Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση επί της αρχής του νομοσχεδίου: «Μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου για τη δομή και λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων»

Ομιλία κατά τη συζήτηση επί της αρχής του νομοσχεδίου: «Μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου για τη δομή και λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων»

E-mail Εκτύπωση PDF
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στον τόπο μας η παιδεία ιστορικά για το μεγαλύτερο κομμάτι του εθνικού μας βίου ήταν δημοκρατική και λαϊκή. Το Σύνταγμα σωστά διακηρύσσει ότι η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες και η ανάπτυξή τους είναι υποχρέωση του κράτους και ότι όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας. Η πραγματικότητα, όμως, αποδεικνύεται ανυπάκουη στο Σύνταγμα. Η εκπαίδευση, στην πραγματικότητα, δεν παρέχεται δωρεάν, δεν υπάρχουν ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στην τριτοβάθμια, ακόμη και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση για όλους τους Έλληνες. Είμαστε ουραγοί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είμαστε παράδειγμα προς αποφυγή στη διεθνή κοινότητα. Δαπανάμε πολύ λίγα λεφτά από τους εθνικούς πόρους για την παιδεία και την έρευνα. Η άμεση επίτευξη, λοιπόν, του στόχου «δαπάνες για την παιδεία στο 5% του Α.Ε.Π.» έπρεπε να αποτελεί την αφετηρία κάθε συζήτησης, κάθε νομοσχεδίου, όχι για την Αναθεώρηση, αλλά για την εφαρμογή του Συντάγματος. Η υπερχρηματοδότηση θα δώσει τη δυνατότητα να υπάρξει με συνέπεια ένας σχεδιασμός, έστω μεσοπρόθεσμος, έτσι ώστε να αντιμετωπιστούν τα χρόνια προβλήματα όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης. Αντί, λοιπόν, να πάμε σε μία τέτοια χρηματοδότηση και σε ένα τέτοιο μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό για όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. επικαλούνται τη σημερινή κατάσταση στην ανώτατη εκπαίδευση, για την οποία έχουν την κύρια ευθύνη, για να δικαιολογήσουν τη θέση τους για τα ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια. Όπως τονίσαμε στις τοποθετήσεις μας ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, στο Συνασπισμό Ριζοσπαστικής Αριστεράς αποκρούουμε κάθε επιλογή που θα οδηγήσει στην ιδιωτικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης. Πονάμε το δημόσιο πανεπιστήμιο, ενώ σε άλλους φαίνεται ότι τους ενοχλεί σαν να είναι ένα βαρίδι από το παρελθόν. Πιστεύουμε στην παιδεία και στην έρευνα ως βάση για το μέλλον του τόπου, σε ένα πανεπιστήμιο αυτοδιοίκητο και αυτοτελές και παράλληλα διαφανές, ανοιχτό στον έλεγχο του κράτους και της κοινωνίας, ανεξάρτητο όμως από το χώρο των επιχειρήσεων, με δημοκρατικούς θεσμούς συμμετοχής και με προσφορά στην πρόοδο της γνώσης και της έρευνας. Αναγνωρίζουμε ότι, για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, υπάρχουν πολλά προβλήματα και έπρεπε να υπάρξουν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, αλλά σε άλλη κατεύθυνση. Ο νόμος-πλαίσιο που συζητάμε σήμερα για τα πανεπιστήμια, δεν έχει αυτούς τους στόχους, έχει διαφορετικούς στόχους. Προετοιμάζει την ανώτατη εκπαίδευση για την επιχειρηματοποίησή της, προκειμένου να επιβιώσει στις νέες ανταγωνιστικές συνθήκες. Το κράτος σταδιακά αποποιείται τις συνταγματικές του ευθύνες για την ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης της ανώτατης εκπαίδευσης. Γι’ αυτό το λόγο αυτός ο νόμος έρχεται πακέτο, παρά τη μεγάλη αναστάτωση της κοινωνίας, με το άρθρο 16. Καλούνται, λοιπόν, η αγορά και ο ανταγωνισμός να δώσουν τη λύση στα προβλήματα της εκπαίδευσης. Η πρόοδος της επιχειρηματικότητας των πανεπιστημίων θα επιβλέπεται αυστηρά από το κράτος, για να επιτευχθεί έτσι και η εξάρτηση από την αγορά και ο περιορισμός της αυτονομίας και της αυτοτέλειας των Α.Ε.Ι. και των Τ.Ε.Ι.. Αποτελεί, λοιπόν, ο νόμος αυτός υπόβαθρο για την αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, γι’ αυτό και πράγματι πολλές από τις διατάξεις του είναι αντισυνταγματικές. Εισάγεται επί ποινή αναστολής της κρατικής χρηματοδότησης ο τετραετής ακαδημαϊκός αναπτυξιακός προγραμματισμός, ο οποίος θα κρίνεται στο σύνολό του σε ετήσια βάση από το Υπουργείο. Κατά την έγκρισή του, το Υπουργείο θα ελέγχει και τη συμμόρφωση των Α.Ε.Ι. και των Τ.Ε.Ι. με τη διαδικασία αξιολογήσεως. Όπως είπαμε κατά τη συζήτηση που προηγήθηκε για την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων, η έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής με σαφήνεια επισημαίνει ότι οι κατ’ ελάχιστον παροχές δεν μπορούν να εξαρτώνται από πρόσθετους όρους και προϋποθέσεις. Θα πρέπει από την κρατική χρηματοδότηση να εξασφαλίζονται οι ανελαστικές δαπάνες, μισθοδοσία προσωπικού, ενοίκια, θέρμανση, ό,τι συνιστά ανελαστικές δαπάνες. Και να λέγαμε ότι σήμερα η χρηματοδότηση στα πανεπιστήμια και στις άλλες βαθμίδες της διοίκησης έχει λύσει αυτό το θέμα και έχουν περίσσευμα; Στην Ελλάδα υπάρχει σημαντική υστέρηση της χρηματοδότησης για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι δαπάνες ανά φοιτητή ανέρχονται στο 40% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, κάτι που και εσείς και τα άλλα κόμματα είχαν αναγνωρίσει πριν τις εκλογές, αλλά σήμερα φαίνεται ότι δεν το θυμάστε. Θέλετε, λοιπόν, να βελτιώσετε τα πράγματα; Θέλετε να ενισχύσετε τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τα Τ.Ε.Ι.; Και πώς θα το κάνετε αυτό; Τους βάζετε, λοιπόν, την ανάγκη να έχουν προγραμματισμό. Βεβαίως. Κάθε οργανισμός και το πανεπιστήμιο πρέπει να έχει τον προγραμματισμό του. Ποιον προγραμματισμό; Τον ετήσιο προγραμματισμό. Εδώ το κράτος, εσείς ως Κυβέρνηση έχετε τον ετήσιο προϋπολογισμό και προγραμματισμό. Έχετε τετραετή προγραμματισμό; Δεσμεύεστε γι’ αυτόν; Ούτε για τον ετήσιο δεν δεσμεύεστε, τον οποίο ψηφίζετε. Τι θα κάνει, λοιπόν, το κράτος; Θα κάνει τους ετήσιους προϋπολογισμούς και τα πανεπιστήμια και τα Τ.Ε.Ι. καλούνται να κάνουν τους τετραετείς προϋπολογισμούς. Θα γνωρίζουν εκ των προτέρων τα όρια; Ποιος θα αποφασίζει εάν είναι εκτός ορίων και με ποιες προτεραιότητες; Πώς θα γίνει αυτή η συμφωνία με το Υπουργείο; Αν υπάρχει μία αλλαγή κυβέρνησης, αν υπάρχουν αλλαγές ακόμη και στον ετήσιο προγραμματισμό, πώς είναι δυνατόν αυτό να προβλεφθεί σε έναν τετραετή προϋπολογισμό; Στα θέματα του ακαδημαϊκού ασύλου. Με ευθύ λόγο οι καθηγητές του Ποινικού Δικαίου, ο κ. Μανωλεδάκης, ο Νίκος Παρασκευόπουλος, όπως και η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής, λένε ότι η ποινική διάταξη του άρθρου 3 του νομοσχεδίου για το ακαδημαϊκό άσυλο, όπως είναι διατυπωμένη, βρίσκεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα. Εμείς στην τροπολογία που καταθέσαμε, προσπαθούμε ακριβώς να υπερασπιστούμε και να διευκρινίσουμε ορισμένες διατάξεις του ν.1268/1982. Γι’ αυτό είπαμε ότι οι παραβάτες των διατάξεων του άρθρου αυτού, δηλαδή, αυτοί οι παραβάτες που παραβιάζουν το άσυλο, θα τιμωρούνται με φυλάκιση κ.λπ.. Ανάποδα το καταλάβατε και διαφορετικά το είπε η κυρία Υπουργός. Πρέπει να επισημάνουμε, λοιπόν, ότι η διαδικασία, οι συνθήκες με τις οποίες κατατίθεται ο νόμος-πλαίσιο για τα Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι., αντί να διαμορφώνουν, κύριε Υπουργέ, όρους διαλόγου, διαμορφώνουν όρους αντιδικίας. Συστηματικά επιχειρήθηκε από την Κυβέρνηση να ενοχοποιηθούν οι φοιτητές και οι πανεπιστημιακοί, επειδή δεν συμφωνούν με τις δικές της αντιλήψεις. Σήμερα μ’ αυτήν τη μεθόδευση η Κυβέρνηση δεν έχει συμμάχους ούτε στην κοινωνία ούτε σε θεσμικούς παράγοντες και στους πρυτάνεις, που νόμιζε ότι είχε εξασφαλίσει τη συναίνεση. Ο νόμος-πλαίσιο δεν έχει καμία κοινωνική νομιμοποίηση. Η πρώτη και μεγάλη προϋπόθεση για κάθε τομή στα πανεπιστήμια είναι η στήριξη στην εμπιστοσύνη τους, είναι ο διάλογος μαζί τους, είναι το να αφουγκραστείτε τις προτάσεις τους και μαζί μ’ αυτούς να βρείτε τη χρυσή τομή.