξηση της ανεργίας και στην απομάκρυνση, ειδικά των νέων, από την ύπαιθρο. Σοβαρές εναλλακτικές λύσεις για την αγροτική μας παραγωγή (φυτική και ζωική) μπορούν να δοθούν μέσα από την ανάπτυξη της βιολογικής παραγωγής, η οποία αποτελεί μία νέα φιλοσοφία παραγωγής και ένα νέο πρότυπο κατανάλωσης. Μία πρόσφατη μελέτη σχετικά με τη βιολογική γεωργία, η οποία δημοσιεύτηκε από την «SOIL ASSOCIATION» το 2006, δείχνει ότι η ανάπτυξη του βιολογικού τομέα, επηρεάζει θετικά διάφορους τομείς, πέραν του φυσικού χώρου παραγωγής, όπως το ότι η βιολογική παραγωγή δημιουργεί περισσότερες θέσεις εργασίας, 50% περισσότερες ανά αγρόκτημα και παρέχει καλύτερη ποιότητα εργασιών. Η βιολογική παραγωγή δημιουργεί, επίσης, νέες θέσεις εργασίας στις αγροτικές περιοχές, προσελκύει νέους ανθρώπους. Οι βιοκαλλιεργητές είναι περισσότερο ενεργοί στην αξιοποίηση της αγοράς στη λιανική πώληση. Υπάρχει από το 2004 Ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης για τα βιολογικά τρόφιμα και τη βιολογική γεωργία. Ερώτημα: Τι προσπάθειες συντονισμένες και οργανωμένες έγιναν από τότε, προκειμένου να επεκταθεί ο τομέας της βιολογικής γεωργίας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην Ελλάδα; Πέραν του κοινού στόχου δεν ορίστηκε ένα συγκεκριμένο ποσοστό για κάθε χώρα. Έτσι δημιουργήθηκε μεν ένα θετικό κλίμα για την αύξηση της βιολογικής γεωργίας στην Ελλάδα, οι προσδοκίες των καταναλωτών για βιολογικά τρόφιμα μεγάλωσαν, όμως η πολιτεία δεν ενδιαφέρθηκε αντίστοιχα για την οργανωμένη παραγωγή, πιστοποίηση και κατανάλωση νωπών, αλλά και μεταποιημένων προϊόντων. Η Ελλάδα έστω και με καθυστέρηση οφείλει να σχεδιάσει τη συνέργεια του σχεδίου δράσης με τοπικά σχέδια δράσης, με παράλληλη στήριξη και χρηματοδότηση εκπαιδευτικής , ενημερωτικής και διαφημιστικής καμπάνιας. Επίσης χρειάζεται ανάπτυξη των τοπικών αγορών και των νέων τρόπων απευθείας διάθεσης βιολογικών προϊόντων. Ο κανονισμός 2092/91 της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την βιολογική γεωργία ήταν μια καλή αρχή. Όμως μετά από δεκαέξι χρόνια που η γεωργική τεχνολογία και στη βιολογική της κατεύθυνση έχει εξελιχθεί και αναπτυχθεί, ο κανονισμός αυτός είναι απαρχαιωμένος. Χρειάζεται εκσυγχρονισμό, αναθεώρηση και επαναπροσδιορισμό. Αποτέλεσμα αυτής της αργοπορίας του εκσυγχρονισμού είναι ότι δεν χρησιμοποιούνται πολλά επιτεύγματα της νέας τεχνολογίας και έτσι έχουμε αυξημένο κόστος παραγωγής των βιολογικών προϊόντων. Αντί να διευκολύνονται οι παραγωγοί με την εξέλιξη της τεχνολογίας οδηγούνται σε παλιές παραδοσιακές χειρονακτικές μεθόδους που είναι χρονοβόρες και φυσικά αυξάνουν το κόστος παραγωγής. Αναλυτικότερα για τη βιολογική γεωργία, στη χώρα μας παρά το γεγονός ότι το νομοθετικό πλαίσιο για τη βιολογική γεωργία και για την βιολογική κτηνοτροφία, υπάρχει από το 1991 και 1999 αντίστοιχα, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2005 η Ελλάδα διαθέτει οκτώ χιλιάδες τριακόσιες πιστοποιημένες βιολογικές εκμεταλλεύσεις με 2,67 εκατομμύρια στρέμματα που αποτελούν ποσοστό 2,72% της καλλιεργούμενης έκτασης. ΄Οταν έκανα τις πρώτες μου ερωτήσεις ως Βουλευτής που ξεκίνησα το 2000, τότε το ποσοστό ήταν 0,7%. Αν το βλέπουμε έτσι, είναι μεγάλη αύξηση, ραγδαία, αλλά μόνο στα νούμερα. Είμαστε λοιπόν, οι τελευταίοι στην Ευρώπη παρά τα βήματα που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια. Σε μία εποχή που τα διατροφικά σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο, που οι έρευνες για τις επιπτώσεις των γεωργικών φαρμάκων στην ανθρώπινη υγεία πληθαίνουν, είναι λογικό αν και κάπως αργά μέρους του καταναλωτικού κοινού να αρχίσει να αμφισβητεί ως σήμερα το μοντέλο παραγωγής αγροτικών προϊόντων. Σύμφωνα με την έρευνα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος σχετικά με τις επιπτώσεις των φυτοφαρμάκων στη γεωργία, η Ελλάδα δυστυχώς αναδεικνύεται πρωταθλήτρια στην αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων, στην υπεράντληση υδάτων και στην υπερεντατική καλλιέργεια με αποτέλεσμα χρόνο με το χρόνο να απειλείται η υγεία των πολιτών, αλλά και το περιβάλλον. Η χρήση φυτοφαρμάκων, αλλά και μυκητοκτόνων ουσιών στις καλλιέργειες στην Ελλάδα ξεπερνά κατά πολύ τον ευρωπαϊκό όρο όπως προκύπτει από την έρευνα. Για την βιολογική κτηνοτροφία, είναι αλήθεια ότι και τα στατιστικά στοιχεία, αλλά και οι πρόσφατες δηλώσεις του κ. Μπασιάκου επιβεβαιώνουν τη μεγάλη αύξηση σε αριθμούς της βιολογικής κτηνοτροφίας στην Ελλάδα, κατά το διάστημα 2002-2005. Αυτό ξεκίνησε κυρίως το 2001 με την προκήρυξη του μέτρου 3,2 για την επιδότηση των σχετικών προγραμμάτων. Ανάπτυξη λοιπόν, της βιολογικής κτηνοτροφίας. Ποιες είναι όμως οι ποσότητες βιολογικού κρέατος που φθάνει στην αγορά; Τι ποσότητα εξάγεται; Παράδειγμα από τους 701 παραγωγούς χοιρινών που είναι ενταγμένοι στο πρόγραμμα μόνο ένας πούλησε 74 τόνους κρέατος για την παραγωγή αλλαντικών, ενώ συνολικά όλοι οι υπόλοιποι διέθεσαν 6 τόνους κρέας. Για να καταφέρει ένας παραγωγός να βρει διέξοδο στην αγορά όταν παράγει βιολογικά προϊόντα πρέπει να ξεπεράσει πολλούς σκοπέλους. Όταν μάλιστα παράγει βιολογικό κρέας, το να το πουλήσει ως βιολογικό μοιάζει σχεδόν αδύνατο. Έτσι οι περισσότεροι παίρνουν την επιδότηση και πουλούν το προϊόν ως συμβατικό με τους γνωστούς τρόπους. Περνάει ο έμπορος, δίνει μια τιμή και παίρνει το προϊόν. Η βιολογική κτηνοτροφία, όμως, συναντά και εμπόδια λόγω της γραφειοκρατίας, ειδικά για τους κτηνοτρόφους που θέλουν να ενταχθούν στο σχετικό μέτρο. Πολλοί από αυτούς βρίσκονται σε αδιέξοδο, αφού εδώ και δύο χρόνια έχουν καταθέσει αιτήσεις, έχουν πληρώσει για περιβαλλοντικές μελέτες, δεν τους έχει καταβληθεί οικονομική ενίσχυση και κινδυνεύουν να πεταχθούν έξω από το πρόγραμμα λόγω μη έγκυρης έκδοσης της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας. Μιλάμε κυρίως, αγαπητοί συνάδελφοι, για κτηνοτροφικές μονάδες που βρίσκονται σε ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές. Ποιος θα πληρώνει μέχρι τότε τους πιστοποιητικούς οργανισμούς, τις βιολογικές διατροφές, τους γεωπόνους, τα έξοδα, την απώλεια του εισοδήματος λόγω μείωσης της παραγωγής από την εφαρμογή του συγκεκριμένου τύπου εκτροπής; Ποιος θα έχει την υπομονή να περιμένει τέσσερα χρόνια για να πάρει την οικονομική ενίσχυση; Δύσκολα πράγματα. Πώς γίνεται η παραγωγή των βιολογικών προϊόντων στην Ελλάδα; Τα κυριότερα προβλήματα στην ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας είναι γνωστό ότι συνδέονται με το υψηλό κόστος παραγωγής, τις δυσκολίες προμήθειας βιολογικών εφοδίων, την εκπαίδευση και συνεχή ενημέρωση των καλλιεργητών, τη χρηματοδοτική στήριξη, τη διακίνηση και εμπορία των προϊόντων, την έλλειψη έρευνας και ιδιαίτερα της εφαρμοσμένης, την προβολή, την τυποποίηση, τη μεταποίηση, τα δίκτυα πώλησης και πολλά άλλα προβλήματα. Κύριε Υφυπουργέ, στις 20-10-2004, στις αρχές της Κυβέρνησης σας, σε ημερίδα ενημέρωσης των επιδοτούμενων προγραμμάτων βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας στείλατε το μήνυμα ότι δεν πρόκειται οι αγρότες να αφεθούν μόνοι, αφού σύντομα θα θεσμοθετηθούν με νόμο τα Κέντρα Αγροτικής Ανάπτυξης, ώστε σε κάθε νομό να υπάρχει επιστημονική στήριξη στην καθημερινή τους λειτουργία. Τι έχετε πράξει για αυτό το θέμα; Εξίσου σημαντικά, όμως, είναι και τα προβλήματα από το όλο και συχνότερο φαινόμενο της με ρουσφετολογικό τρόπο αθρόας ένταξης καλλιεργητών στα συστήματα παραγωγής βιολογικών προϊόντων, με σκοπό την είσπραξη των επιδοτήσεων. Υπάρχει έλλειψη προγραμματισμού στην παραγωγή βιολογικών προϊόντων και στην τροφοδότηση της αγοράς με ελληνικά βιολογικά προϊόντα, υπάρχει ανεπάρκεια στο σύστημα ιχνηλασιμότητας των προϊόντων βιολογικής γεωργίας, αδυναμία των κρατικών φορέων λόγω έλλειψης προσωπικού και μέσων να διεξάγουν όλους τους απαραίτητους έλεγχους που θα διασφαλίζουν την πιστοποίηση των προϊόντων ως βιολογικών. Η πιστοποίηση, λοιπόν, είναι ένας πολύ σημαντικός τομέας, προκειμένου να καταστήσει το βιολογικό προϊόν αξιόπιστο στα μάτια του καταναλωτή. Επομένως, η διαδικασία της πιστοποίησης και του ελέγχου επιμένουμε ότι πρέπει να είναι αυστηρή και συνεχής. Η ενίσχυση του Εθνικού Συστήματος Βιολογικών Προϊόντων και η καθιέρωσή του ως υποχρεωτικού, αλλά και οι έλεγχοι των εισαγωγών βιολογικών προϊόντων από τρίτες χώρες ανήκουν στις άμεσες προτεραιότητες του ΟΠΕΓΕΠ. Συγκεκριμένα, χρειάζεται η εφαρμογή αξιόπιστου συστήματος ελέγχου των επιχειρήσεων σχετικά με τις ετικέτες, καθορισμός πλαισίου για τον έλεγχο των διαδικασιών αποχώρησης μιας επιχείρησης από έναν οργανισμό πιστοποίησης, ενδυνάμωση της αναγνωρισιμότητος του εθνικού σήματος των βιολογικών προϊόντων, σχεδιασμός και υλοποίηση προγραμμάτων και ενημέρωσης καταναλωτών, δημιουργία από τον ΟΠΕΓΕΠ ηλεκτρονικού μητρώου παραγωγών, καθορισμός και τήρηση της διαδικασίας ελέγχου των εισαγομένων βιολογικών προϊόντων από τις τρίτες χώρες. Να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει ακόμη σήμερα ένας εσωτερικός κανονισμός, ο οποίος να κατοχυρώνει το ρόλο του ΟΠΕΓΕΠ ως ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου για την άσκηση μίας εθνικής πολιτικής ιδιαίτερα στην πιστοποίηση των φορέων και μιας πολιτικής ποιότητας, δηλαδή ενίσχυσης περισσότερο στο προϊόν και λιγότερο στις καλλιέργειες. Επίσης, η Κυβέρνηση οφείλει να διασφαλίσει τις προϋποθέσεις για σωστή πιστοποίηση των βιολογικών προϊόντων. Στον πρόσφατο ν.3508/2006 πέρασε, παρά τις επιφυλάξεις μας, η δημιουργία από την ΠΑΣΕΓΕΣ ενός ακόμη οργανισμού πιστοποίησης, οριζόντια δίπλα σε ήδη υπάρχοντες ιδιωτικούς κυρίως φορείς, προκειμένου, πέραν όλων των άλλων, να καλυφθεί η αυξημένη ζήτηση πιστοποίησης και ελέγχου της βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, καθώς και της ολοκληρωμένης διαχείρισης της αγροτικής παραγωγής. Επισημάναμε στην ένστασή μας και επαναφέρουμε και σήμερα, ότι η ΠΑΣΕΓΕΣ έχει στις τάξεις της, ως μέλη, αγρότες παραγωγούς, των οποίων η παραγωγή πιστοποιείται, δηλαδή, θα ελέγχει και θα πιστοποιεί ενδεχομένως τον εαυτό της. Το μεγάλο θέμα των λαϊκών αγορών και των προτύπων. Είχαμε επανειλημμένα ζητήσει με τους βιοκαλλιεργητές να θεσμοθετηθεί το πλαίσιο λειτουργίας λαϊκών αγορών βιολογικών προϊόντων, ξεχωριστά από τη λαϊκή αγορά συμβατικών και σε διαφορετικό πνεύμα από τον τρόπο που οι συμβατικές λειτουργούν. Μετά από μεγάλη καθυστέρηση δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα το σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος. Προκαλεί ερωτηματικά η ασάφεια με την οποία επιχειρεί να ρυθμίσει το Προεδρικό Διάταγμα τους δυο βασικούς στόχους των αγορών βιολογικών προϊόντων. Τη διάθεσή τους από τους ίδιους τους παραγωγούς, το χρόνο, το χώρο λειτουργίας, καθώς και τον τρόπο χορήγησης της άδειας βιοκαλλιεργητή. Πέρα τούτων, όμως, υπάρχει στο Προεδρικό Διάταγμα και ένα μεγάλο κενό. Ο πολιτικός σχεδιασμός. Δεν υπάρχει πρόβλεψη για τη σύσταση τμήματος ή επιτροπής στο Υπουργείο Ανάπτυξης που θα έχει την αρμοδιότητα για την ανάπτυξη των αγορών σε όλη τη χώρα που θα εποπτεύουν τους αρμόδιους φορείς ίδρυσης, οργάνωσης λειτουργίας και ελέγχου των αγορών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. Πριν από λίγους μήνες ο Υπουργός Ανάπτυξης παραδέχτηκε την αναγκαιότητα ενός τέτοιου τμήματος, ή ενός φορέα πανελλήνιας εμβέλειας για τις βιολογικές αγορές, με την επιφύλαξη του κόστους που θα προκύψει. Η πρόταση όμως των βιοκαλλιεργητών δεν επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό, αφού δεν ανατίθενται εκτελεστικές αρμοδιότητες που να προκαλούν ένα υψηλό λειτουργικό κόστος. Μια ακόμη επισήμανση σε αυτό το Προεδρικό Διάταγμα -και ενδεχομένως στη δευτερολογία θα δούμε και τις άλλες επισημάνσεις που κάνουν οι βιοκαλλιεργητές, που είναι πολλές για αυτό το Προεδρικό Διάταγμα- είναι ότι αγνοείται παντελώς το πρότυπο του ΕΛΟΤ 1428, που όλα τα σωματεία έχουν ψηφίσει και επιθυμούν να αποτελέσει τον ενιαίο κανονισμό λειτουργίας των αγορών. Και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Υπουργείο Ανάπτυξης δηλώνουν ότι είναι υπέρ της προτυποποίησης των προϊόντων και των υπηρεσιών. Επομένως, αυτή η παράλειψη μας δημιουργεί διάφορες απορίες. Γιατί ένα καλό πρότυπο να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί; Τέλος, όπως αναφέρουμε και στην επερώτηση μας, παρόλο που η Ελλάδα έχει επίσημα ταχθεί κατά της παραγωγής και εισαγωγής μεταλλαγμένων, τα οποία όπως όλοι γνωρίζουμε είναι ένας νέος κίνδυνος που απειλεί με κατάρρευση τις οποιεσδήποτε προσπάθειες ανάπτυξης των βιοκαλλιεργειών, ωστόσο η χώρα μας δεν έχει προχωρήσει στην εφαρμογή του σχετικού πρωτοκόλλου για τη βιοασφάλεια, παίρνοντας ανάλογα μέτρα προστασίας των καταναλωτών και παραγωγών από τη χρήση γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, προκειμένου να στηριχθούν και να αναπτυχθούν οι προοπτικές ανάπτυξης του βιολογικού τρόπου παραγωγής στην Ελλάδα. Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κύριε Υπουργέ, για το Συνασπισμό Ριζοσπαστικής Αριστεράς θεωρείται ότι είναι ιδιαίτερα αναγκαίος ο εθνικός σχεδιασμός. Μετά δε τη ριζική αναθεώρηση της ΚΑΠ πολύ περισσότερο για το μέλλον και τις προοπτικές της ελληνικής γεωργίας και στο σχεδιασμό αυτό, βασική προτεραιότητα για εμάς, είναι η ανάπτυξη και η προώθηση της βιολογικής γεωργίας. Ευχαριστώ. ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ Κύριε Υπουργέ, πραγματικά στην αρχή ήσασταν πάρα πολύ αισιόδοξος: υπάρχει εθνικός σχεδιασμός, εθνική αγροτική πολιτική. Εμείς χρόνια μιλάμε για την ανάγκη αυτής της πολιτικής. Μέχρι και που εκφράστηκε η αισιοδοξία ότι και η νέα αναθεωρημένη ΚΑΠ θα αλλάξει την ψυχολογία των ελλήνων αγροτών ή ότι η Κυβέρνηση θα χειριστεί έτσι τα πράγματα που οι έλληνες αγρότες θα διαπιστώσουν ότι είναι πολύ καλύτερα. Κατ’ αρχήν, πού θα στηριχθούν οι Έλληνες αγρότες, για να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν σε αυτές τις δυσκολίες της νέας ΚΑΠ; Από τους ανύπαρκτους Οργανισμούς; Από τις Υπηρεσίες; Από ειδικούς επιστήμονες; Δεν συμπληρώθηκε αυτός ο μηχανισμός, που πραγματικά είχε αποδιοργανωθεί σε μεγάλο μέρος από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Είναι δυνατόν να λέμε ότι αυτή τη στιγμή έχουμε μείωση του κόστους παραγωγής ή -ακόμα περισσότερο- ότι υπάρχει αύξηση στο εισόδημα του Έλληνα αγρότη; Είναι σίγουρο, κύριε Υπουργέ –το έχουμε πει πολλές φορές, το ξέρετε κι εσείς, αλλά προσπαθείτε να αλλάξετε την πραγματικότητα- ότι ο αγροτικός τομέας στη χώρα μας, ιδιαίτερα μετά την τελευταία ριζική αναθεώρηση της ΚΑΠ, αντιμετωπίζει σοβαρότερα προβλήματα. Και το μεγάλο πρόβλημα -για να μην παρεξηγηθούμε εδώ- είναι ότι πράγματι υπάρχει μείωση, ως και εξαφάνιση, παραδοσιακών καλλιεργειών που αποτελούσαν την πρώτη ύλη και έδιναν δουλειά και στους κλάδους μεταποίησης αυτών των προϊόντων. Εδώ, λοιπόν, είναι τεράστιο το πρόβλημα, το οποίο δημιουργείται. Από την άλλη πλευρά, το μοντέλο της αγροτικής παραγωγής, που στηρίζεται στην οικονομική ανταγωνιστικότητα, έχει σαν στόχο τη μεγιστοποίηση των κερδών των μεγάλων αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική, δηλαδή, συμπιέζει όσο δεν γίνεται το μικρό και μεσαίο αγρότη, που κατ’ εξοχήν είναι ο Έλληνας αγρότης. Από την άλλη πλευρά, η αλόγιστη χρήση των λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων κλπ., η προσπάθεια εισαγωγής των γενετικών τροποποιημένων προϊόντων, μας δίνουν και την άλλη διάσταση όλης αυτής της υπόθεσης, ότι πραγματικά παράγονται προϊόντα, τα οποία είναι σε βάρος της υγείας των καταναλωτών. Εμείς δεν παρουσιάσαμε ως πανάκεια τη βιολογική γεωργία, για να έρθει να λύσει αυτά τα προβλήματα. Λέμε ότι μία σοβαρή εναλλακτική λύση -από τις διάφορες άλλες εναλλακτικές λύσεις που υπάρχουν- είναι η βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία και ότι γι’ αυτό το θέμα, όπως και για τα θέματα της ανάδειξης της ποιότητας των προϊόντων μας, της ορθής μεταποίησης των προϊόντων μας, της αναδιάρθρωσης των καλλιεργειών, εκεί όπου πραγματικά έπρεπε να γίνει και που ευνοούν οι κλιματικές συνθήκες, δεν υπήρξε –ούτε ακόμα υπάρχει- εθνικός σχεδιασμός. Δεν έχουμε προλάβει τα πράγματα και αυτή τη στιγμή οι αγρότες μας υφίστανται τα πολύ μεγάλα προβλήματα. Όσον αφορά στο ειδικό θέμα που συζητάμε σήμερα, θέλω να πω τα εξής: Υπάρχει πρόβλημα, κύριε Υπουργέ. Και δεν μου απαντήσατε για τη μεγάλη γραφειοκρατία, που υπάρχει στα θέματα της βιολογικής κτηνοτροφίας. Είναι γεγονός ότι οι κτηνοτρόφοι δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν σε αυτό το πολυδαίδαλο σύστημα και δεν έχουν διεξόδους. Τώρα το να λέμε ότι αν δεν προλάβουν ή απενταχθούν από το σύστημα, μπορεί μετά από τέσσερα χρόνια να ξαναενταχθούν, δεν περιποιεί τιμή στη βιολογική κτηνοτροφία –μάλλον, επί της ουσίας, την πάει πίσω- όταν θέλουμε να αποκτήσει συνείδηση, να δώσουμε κουράγιο στον Έλληνα κτηνοτρόφο, για να προχωρήσει σε αυτό το θέμα. Και βέβαια, δεν μου είπατε τίποτα για το πώς μπορεί να διαθέσει και πώς βοηθάτε να διαθέσει στην αγορά αυτό το προϊόν. Σας έδωσα το χαρακτηριστικό παράδειγμα για το βιολογικό χοιρινό κρέας. Δηλαδή εδώ –και ο κ. Αργύρης είχε δίκιο που τόνισε αυτό το θέμα- οι βιοκαλλιεργητές είναι ακόμα μόνοι τους, οι αισιόδοξοι, πολλοί από τους οποίους κουράζονται και φεύγουν, κάποιοι άλλοι μπαίνουν σε κάθε σύστημα μόνο για να κερδίσουν πρόσκαιρα κάποια πράγματα, επιδοτήσεις κλπ. και μετά φεύγουν κ.ο.κ. Όταν, λοιπόν, δεν ολοκληρώνεται αυτή η διαδικασία, δηλαδή όταν μπαίνει στην παραγωγή ο γεωργός ή ο κτηνοτρόφος, αλλά δεν μπορεί να διαθέσει την παραγωγή του, έχει μεγάλο κόστος. (TS) (2SX) Κάνουμε την πρόταση για τα νησιά, όμως το να βρει τα προϊόντα για τη βιολογική του καλλιέργεια, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Με τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η τροφοδοσία των νησιών μας, με τα πολλά προβλήματα, θα είναι ακόμα πιο δύσκολο. Υπάρχουν πολλά προβλήματα, γι’ αυτό εμείς θέλουμε την πολιτεία ουσιαστικά να στηρίξει αυτή τη διαδικασία. Βέβαια δεν πιάνουμε από το λαιμό τον Έλληνα αγρότη, όμως πρέπει να στηριχθεί και να πιστέψει ότι μπορεί να διαθέσει το προϊόν του, ούτως ώστε πράγματι να μπει σ’ αυτή τη διαδικασία. Δεν μας ξεκαθαρίσατε, κύριε Υπουργέ, και προσπεράσατε το μεγάλο θέμα του Προεδρικού Διατάγματος, που έχετε φέρει για διαβούλευση. Οι περισσότερες οργανώσεις βιοκαλλιεργητών λένε ότι υπάρχουν μεγάλες ασάφειες, μεγάλα κενά και φοβούνται ότι μπορεί να υπάρχει και μία αλλαγή της πορείας της πώλησης των βιολογικών προϊόντων, δηλαδή λίγο-πολύ φαίνεται ότι θα προσαρμοστούν, όπως γίνεται η διακίνηση και η πώληση των συμβατικών προϊόντων. Εδώ θα πρέπει το Προεδρικό Διάταγμα με σαφήνεια να καθορίσει αυτά τα θέματα. Για τα θέματα για τα οποία σας ρωτάμε στην επερώτηση, για τον έλεγχο, για τις κυρώσεις, για τη διαχείριση των παραβάσεων, δεν μας είπατε στοιχεία. Δεν το λέμε μόνο εμείς, είναι γνωστό ότι υπάρχουν εδώ πάρα πολλές παρατυπίες και έχουν διαπιστωθεί πάρα πολλές παραβάσεις. Αυτό σημαίνει ότι τελικά το σύστημα του ελέγχου υστερεί. Και δεν γίνονται τα πράγματα, κύριε Υπουργέ, της ενημέρωσης, των ελέγχων κ.λ.π. ούτε με τον Οργανισμό ΔΗΜΗΤΡΑ ούτε μόνο με τον ΟΠΕΓΕΠ, στον οποίο δεν δίνετε τη δυνατότητα να ασκεί εθνική πολιτική. Τα θέματα γίνονται, εάν στελεχωθούν με το κατάλληλο και εξειδικευμένο προσωπικό και οι κεντρικές, αλλά και οι νομαρχιακές υπηρεσίες του Υπουργείου. Και γι’ αυτό το θέμα δεν μας έχετε πει κάτι. Τελειώνω, κύριε Πρόεδρε και κύριε Υπουργέ, λέγοντας ότι κινητήριος μοχλός για κάθε είδους ανάπτυξη σε οποιοδήποτε τομέα -και πόσο μάλλον σε αυτό τον τομέα που είναι εξειδικευμένος- είναι η έρευνα, η έρευνα της παραγωγής, η έρευνα της αγοράς. Δεν μας δώσατε στοιχεία. Είπατε ότι υπάρχει ένας σχεδιασμός και όλα θα πάνε καλά. Τι ποσοστό προϊόντων μπορεί να απορροφήσει η αγορά και σε τι ποσοστό προτιμά τα διάφορα προϊόντα; Τι απαιτήσεις έχει η αγορά από τα διάφορα προϊόντα και πώς θέλει να παρουσιάζονται στο καταναλωτικό κοινό, για να μπορέσουμε να βοηθήσουμε τη διάδοση των προϊόντων, να αποκτηθεί αυτή η συνείδηση; Μπορεί να μπορέσουμε να αξιολογήσουμε τελικά τι θέλει ο παραγωγός, τι θέλει ο καταναλωτής, ούτως ώστε να υπάρξει πραγματικά αυτή η σχέση εμπιστοσύνης. Οι βιοκαλλιεργητές, όπως τους έχω ζήσει εγώ, πραγματικά είναι δεμένοι με αυτή την έννοια, δηλαδή πιστεύουν στην παραγωγή τους, είναι κοινωνικοί, προσπαθούν να πείσουν τον καταναλωτή για το προϊόν, αλλά σ’ αυτό πρέπει να βοηθηθούν και από την πολιτεία. Επιμένω, λοιπόν, ότι έρευνα και στην παραγωγική διαδικασία και στη διάθεση πρέπει να υπάρξει, εάν θέλουμε να πούμε ότι αυτό το πράγμα θα πάει καλά. Έχουμε κάποια αύξηση, έχουμε ικανοποιητικούς αριθμούς. Ο στόχος του να φτάσουμε το 5%, θα μπορεί να επιτευχθεί, αλλά παράλληλα θα μπορούν να επιλύονται και όλα τα προβλήματα, ούτως ώστε και ο παραγωγός και ο καταναλωτής να είναι ευχαριστημένοι από όλη αυτή τη διαδικασία.