Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση επί της αρχής του ν/σχ Τροποποιήσεις στη νομοθεσία για το Εθνικό Κτηματολόγιο, την ανάθεση και εκτέλεση συμβάσεων έργων και μελετών και άλλες διατάξεις

Ομιλία κατά τη συζήτηση επί της αρχής του ν/σχ Τροποποιήσεις στη νομοθεσία για το Εθνικό Κτηματολόγιο, την ανάθεση και εκτέλεση συμβάσεων έργων και μελετών και άλλες διατάξεις

E-mail Εκτύπωση PDF
Το νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα εισάγει μερικές θετικές τροποποιήσεις στη διαδικασία σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου. Επιφέρει μικρές αλλαγές στην πρόσφατη νομοθεσία περί αναθέσεως των δημοσίων έργων και περιέχει μια σειρά ασύνδετων μεταξύ τους διατάξεων που αφορούν όμως πολύ σημαντικά θέματα, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν και αντικείμενο ενός και μόνο νόμου το καθένα. Είναι αποδεικτικό λοιπόν ότι και σ’ αυτό το νομοσχέδιο έχουμε μια σειρά αποσπασματικών διατάξεων και βέβαια και μια σειρά σημαντικών παραλείψεων, όπως το ότι το νομοσχέδιο του Κτηματολογίου δεν συνδέεται καθόλου με τα άλλα Υπουργεία και με το μεγάλο πρόβλημα της ανυπαρξίας των δασικών χαρτών ή ότι στο νομοσχέδιο οι ρυθμίσεις για τον πρόσφατο νόμο για τα δημόσια έργα δεν συνδέονται καθόλου με το μεγάλο πρόβλημα και την ανάγκη αναβάθμισης της δημόσιας διοίκησης, για να μπορέσει αυτό το σύστημα του μειοδοτικού διαγωνισμού πράγματι να παραμείνει αντικειμενικό, βιώσιμο κ.λπ. Σε όλη αυτή τη διαδικασία προστέθηκαν και δύο-τρεις –οι δύο είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους- πολύ σημαντικές τροπολογίες, όπως η χωροθέτηση του γηπέδου του Παναθηναϊκού στον Ελαιώνα και οι «κατάλληλες» ρυθμίσεις, προκειμένου, αν είναι μόνο αυτό το πρόβλημα, να αποφασίσει το Συμβούλιο της Επικρατείας να επικυρώσει τις υπουργικές αποφάσεις για τη μερική εκτροπή του Αχελώου. Πέρα από τις ειδικότερες παρατηρήσεις που θα κάνω σε αυτές τις τροπολογίες, θα ήθελα να πω ότι και με τις δύο τροπολογίες, κύριε Υπουργέ, δυστυχώς, η Βουλή, όπως έγινε κατά κόρον σε διάφορες τροπολογίες της προηγούμενης Κυβέρνησης που αφορούσαν τα ολυμπιακά έργα, νομοθετεί περιβαλλοντικές μελέτες, χωροταξικές διατάξεις, κάνει αναθεώρηση γενικών πολεοδομικών σχεδίων κ.λπ.. Αυτή η διαδικασία δεν είναι σωστή διαδικασία. Με τις αποσπασματικές αυτές διαδικασίες πορεύτηκε μέχρι τώρα η χώρα και γι’ αυτό είχε και στρεβλή ανάπτυξη και πολλά έργα είχαν καθυστερήσεις, ασυμβατότητες κ.λπ.. Στο νομοσχέδιο για το Κτηματολόγιο ο Συνασπισμός γι’ αυτό το έργο, για τη διάσταση αυτού του έργου που είναι ένα βασικό εργαλείο δημοκρατικού προγραμματισμού και ανάπτυξης της χώρας μας, της μόνης χώρας που είναι χωρίς Κτηματολόγιο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θεώρησε και στήριξε αυτή τη διαδικασία, γιατί είναι ένας εθνικός στόχος και μια απαραίτητη προϋπόθεση για μια βιώσιμη και ισόρροπη ανάπτυξη. Στα πλαίσια, λοιπόν, υλοποίησης αυτού του προγράμματος ψηφίστηκαν κατ’ αρχήν οι νόμοι 2308/1995 και 2694/1997 και στη συνέχεια πολλές τροποποιήσεις με το ν. 3208/2003, το ν. 3127/2003 κ.ο.κ.. Όμως, η υλοποίηση του προγράμματος του Κτηματολογίου εμφάνισε από την αρχή τα γνωστά προβλήματα που παρουσιάζουν στη χώρα μας κατά την εκτέλεσή τους τα μεγάλα έργα. Είχαμε δηλαδή μεγάλες υστερήσεις στα χρονοδιαγράμματα, αδικαιολόγητες υπερβάσεις, μεγάλες υπερβάσεις κόστους. Όμως, δεν ήταν μόνο αυτά τα προβλήματα. Οι περισσότερες δυσκολίες συνδέθηκαν με τις μεγάλες αδυναμίες, την ανεπάρκεια συντονισμού των φορέων και των υπηρεσιών της διοίκησης, για να αντιμετωπίσουν ένα θεσμικό εργαλείο και όχι ένα απλό, μικρό κλασικό έργο. Από την άλλη πλευρά, το περίπλοκο ιδιοκτησιακό καθεστώς της χώρας, με το έντονο ανάγλυφο, η μεγάλη κατάτμηση της γης, οι καταπατήσεις και η πελατειακή σκοπιμότητα για την άναρχη δόμηση ήταν τα μεγάλα αδιέξοδα. Ήταν γνωστό ότι οι υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2000 αποφάσισαν την ανάκτηση μέρους της χρηματοδότησης, με κύριους λόγους την κακοδιαχείριση και τις καθυστερήσεις. Οι πραγματικοί λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν την απόφαση δεν μας έγιναν ποτέ γνωστοί από την προηγούμενη Κυβέρνηση. Εμείς κάναμε μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε τα αίτια αυτής της κακοδαιμονίας. Ο σχεδιασμός και η οργάνωση του έργου ήταν ατελής. Ποτέ δεν έγινε ολοκληρωμένος στρατηγικός σχεδιασμός και χρηματοοικονομική μελέτη. Αν αυτό προκάλεσε τότε η εσπευσμένη ένταξη του έργου στο Β΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στηριξης, σήμερα, μετά από δώδεκα χρόνια, δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία να συνεχίζετε να παρουσιάζετε το ίδιο σχεδιαστικό έλλειμμα. Και υπάρχει και σε αυτό το νομοσχέδιο σχεδιαστικό έλλειμμα για το πώς να εξελιχθεί το Κτηματολόγιο. Παρά, λοιπόν, τις διακηρύξεις για την πολιτική στήριξη του Κτηματολογίου, δεν υπήρξε ποτέ μια ουσιαστική πολιτική, μια ουσιαστική συνεργασία των τριών βασικών Υπουργείων: του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., του Υπουργείου Γεωργίας και του Υπουργείου Οικονομικών, ούτως ώστε να επιτευχθεί και η καταγραφή της γης και η καταγραφή της δημόσιας γης, η σύνταξη των βασικών χαρτών και από την άλλη πλευρά το Υπουργείο Οικονομίας να μπορέσει να υπερασπιστεί τη δημόσια κτήση. Είναι προφανές, λοιπόν, ότι όλα αυτά τα θέματα δημιούργησαν μέχρι τώρα ένα φαύλο κύκλο, ένα ασφαλές έδαφος για τις καταπατήσεις των δημοσίων εκτάσεων. Η ανυπαρξία του Εθνικού Κτηματολογίου οδηγεί ακόμη και σήμερα σε περαιτέρω καταπατήσεις της δημόσιας γης. Αυτό το ελληνικό δημόσιο οφείλει να ολοκληρώσει της διαδικασίες αυτές, ούτως ώστε να μπορέσει και με τους δασικούς χάρτες και με την υπόλοιπη καταγραφή της δημόσιας γης να σταματήσει αυτός ο φαύλος κύκλος. Γι’ αυτό λέμε ότι παρ’ όλο που έχει θετικές ρυθμίσεις το Κτηματολόγιο δεν αντιμετωπίζει συνολικά τα θέματα, τα θέματα που θα έπρεπε μαζί τα τρία Υπουργεία μία και καλή να τα αντιμετωπίσουν. Είναι γνωστά, τα έχουμε πει, έχουμε δει τις ανάγκες. Υπάρχουν, λοιπόν, άλλες σκοπιμότητες που δεν αντιμετωπίζονται αυτά τα θέματα. Οι τροποποιήσεις κυρίως που προτείνονται στο ν. 2308/2003 αφορούν σε θέματα επιτάχυνσης και απλούστευσης των διαδικασιών. Βασική είναι η διάταξη κατάργησης της δεύτερης ανάρτησης που μπορεί να επιταχύνει τις διαδικασίες σύνταξης αλλά έχει μια βασική προϋπόθεση και αυτό δεν σημαίνει ότι θα ανταπεξέλθουν οι τεχνικές υπηρεσίες ή οι λοιπές υπηρεσίες σ’ αυτό το ρόλο. Πρέπει να τηρηθούν πολύ αυστηρά οι άλλες διαδικασίες αλλιώς θα καταρρεύσει πάλι το σύστημα. Σημαντική είναι η τροποποίηση επαναφοράς του ανταποδοτικού τέλους στις αρχικές προβλέψεις του νόμου. Τότε ήταν 10.000 έως 30.000 δραχμές και τώρα γίνονται 35 ευρώ έως 900 ευρώ. Η αρχική πρόβλεψη είχε αντικατασταθεί με το ν.3127 με τα 20 ευρώ. Τώρα, λοιπόν, επανέρχεται αυτή η ρύθμιση. Και τι μας δηλώσατε, κύριε Υπουργέ, στην Επιτροπή; Απ’ ό,τι φαίνεται και από τα οικονομικά του νομοσχεδίου ότι τελικά το δημόσιο θα διαθέσει μόνο 250 εκατομμύρια ευρώ σε ένα σύνολο δαπάνης 1.475.000.000 ευρώ. Έτσι τελικά η σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου αποκτά καθαρά ανταποδοτικό τέλος αν και πρόκειται για ένα έργο με τεράστιο δημόσιο όφελος. Θα μπορούσε να υπάρξει ένα ανταποδοτικό όφελος για τη βιωσιμότητα του έργου μετά και την απένταξή του από τα κοινοτικά προγράμματα αλλά δεν μπορεί τώρα όλο αυτό το κόστος να μεταφέρεται στον Έλληνα πολίτη. Δηλαδή όλη την κακοδιαχείριση, τις καθυστερήσεις κ.λπ., για τις οποίες ευθύνεται η πολιτεία καλείται να τις πληρώσει ο λαός ακόμη και όταν δεν έχει και όταν δεν υποχρεούται. Εμείς τουλάχιστον λέμε –και την πρόταση αυτή την κάνει και το Τεχνικό Επιμελητήριο- να γίνει η ρύθμιση του τέλους του 1 τοις χιλίοις και αυτό το 1 τοις χιλίοις να υπολογίζεται επί της αξίας του γεωτεμαχίου με παράλληλη αύξηση της συμμετοχής του δημοσίου ούτως ώστε να καλυφθεί η μείωση αυτού του τέλους αλλά επιτέλους να ξεκινήσει και η άλλη διαδικασία, η διαδικασία σύνταξης των δασικών χαρτών και κυρίως η κτηματογράφηση των δημοσίων εκτάσεων. Εδώ αν προχωρήσουμε μόνο με τον ανταποδοτικό χαρακτήρα του Κτηματολογίου δεν πρόκειται να κάνουμε δουλειά. Το μεγαλύτερο και σοβαρότερο μέρος θα σέρνεται, αυτό που αφορά τις δημόσιες εκτάσεις και τους δασικούς χάρτες. Εδώ το δημόσιο πρέπει και να επιταχύνει τις διαδικασίες και να βάλει γερά το χέρι στην τσέπη, ούτως ώστε να κάνει όλες αυτές τις ενέργειες και τις μελέτες. Οι κτηματογραφήσεις τονίζουμε ότι δεν μπορούν να περιορίζονται στις αστικές περιοχές αλλά πρέπει να επεκτείνονται στις περιαστικές και στις αγροτικές περιοχές όπου υπάρχουν μεγάλες αναπτυξιακές ανάγκες. Εμείς προτείνουμε ότι πρέπει να υπάρξει σ’ αυτό το νόμο διάταξη με την οποία να ορίζεται ότι η σύνταξη του Κτηματολογίου θα γίνεται παράλληλα σε αστικές και αγροτικές περιοχές δημόσιου χαρακτήρα και μάλιστα του ίδιου οικονομικού αντικειμένου ή του ίδιου όγκου κτηματογράφησης. Σας έχω καταθέσει και με αυτό σχετική τροπολογία με την οποία επ’ ακριβώς λέμε ότι θα πρέπει κατά τη διενέργεια διαγωνισμού από την «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.» για την ανάθεση μελετών κτηματογράφησης στο πλαίσιο της σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου να περιλαμβάνονται υποχρεωτικά περιοχές εκτός σχεδίου πόλεως ήτοι περιαστικές, αγροτικές, ορεινοί όγκοι, αιγιαλός, περιοχές natura κ.λπ., σε επιφάνειες που αντιστοιχούν κατ’ ελάχιστον σε ποσοστό 50% της συνολικής προϋπολογιζόμενης αμοιβής μελέτης. Μας ανησυχεί, κύριε Υπουργέ, ιδιαίτερα αυτή η παντελής απουσία αναφοράς για τους δασικούς χάρτες. Δεν θεωρούμε ότι το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. δεν έχει αυτό το αντικείμενο. Έχει και αυτό το αντικείμενο. Έχει βασική υποχρέωση να συνεργαστεί με το Υπουργείο Γεωργίας και να λύσει αυτό το μεγάλο θέμα. Όσον αφορά το δεύτερο κεφάλαιο, πράγματι με το ν. 3263 για το μειοδοτικό σύστημα ανάθεσης είχαμε αναγνωρίσει ότι είχαν γίνει κάποιες αναγκαίες ρυθμίσεις. Είχαμε τονίσει όμως ότι δεν επαρκούν αυτές οι ρυθμίσεις από μόνες τους για να επιλύσουν το μεγάλο πρόβλημα των δημοσίων έργων που είναι πρόβλημα των διαδικασιών και του τρόπου ανάθεσής τους. Από τη μία πλευρά ήταν θετικό το ότι επανέφερε το σύστημα του καθαρού μειοδοτικού διαγωνισμού για την ανάδειξη του αναδόχου μετά από δέκα χρόνια αιτιολογήσεων προσφορών και μαθηματικών τύπων. Εμείς τονίζουμε και τονίζαμε πάντα ότι όλες αυτές οι διαδικασίες υποβάθμισαν κατακόρυφα το σύστημα παραγωγής δημοσίων έργων. Από την άλλη πλευρά όμως, ο νόμος που κάνατε δεν έδινε τα απαραίτητα «εργαλεία» ούτως ώστε πράγματι το μειοδοτικό σύστημα -που κατά τη δική μας αντίληψη είναι το πιο αντικειμενικό και διαφανές σύστημα- να μπορεί να εφαρμοστεί σωστά. Για τους λόγους αυτούς είχαμε διατυπώσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια στην κριτική μας προς το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και διατυπώνουμε στην κριτική μας προς εσάς ότι για να μπορέσει να λειτουργήσει αυτή η διαδικασία και να αναβαθμιστεί η διαδικασία παραγωγής των δημοσίων έργων χρειάζεται η συγκρότηση σύγχρονων, αποτελεσματικών και δημοκρατικά οργανωμένων δημόσιων υπηρεσιών, η βελτίωση της ποιότητας των μελετών, η ανασύνταξη και συμπλήρωση των τεχνικών προδιαγραφών και η πραγματική εξυγίανση του μητρώου των κατασκευαστών με επανέλεγχο των εταιρικών σφραγίδων που επαναδραστηριοποιήθηκαν κατά το μαθηματικό τύπο. Με το να βάζουμε μόνο εγγυητικές επιστολές δεν λύνουμε αυτό το πρόβλημα. Από την άλλη πλευρά, με τις μεγάλες εγγυητικές επιστολές έχουμε δημιουργήσει ένα τεράστιο πρόβλημα στις μικρότερες κατασκευαστικές επιχειρήσεις που δεν αντέχουν πράγματι να ανταπαξέλθουν σ’ αυτό το κόστος. Όσον αφορά τις τροποποιήσεις για τις μελέτες, στα περισσότερα σημεία δεν μας βρίσκουν σύμφωνους και θα τα πω στη συζήτηση επί των άρθρων. Όσον αφορά το σημαντικό άρθρο 7, είναι θετικό το ότι αναγνωρίζονται μεν τα προβλήματα στα οποία έχει εμπεριέλθει το θέμα της συντήρησης των οδικών αξόνων, αλλά δεν επιλύεται το θέμα μόνο μ’ αυτές τις ρυθμίσεις. Είναι ελλιπής η προσέγγιση που κάνετε, είναι ένα μικρό μέρος της όλης προσπάθειας. Εγώ έχω θέσει με επανειλημμένες ερωτήσεις και παλιότερα -δυστυχώς μετά από τραγικά δυστυχήματα στους δρόμους- αλλά και στη σημερινή Κυβέρνηση, το μεγάλο θέμα της αναθεώρησης των νόμων που ισχύουν από το 1955 του χαρακτηρισμού των οδών κ.λπ., το θέμα ενός νέου νόμου που θα έλθει πραγματικά να ξεκαθαρίσει το τοπίο της συντήρησης των οδών. Έχουμε από τη μία πλευρά τη μερική ιδιωτικοποίηση, έχουμε τα συστήματα συγχρηματοδότησης των έργων και τη μεταφορά ενός μεγάλου μέρους των διοδίων στους ιδιώτες προκειμένου να κατασκευάσουν τα έργα, επομένως όλα αυτά τα πράγματα είναι αόριστα αυτήν τη στιγμή. Οι ΔΕΣΕ, οι παλιές ΔΕΚΕ της συντήρησης των οδών παραμένουν σε περιφερειακό επίπεδο με ένα αόριστο αντικείμενο και βέβαια με πολύ χαμηλή χρηματοδότηση. Έχουμε ένα μεγάλο παράδειγμα από την Εγνατία οδό. Οι παράπλευροι δρόμοι της από πού θα συντηρούνται; Θα συντηρούνται από την περιφέρεια, από τη ΔΕΣΕ της περιφέρειας ή θα συντηρούνται από την Εγνατία οδό; Υπάρχουν και πολλά άλλα θέματα τα οποία πρέπει να λυθούν, όπως τα θέματα της ασφάλισης των αυτοκινητοδρόμων. Ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας δεν τηρείται. Δεν υπάρχουν τα κέντρα των αυτοκινητοδρόμων. Νομίζω ότι όλο αυτό πρέπει να έλθει ως ένα άλλο νομοσχέδιο. Εμείς θα ψηφίσουμε το άρθρο σαν αρχή, αλλά θα πρέπει να έλθει ένα νομοσχέδιο που να ρυθμίζει πάρα πολλά και σημαντικά για την ασφάλεια της κίνησης των πολιτών στο οδικό δίκτυο. Υπάρχουν και τα θέματα της ΕΥΔΑΠ και βέβαια, όπως σας είχα επισημάνει στο άρθρο 9 για τα σχέδια διαχείρισης των υδάτων στις περιφέρειες τότε και ήμουν «μάντης» της τροπολογίας που θα έρθει για τον Αχελώο, είχα πει ότι κι εδώ κάνετε μία πρόχειρη προσέγγιση. Περίμενα με τη συγκρότηση που έχει το Υπουργείο και ιδιαίτερα ο Υφυπουργός κ. Ξανθόπουλος ότι θα άρχιζε επιτέλους η διαδικασία εφαρμογής του νόμου ή κυρίως της εφαρμογής της οδηγίας 2000 για τις λεκάνες απορροής και τη διαχείριση των υδάτων και ότι δεν θα μπαίναμε σε διατάξεις αποσπασματικού χαρακτήρα. Αποσπασματική, λοιπόν, είναι αυτή η διάταξη στο νόμο και θα έλεγα, κύριε Υπουργέ, ότι αποσπασματικό χαρακτήρα έχει και η προσέγγιση που κάνετε για τον Αχελώο. Είναι γνωστή η θέση του κόμματός μας στα θέματα κατ’ αρχήν της ολικής εκτροπής του Αχελώου και πράγματι δικαιωθήκαμε σ’ αυτό. Το έργο δεν το άντεξε ούτε η κοινωνία, ούτε τελικά ποτέ έτυχε της έγκρισης και των αρμοδίων οργάνων σε επίπεδο χώρας, αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. ʼρχισε μετά ο σχεδιασμός των έργων της μερικής εκτροπής. Σ’ αυτή τη διαδικασία για τα έργα τα οποία έγιναν και τα οποία παρέμειναν φαντάσματα, κατασπαταλήθηκαν τεράστια ποσά μόνο για χωματουργικές εργασίες –φράγμα Συκιάς και Μεσοχώρας- και έμειναν έτσι. Σ’ αυτό το θέμα καταλαβαίνω ότι υπάρχει τεράστιο πρόβλημα και καταλαβαίνω ότι η πολιτεία κινήθηκε όλα αυτά τα χρόνια με το θέμα των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κύριε Υπουργέ, όμως η πολιτεία δεν έκανε τη δουλειά της, ενώ είχε ως εργαλείο τον προηγούμενο νόμο για τη διαχείριση των υδάτων. Η δουλειά της είναι να κάνει τελικά την επώδυνη αυτή ρύθμιση στις λεκάνες απορροής και να έχει την κοινωνική συναίνεση και της Αιτωλοακαρνανίας, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να μπορέσει να γίνει ένα άλλου τύπου έργο συνολικής διαχείρισης αυτής της λεκάνης και αναβάθμισης του Θεσσαλικού κάμπου και της λίμνης της Κάρλας και εξασφάλιση της υδροδότησης της Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ. Όλη αυτή η σειρά των έργων καθώς και μικρότερα φράγματα, αξιοποίηση αυτών που έγιναν, υδροηλεκτρικές αξιοποιήσεις κ.λπ.. να μπορέσει μέσα από τα θεσμικά εργαλεία του κράτους και τις διαδικασίες, να έχει τελικά αυτή τη νομιμοποίηση. Τι ερχόμαστε τώρα εμείς σαν Βουλή να κάνουμε μ’ αυτό το θέμα; Μέχρι που θα εγκρίνουμε εμείς τις περιβαλλοντικές μελέτες. Θα εγκρίνουμε εμείς σαν Βουλή αποσπασματικά τη μελέτη διαχείρισης γι’ αυτή τη λεκάνη. Θα μιλήσουμε επί της ουσίας για τα θέματα της εκτροπής του Αχελώου, αλλά θέλω να πω για το θέμα της τροπολογίας για την εγκατάσταση του Παναθηναϊκού στον Ελαιώνα. Υπάρχει μια ανάγκη εξασφάλισης γηπέδου για την ομάδα του Παναθηναϊκού. Παρόλο που εμείς θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε για τη χωροθέτηση στον Ελαιώνα –γιατί άλλες χωροθετήσεις που προτάθηκαν ήταν ακόμη χειρότερες- δεν μπορούμε να πάμε με αυτό τον τρόπο σε μια έκταση εντός αυτής της περιοχής, η οποία χαρακτηρίζεται από το Προεδρικό Διάταγμα ως χώρος πρασίνου και να κάνουμε ένα τεράστιο συγκρότημα εμπορευματικών χρήσεων 42.500 τετραγωνικών μέτρων. Αυτό δεν συμφωνούμε, κύριε Υπουργέ, να το συνδέσουμε με την ανάπλαση της περιοχής της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. ʼλλο το ένα, άλλο το άλλο. Το ρυθμιστικό σχέδιο μπορεί να ορίσει τους υπερτοπικούς χώρους. Ο καθένας όμως πρέπει μέσα στην περιοχή του να μπορεί να λύσει τα θέματα της περιβαλλοντικής κ.λπ. αναβάθμισης της περιοχής. Το γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας δεν ανήκει στον Παναθηναϊκό. Δεν του το παίρνουμε για να το πάμε στον Ελαιώνα … Να κάνουμε το γήπεδο στον Ελαιώνα, αλλά για να μην στερήσουμε το πράσινο εκεί με συντελεστή 0,1% επί της έκτασης, αυτό που χρειάζεται για να γίνει αναβάθμιση της περιοχής. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με τις τεράστιες εκτάσεις και τις τεράστιες δυνατότητες που δίνετε για χρήση γης σ’ αυτές τις περιοχές, που θα θίξει τις μικρότερες βιομηχανίες. Θα θίξει πάρα πολλά θέματα και πρέπει να τα συζητήσουμε εδώ σοβαρά. Νομίζω ότι ούτε η περιβαλλοντική, αλλά ούτε και η οικονομική προσέγγιση έγιναν σωστά.