Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση επί της αρχής του νομοσχεδίου του Υπουργείου Ανάπτυξης «Πλαίσιο ρυθμίσεων για τη σύσταση και τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εταιρείας»

Ομιλία κατά τη συζήτηση επί της αρχής του νομοσχεδίου του Υπουργείου Ανάπτυξης «Πλαίσιο ρυθμίσεων για τη σύσταση και τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εταιρείας»

E-mail Εκτύπωση PDF
Κύριε Πρόεδρε, όπως θα αναπτύξω και στην ομιλία μου, έγινε και εκτεταμένη συζήτηση στην Επιτροπή -και γι αυτό απευθύνομαι και στον κ. Πολύδωρα- ότι το προεδρικό διάταγμα είναι ουσιαστικό για την κύρωση αυτού του νομοσχεδίου. Διότι η ίδια η Οδηγία παραπέμπει στα προεδρικά διατάγματα κάθε χώρας να καθορίσουν και να εξειδικεύσουν κάποια πράγματα. Και για ποια πράγματα παραπέμπει; Για αυτά που αφορούν τους εργαζόμενους. Επομένως, είναι ουσιαστικό να ξέρουμε το σχέδιο του προεδρικού διατάγματος. Επί της ουσίας, ζητάμε κάτι πάρα πολύ σωστό και το ζητούσαμε εδώ και πολλές μέρες, κατά τη συζήτηση στην επιτροπή. Λοιπόν, το να δοθεί μία συνεδρίαση ακόμη, για να μπορέσουμε να δούμε σε βάθος το σχέδιο του προεδρικού διατάγματος, είναι ένα εύλογο αίτημα και έχει σχέση, επαναλαμβάνω, με τις αδυναμίες και τη δομή της ίδιας της Οδηγίας που έρχεται να ενσωματώσει το νομοσχέδιο. Αγαπητοί συνάδελφοι, τι λέει η αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου για το θέμα που συζητάμε; Ότι σε αυτό το νομοσχέδιο δύο πράγματα γίνονται: Αφενός μεν ενσωματώνεται ο κανονισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφετέρου η Οδηγία 2001/86. Τι λέει το άρθρο 2 παρ. 3 του νομοσχεδίου; Ότι ο ρόλος των εργαζομένων στις υποθέσεις της εταιρείας με έδρα την Ελλάδα διέπεται από το Προεδρικό Διάταγμα, με το οποίο θα μεταφερθεί η Οδηγία στο εθνικό δίκαιο. Μιλάμε δηλαδή πράγματι για μία διχασμένη διαδικασία. Και ο νόμος ενσωματώνει το Προεδρικό Διάταγμα και ο ίδιος ο νόμος με το άρθρο 2 παραπέμπει στο Προεδρικό Διάταγμα το ρόλο των εργαζομένων στις υποθέσεις της εταιρείας. Επομένως, είναι δίκαιο το αίτημα που θέλουμε να έχουμε υπόψη και να έχει προηγηθεί μία συζήτηση για το Προεδρικό Διάταγμα, διότι η διαδικασία αυτή εδώ δεν είναι ίδια με άλλα νομοσχέδια. Ας δούμε λίγο το ιστορικό. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, ήδη από τη δεκαετία του 1960 άρχισαν οι προσπάθειες για τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Εταιρείας, προσπάθειες που ήταν φυσικό να προσκρούσουν σε πολιτικής φύσεως αντιρρήσεις. Η πορεία των διαπραγματεύσεων ήταν μακρά, προκειμένου να επιλυθεί το σύνολο των προβλημάτων κατά ενιαίο τρόπο, κυρίως όσον αφορά φορολογικά θέματα κ.λ.π. και το βασικότερο πώς θα αντιμετωπιστούν τα ζητήματα των εργαζομένων, πώς δηλαδή θα απασχολούνται οι εργαζόμενοι από περισσότερες χώρες, συνεπώς εργαζόμενοι οι οποίοι έχουν διαφορετικά συστήματα συμμετοχής κατά το εθνικό τους δίκαιο. Η Ευρωπαϊκή ΟΚΕ στην αρχή είχε σημαντικές επιφυλάξεις. Συμφώνησε πολύ αργότερα, το 1998, σε μια διαδικασία που θα έδινε προτεραιότητα στις διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εταιρείας και των εργαζομένων. Τελικά, το 2000 επετεύχθη σε επίπεδο κορυφής -δεν προχώρησε αυτή η διαδικασία των διαπραγματεύσεων- πολιτική συμφωνία, με αποτέλεσμα την κατάρτιση του Κανονισμού 2187/2001, στον οποίο αναφέρεται το νομοσχέδιο και την Οδηγία 2001 για το ρόλο των εργαζομένων στην ευρωπαϊκή οδηγία, στην οποία επίσης αναφέρεται το νομοσχέδιο, αλλά τα ουσιαστικότερα θέματα τα παραπέμπει στο προεδρικό διάταγμα. Στο νομοσχέδιο λοιπόν που συζητάμε σήμερα ρυθμίζονται κυρίως σχέσεις της Ευρωπαϊκής Εταιρείας με τις αρχές, θέματα εποπτείας, ευθύνης των μελών της διοίκησης, τεχνοκρατικού δηλαδή επιπέδου και ενδιαφέροντος. Αυτό ήταν εύκολο να γίνει από την αρχή. Το αποτέλεσμα όλης αυτής της διαδικασίας ήταν ένας συμβιβασμός μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έτσι αποτυπώθηκε στον Κανονισμό που τέθηκε σε ισχύ από το 2004. Αποτελεί ένα περίπλοκο σύστημα κανόνων ευρωπαϊκού και εθνικού δικαίου, που θα αξιοποιηθεί από τις μεγάλες εταιρείες που διαθέτουν ισχυρά νομικά επιτελεία και είναι αμφίβολης χρησιμότητας για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Το κενό για τα θέματα της διαβούλευσης και συμμετοχής των εργαζομένων ήρθε να καλύψει, όπως είπα ήδη, η Οδηγία 2001/86 του Συμβουλίου της 8ης Οκτωβρίου, η οποία αναφέρεται στη συμπλήρωση του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Κανονισμού όσον αφορά το ρόλο των εργαζομένων. Η ενσωμάτωση αυτής της οδηγίας δεν έχει γίνει στο εθνικό δίκαιο και κατά κύριο λόγο αποτελεί αντικείμενο προεδρικού διατάγματος και κατά κύριο και ουσιαστικό λόγο θα έπρεπε να είχε προηγηθεί τουλάχιστον μια συζήτηση για το πώς θα διαμορφωθεί αυτό το προεδρικό διάταγμα και πώς θα ενσωματώσει την οδηγία. Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι το τυπικό μέρος που ερίζουν οι δύο παρατάξεις, αλλά είναι το θέμα ουσίας που επεξεργάζεται και η οδηγία και το προεδρικό διάταγμα και μάλιστα σε μία περίοδο όπου στην Ευρώπη το «όχι» των Γάλλων κυρίως, αλλά και των Ολλανδών, στο Ευρωσύνταγμα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα κοινωνικό και ταξικό «όχι» σε πολιτικές θεοποίησης του ανταγωνισμού και της ελεύθερης αγοράς που διευρύνουν -αντί να συρρικνώνουν, όπως επαγγέλλονται οι υποστηρικτές αυτών των πολιτικών- την ανεργία, τις κοινωνικές ανισότητες και δημιουργούν νέα φτώχια. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει, κύριοι συνάδελφοι, και να αρχίζουμε τους αφορισμούς. Εσείς που θέλετε την Ευρωπαϊκή Ένωση, εσείς που θέλετε και έτσι και αλλιώς και κάποιοι που δεν τη θέλουν καθόλου. Πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, όλοι να καταλάβουμε ότι έχει συμβεί ένα σημαντικό πολιτικό γεγονός φέτος στην Ευρώπη. Ξεκινά μια νέα φάση, μια ουσιαστική φάση συζήτησης για τις πολιτικές και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρέπει όλοι, από οποιαδήποτε παράταξη και αν προερχόμαστε, να συζητήσουμε για μια Ευρώπη απαλλαγμένη από νεοφιλελευθερισμούς, απαλλαγμένη από πολιτικές που θέτουν το κοινωνικό κράτος, τις εργασιακές σχέσεις, τις κοινωνικές και εργασιακές κατακτήσεις υπό διωγμό. Έχει ανοίξει μία επείγουσα συζήτηση στους πολίτες της Ευρώπης γι αυτά τα θέματα. Γιατί τελικά οι πολιτικές που ελαστικοποιούν τις εργασιακές σχέσεις, που πλήττουν το κοινωνικό κράτος, το ασφαλιστικό σύστημα των εργαζομένων, δεν έδωσαν αυτή την περιβόητη ανάπτυξη, πολύ περισσότερο στις μικρότερες χώρες όπως η δική μας. Ούτε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας βελτίωσαν, ούτε άλλα θέματα της οικονομίας. Αν έρθουμε στη δική μας χώρα, πολύ περισσότερο ισχύει αυτό, σε μια περίοδο όπου το συνεχώς διογκούμενο κλείσιμο των επιχειρήσεων και η μεταφορά τους σε χώρες φθηνού εργατικού κόστους έχει οδηγήσει σε μία σειρά σκληρών μέτρων για τους εργαζόμενους από την Πολιτεία, οι οποίοι τελικά χρησιμοποιήθηκαν ως όχημα για παροχές και επιδοτήσεις προς τις επιχειρήσεις αυτές, χωρίς κανένα αντίκρισμα για τους εργαζόμενους, και σήμερα οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούνται ως όμηροι σε νέα εκβιαστικά διλήμματα των επιχειρήσεων προς την Πολιτεία. Είναι σκληρό, λοιπόν, το ερώτημα για τους εργαζόμενους σήμερα: αν δηλαδή σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον μπορεί να δημιουργηθούν, και με αυτή την πρόταση αυτού του νομοσχεδίου και του Κανονισμού και των Οδηγιών, νέες και μόνιμες θέσεις εργασίας, υψηλή παραγωγικότητα, που θα δημιουργήσει όμως και μεγαλύτερα εισοδήματα και καλύτερες συνθήκες εργασίας για τους Ευρωπαίους εργαζόμενους. Δυστυχώς οι ασάφειες -όχι τυχαίες- που αφήνει ο Κανονισμός και πολύ περισσότερο η Οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δημιουργούν βάσιμες υποψίες, αν όχι τη βεβαιότητα, ότι όλα είναι συνδεδεμένα με επιλογές και του Ευρωσυντάγματος και με την προσπάθεια που θέλει οι εργασιακές σχέσεις και οι παροχές στους εργαζόμενους στην Ευρωπαϊκή Ένωση να κρατηθούν στο κατώτερο δυνατό επίπεδο, όχι μόνο σ’ ένα επίπεδο των εργαζομένων των δέκα χωρών που ενσωματώνονται τώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά να δημιουργήσουν και μία επόμενη φάση ισορροπίας, σε ακόμη δηλαδή κατώτερο επίπεδο, όπως προσδιορίζεται από τις εργασιακές σχέσεις στην Κίνα και στην Ινδία. Σωστά υπογραμμίζει μέρος της Επιτροπής της ΟΚΕ ότι το ευρωπαϊκό κεφάλαιο φαίνεται ότι επέλεξε τον εύκολο δρόμο μεγιστοποίησης του κέρδους μέσω της μείωσης του κόστους εργασίας, αντί το δύσκολο δρόμο της αύξησης των επενδύσεων σε τομείς υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίες, όπου τα υψηλότερα απόλυτα κέρδη των επιχειρήσεων θα συνδυάζονται και με αυξήσεις των εισοδημάτων των εργαζομένων. ʼλλωστε σ’ αυτή την κατεύθυνση του εύκολου κέρδους και της συμπίεσης των εργαζομένων έγινε ήδη η πρώτη απόπειρα για την καθιέρωση της Οδηγίας Μπολκενστάιν. Κατατέθηκαν ήδη από το Σύνδεσμο Βιομηχάνων της Βόρειας Ελλάδος οι προτάσεις περί ελεύθερης ζώνης διακίνησης των εργαζομένων στα σύνορα κ.ο.κ. Πολλά, λοιπόν, τα αναπάντητα ερωτήματα και βάσιμος ο προβληματισμός των εργαζομένων από τα κενά και τις ασάφειες της Οδηγίας για την εφαρμογή του Κανονισμού που θεσμοθετεί την Ευρωπαϊκή Εταιρία. Δεν διευκρινίζεται ο ρόλος των εργαζομένων με διαπραγματεύσεις εργοδοτών-εργαζομένων κατά τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εταιρίας. Δεν διευκρινίζεται δηλαδή ποιο είναι το εύρος των διαπραγματεύσεων, τι δικαιούται να κάνει αυτή η ειδική διαπραγματευτική ομάδα. Μπορεί, παραδείγματος χάρη, να διαπραγματεύεται ζητήματα που έχουν ήδη λυθεί σε επίπεδο ευρωπαϊκής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και πώς θα προσδιορίσει αυτά τα θέματα το Προεδρικό Διάταγμα; Για το κείμενο του σχεδίου που μας δόθηκε -με όλα αυτά τα ερωτήματα και τα άλλα που θα θέσω παρακάτω- δεν είναι δυνατόν σε αυτή εδώ τώρα την επεξεργασία τη σύντομη να μπορούμε να έχουμε άποψη, πριν την τοποθέτησή μας επί της αρχής. Πώς θα διασφαλίζονται οι όροι των συλλογικών συμβάσεων εργασίας; Θα αλλάζουν κατά την ειδική αυτή διαπραγμάτευση, όταν η συμμετοχή των εργαζομένων, των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων, από τον Κανονισμό και την Οδηγία δεν προσδιορίζεται ότι είναι υποχρεωτική, αλλά ότι είναι δυνητική; Αν δηλαδή η Οδηγία ήθελε να διασφαλίσει τους εργαζόμενους δεν έπρεπε να καταστήσει αυτή τη συμμετοχή υποχρεωτική; Το αμέσως εύλογο και κρίσιμο ερώτημα, το οποίο κατά κύριο λόγο αφορά και το προεδρικό διάταγμα, είναι το ποιος είναι ο ρόλος της εθνικής νομοθεσίας. Είναι αυτονόητο ότι ένα από τα κυρίαρχα κριτήρια μιας συνεργασίας δύο εταιρειών από δύο διαφορετικά κράτη - μέλη είναι κατά κύριο λόγο η ευνοϊκή κρατούσα νομοθεσία του ενός κράτους - μέλους. Τι θα κάνουν, λοιπόν, οι εργαζόμενοι; Θα προσαρμοστούν στις δυσμενέστερες συνθήκες της μιας χώρας αυτής της εταιρείας; Το πιο εύλογο θα ήταν οι εργαζόμενοι να επιλέξουν τις καλύτερες συνθήκες. Αλλά βέβαια είναι δυνατόν να το διανοηθεί κανείς αυτό, αφού σε όλα τα κείμενα αυτά εδώ και ο Κανονισμός και η οδηγία και το νομοσχέδιο το μόνο που κατά κύριο λόγο τους απασχολεί είναι η προστασία των επιχειρήσεων και η προστασία των μετόχων. Στο άρθρο 12 υπάρχει μόνο το θέμα προστασίας των μετόχων, δεν υπάρχει προστασία των εργαζομένων. Τι θα γίνει δηλαδή από εκεί και πέρα; Πώς θα διαμορφωθούν αυτές οι σχέσεις; Θα δημιουργήσουμε δηλαδή μία κατάσταση στην Ευρώπη ευνοϊκή προς εκείνες τις ρυθμίσεις που θα υποβιβάζουν ακόμη σε κατώτερο επίπεδο τις εργασιακές σχέσεις και τα δικαιώματα των εργαζομένων; Ήδη έχει δρομολογηθεί μια τέτοια ιστορία και βέβαια στη χώρα μας αυτό άρχισε με τις νομοθετικές ρυθμίσεις για το ωράριο των καταστημάτων με το νόμο για την ελαστικοποίηση του ωραρίου και τη μείωση των υπερωριών. Θα ενθαρρύνουμε ακόμη περισσότερο αυτή την κατάσταση; Στην περίπτωση για παράδειγμα μεταφοράς της έδρας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 του νομοσχεδίου, τι θα πρέπει να γίνει; Δεν θα πρέπει στο άρθρο 6 να υπάρχει η υποχρέωση να περιλαμβάνονται και όλες οι δυνατές συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή τη μεταφορά για τους εργαζόμενους στις εταιρείες; Γιατί προβλέπονται μόνο τα δικαιώματα και οι συνέπειες για τους μετόχους των επιχειρήσεων; Βεβαίως, θα προβλέπονται και γι αυτούς, αλλά πρέπει να προβλεφθούν και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους. Τι θα διαπραγματεύονται, λοιπόν, στις ειδικές διαπραγματευτικές ομάδες που προβλέπονται από τον Κανονισμό οι εκπρόσωποι των εργαζομένων; Εμείς έχουμε απορία ως προς αυτό. Στο άρθρο 12 του νομοσχεδίου η διαπραγμάτευση αφορά μόνο τους μετόχους. Θα διαπραγματευτούν τα θέματα των συλλογικών τους συμβάσεων; Θα τίθενται τελικά σε συζήτηση κεντρικά εργασιακά ζητήματα, όπως το ωράριο, τα θέματα των απολύσεων και γενικότερα εργασιακά δικαιώματα; Και τελικά η οδηγία αντί να διασφαλίζει τα εργασιακά δικαιώματα, θα παραπέμπει στην ευθύνη του κάθε κράτους - μέλους, μέσω του προεδρικού διατάγματος, πολύ βασικά θέματα τα οποία έχουν κατακτηθεί στην Ευρώπη; Είναι σαφέστατο, λοιπόν, ότι κατά τις διαπραγματεύσεις και κατά την αποδοχή του κανονισμού και της οδηγίας το 2001 το ΠΑΣΟΚ ως Κυβέρνηση είχε σημαντικές ευθύνες και το κυριότερο είναι ότι δεν μας λέει σήμερα ούτε για το ιστορικό της όποιας δικής του τότε παρέμβασης για το πού έπρεπε να πάει η όλη διαδικασία. ʼλλο αν δεν πέτυχε να την πάει προς το καλύτερο για τους εργαζόμενους. Και βέβαια και τώρα δεν μιλάει για την ουσία των πραγμάτων. Ομιλεί για τους τύπους. Θα συμφωνήσουμε ότι θα έπρεπε να είχαμε τουλάχιστον το σχέδιο του προεδρικού διατάγματος. Αλλά πρέπει να αποδεχθείτε, κύριοι συνάδελφοι του ΠΑΣΟΚ, ότι μιλάμε επί της ουσίας και επί της ουσίας θα πρέπει να μας πείτε τις απόψεις σας για το πώς πρέπει να ενσωματώσει αυτή την κολοβή, τη λειψή οδηγία με όχι τυχαίες ασάφειες που κι εσείς επικυρώσατε το 2001 και τον κανονισμό του νομοσχεδίου αυτού. Επομένως, απευθυνόμενη τώρα προς την Κυβέρνηση, θέλω να πω ότι δεν πρέπει να παίζουμε το παιχνίδι αυτό. Δηλαδή να επιμείνετε ότι «Θα σας φέρω μετά, όπως είμαι υποχρεωμένη, το προεδρικό διάταγμα, όπως σας έφερα τώρα ένα σχέδιο». Απαντήστε μας, κύριε Υπουργέ, αυτή τη στιγμή: μέσω του νομοσχεδίου αυτού διασφαλίζονται τα θέματα των εργαζομένων; Όχι, παραπέμπονται στο προεδρικό διάταγμα. Μέσω του προεδρικού διατάγματος διασφαλίζονται οι συλλογικές τους συμβάσεις, διασφαλίζονται τα δικαιώματά τους; Εγώ δεν βλέπω αυτό το πράγμα να γίνεται. Εσείς έχετε την πρόθεση μέσω του προεδρικού διατάγματος να το βελτιώσουμε, να δώσετε μία συνεδρίαση ακόμα να βελτιώσουμε το προεδρικό διάταγμα; Εμείς λέμε ότι αυτός ο Κανονισμός και η Οδηγία δύσκολα διορθώνονται. Παρόλα αυτά επιμένουμε ότι θα πρέπει να γίνει μια ουσιαστική προσπάθεια ούτως ώστε στη χώρα μας να κρατηθούν κάποια θέματα των εργαζομένων. Ήδη οι εργαζόμενοι της χώρας έχουν κάνει τεράστιες θυσίες προσδοκώντας να φθάσουν τα δικαιώματά τους σε εκείνα των εργαζομένων των 14 άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τώρα θα πάνε ακόμα παρακάτω; Δεν έχουμε μια ηθική υποχρέωση αυτό να το διασφαλίσουμε; Για τους λόγους αυτούς καταψηφίζω το νομοσχέδιο.