Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης «Αρχές και κανόνες για την εξυγίανση της λειτουργίας και την ανάπτυξη βασικών τομέων του εμπορίου και της αγοράς -Θέματα Υπουργείου Ανάπτυξης»

Ομιλία κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης «Αρχές και κανόνες για την εξυγίανση της λειτουργίας και την ανάπτυξη βασικών τομέων του εμπορίου και της αγοράς -Θέματα Υπουργείου Ανάπτυξης»

E-mail Εκτύπωση PDF
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το συζητούμενο σχέδιο νόμου αρχίζει και τελειώνει με το άρθρο 12. Δηλαδή, με το μέτρο της διεύρυνσης του ωραρίου που αναστάτωσε την αγορά, βρήκε αντίθετους όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και όλα τα κόμματα της Αντιπολίτευσης. Η συζήτηση για τις μεταρρυθμίσεις μεταξύ των οποίων και αυτή της διεύρυνσης του ωραρίου, έχει αρχίσει εδώ και πολύ καιρό και τα αντιλαϊκά μέτρα αυτών των μεταρρυθμίσεων έρχονται το ένα μετά το άλλο με βασικό στόχο και επιδίωξη, όπως ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, την ανταγωνιστικότητα, την αναζωπύρωση της αγοράς, την αύξηση των θέσεων εργασίας, την οικονομική ανάπτυξη. Η γνωστή επωδός και αυτής της Κυβέρνησης που είναι η τόνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, παραμένει ως άλλοθι για μια σειρά αντιλαϊκών μέτρων, τον πρώτο κύκλο των οποίων σφραγίζουν αυτές τις μέρες του υψηλού καύσωνα, το νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα με την απελευθέρωση του ωραρίου των καταστημάτων και το νομοσχέδιο για το εργασιακό, το οποίο αντί να ρυθμίζει τις εργασιακές σχέσεις τις απορυθμίζει, υπονομεύει και ανατρέπει το οκτάωρο, καταργεί τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και μειώνει το κόστος της ημερήσιας εργασίας για να το χαρίσει τελικά στους εργοδότες. Χωρίς καμία προγραμματική βάση, χωρίς κανένα σχέδιο ανάπτυξης της χώρας το έλλειμμα μεταφέρεται στους εργαζόμενους και το χρέος αποπληρώνεται από το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας ή μεγαλώνει από την αποδιάρθρωση των στρατηγικών δυνάμεων και των παραγωγικών μέσων της χώρας. Και το κατ΄ εξοχήν παραγωγικό μέσο της χώρας είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι στους οποίους εξαπολύετε με αυτά τα μέτρα μία κατά μέτωπο επίθεση. Δεν αναζητήθηκαν ποτέ οι πραγματικές παραγωγικές και ανταγωνιστικές δυνατότητες της χώρας. Δεν αντιμετωπίζεται με αυτά τα μέτρα το μεγάλο διαρθρωτικό πρόβλημα των υπερτριπλάσιων εισαγωγών έναντι των εξαγωγών. Ειδικότερα δε με τις ρυθμίσεις του εν λόγω νομοσχεδίου ενισχύεται η υπερμεγέθυνση των μεγάλων καταστημάτων, ενισχύονται οι πολυεθνικές και επομένως τα εισαγόμενα είδη. Στο όνομα της άκρως ανταγωνιστικής αγοράς η ακρίβεια και η κερδοσκοπία έχουν ριζώσει στη χώρα μας, ενώ η ψαλίδα μεταξύ της τιμής παραγωγού και της τιμής στο ράφι διαρκώς μεγαλώνει. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις γονάτισαν και κλείνουν κάθε μέρα, θύματα αυτής της άκρως ανταγωνιστικής αγοράς. Η αποδέσμευση του ωραρίου θα πλήξει ακόμα περισσότερο αυτές τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, γιατί είναι πλέον κοινός τόπος ότι θα ενισχύσει τα μεγάλα καταστήματα και τις πολυεθνικές που με τη σειρά τους θα αυξήσουν τις τιμές των προϊόντων και τα κέρδη τους. Η διεύρυνση του ωραρίου δεν θα μειώσει την ανεργία, αλλά μετά και την κατάθεση του νομοσχεδίου για το εργασιακό είναι πλέον σίγουρο ότι θα χειροτερέψει τις εργασιακές σχέσεις των εμποροϋπαλλήλων με απλήρωτο επιπλέον χρόνο εργασίας και με την κατάργηση των συλλογικών τους συμβάσεων. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να δούμε σε συντομία το πρώτο μέρος του νομοσχεδίου που σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση, έχει ως στόχο να εκσυγχρονίσει και να συμπληρώσει το ν. 3190/2003, ο οποίος ρύθμιζε θέματα υπαίθριου εμπορίου και λαϊκών αγορών. Κατά την Κυβέρνηση επιδιώκεται να διαμορφωθεί ένα πλήρες πλαίσιο λειτουργίας του υπαίθριου εμπορίου. Βέβαια ο ν. 3190/2003 κατά την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε, επίσης, ως στόχο τον εκσυγχρονισμό του ν. 2323/1995 με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων σε όλη την επικράτεια, τη διαφάνεια, την ομαλή λειτουργία και την αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς, την πάταξη του παραεμπορίου και των κρουσμάτων της κερδοσκοπίας. Πριν, λοιπόν, συμπληρωθούν δύο χρόνια, πριν καν δημιουργηθούν τα κλιμάκια ελέγχου στην περιφέρεια που ίδρυσε ο ν. 3190/2003 σε αντικατάσταση του μηχανισμού που προέβλεπε ο ν. 2323, πριν ομαλοποιηθεί ο έλεγχος και η λειτουργία της αγοράς με τις σύγχρονες τότε διατάξεις, έχουμε ένα νέο εκσυγχρονισμό που υπόσχεται και πάλι τη διαφάνεια, την προστασία της μικρομεσαίας εμπορικής επιχείρησης από την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και λειτουργία του παραεμπορίου κ.ο.κ. Κύριε Υπουργέ, πιστεύετε ότι για τα μέχρι τώρα προβλήματα στον ευαίσθητο χώρο του υπαίθριου εμπορίου και των λαϊκών αγορών, έλειπε το νομοθετικό πλαίσιο για να πατάξουμε τα κρούσματα των πελατειακών σχέσεων, αλλά και τα κρούσματα της κερδοσκοπίας, του παραεμπορίου, τα κυκλώματα των μεσαζόντων και την ακρίβεια; Πολιτική βούληση έλειπε και τότε και πολιτική βούληση χρειάζεται και τώρα, ούτως ώστε να εφαρμοστούν οι διατάξεις, να οργανωθούν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί και τα κλιμάκια ελέγχου, να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις και να συνδεθεί κοινωνικά και λειτουργικά μ’ αυτές τις δραστηριότητες η αυτοδιοίκηση και με τους απαραίτητους γι αυτό πόρους, γιατί όπως είχαμε τονίσει και κατά τη συζήτηση του ν. 3190, έχουν, πράγματι, αφαιρεθεί ουσιαστικές αρμοδιότητες από την Tοπική Aυτοδιοίκηση στον τομέα του υπαίθριου εμπορίου και των λαϊκών αγορών. Με το συζητούμενο νομοσχέδιο, επιδιώκεται να επανέλθουν αρμοδιότητες στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Πολλές απ’ αυτές, όμως, όπως για παράδειγμα, οι αρμοδιότητες για τις λαϊκές αγορές της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, μεταφέρθηκαν στους τρεις αντίστοιχους οργανισμούς και στο Υπουργείο που τους εποπτεύει και η κατάσταση εξακολουθεί να παραμένει έτσι. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, μέσω αυτών των αρμοδιοτήτων και σχέσεων με τους εμπλεκόμενους φορείς στο υπαίθριο εμπόριο και στις λαϊκές αγορές, ασκούσε την κοινωνική της πολιτική. Όμως, τα τελευταία χρόνια, έχει χάσει και μία σειρά αρμοδιοτήτων και μία σειρά εσόδων, με αποτέλεσμα οι δήμοι να εισπράττουν υποπολλαπλάσια χρήματα απ’ αυτά που έχουν ακόμα και για το κόστος καθαριότητας και για τις λοιπές ανάγκες λειτουργίας των λαϊκών αγορών. Έγιναν από τον κύριο Υπουργό ορισμένες τροποποιήσεις σε θετική κατεύθυνση, όπως αυτή που αφορά το να λαμβάνονται οι αποφάσεις από τα συλλογικά όργανα και όχι από τα πρόσωπα, όπως το νομάρχη, το δήμαρχο, κλπ. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί ο Υπουργός ή ο περιφερειάρχης -και όχι το νομαρχιακό συμβούλιο- να καθορίζει τις αλλαγές στις λαϊκές αγορές της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, ενώ ακόμα παραμένει το ότι καμία άδεια δεν απαιτείται ούτε γνώμη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για την ίδρυση καταστημάτων, πολυκαταστημάτων κυρίως, στις ίδιες περιοχές, δηλαδή στην Αθήνα, στον Πειραιά και στη Θεσσαλονίκη. Όσον αφορά στην έγκριση των σχετικών αδειών στις λαϊκές αγορές, η αρμοδιότητα επανέρχεται στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, πλην της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, όπου εκεί υπάρχει και η μεγαλύτερη δραστηριότητα. Παράλληλα, παραμένει η αρχή με την οποία συμφωνούμε και εμείς, ότι δηλαδή αυτές οι άδειες θα δίδονται κατά προτεραιότητα σε ομάδες πληθυσμού με ειδικές ανάγκες. Θετική είναι, επίσης, η ρύθμιση για τις άδειες παραγωγού. Παρ’ όλα αυτά, βέβαια, ο παραγωγός έχει μεγάλο φορτίο μπροστά του και αυτή η περιβόητη ψαλίδα από την τιμή του παραγωγού μέχρι την τιμή στο ράφι, όλο και μεγαλώνει αντί να κλείσει. Κλείνοντας την αναφορά μου επί της αρχής για το πρώτο κεφάλαιο, θέλω να επισημάνω ότι το υπαίθριο εμπόριο έχει προ πολλού ξεφύγει από τον έλεγχο. Οι λαϊκές αγορές έχουν γίνει σούπερ μάρκετ και, βέβαια, είναι προέκταση, δηλαδή άτυπα υποκαταστήματα των μεγάλων σούπερ μάρκετ. Τα είδη που πωλούνται, ακριβώς επειδή δεν ελέγχεται η προέλευσή τους, είναι κατά κύριο λόγο προμήθειες από το παραεμπόριο. Δίπλα, λοιπόν, στους μικρούς, νόμιμους επαγγελματίες εμπόρους, λειτουργεί το παραεμπόριο και το ένα τρίτο του τζίρου των πωλήσεων προέρχεται απ’ αυτά. Πώς θα λύσουμε, λοιπόν, αυτά τα μεγάλα προβλήματα και τι θα κάνουμε στη συνέχεια με τα μικρά και μεσαία καταστήματα, τα οποία από τη μία πλευρά συμπιέζονται από τη λειτουργία του παραεμπορίου και από την άλλη πλευρά συμπιέζονται από τις αλυσίδες των πολυκαταστημάτων και τις πολυεθνικές; Με το παρόν νομοσχέδιο, προτείνεται η ρύθμιση του άρθρου 12 με τη διεύρυνση, στην ουσία αποδέσμευση, του ωραρίου των καταστημάτων. Και αυτό γίνεται κατά την Κυβέρνηση για την ανταγωνιστικότητα, την αναζωπύρωση της αγοράς, την αύξηση των θέσεων εργασίας, την ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει πρόβλημα σε σχέση με την αναζωπύρωση στην αγορά, με την απασχόληση στον εμπορικό τομέα και με την επιβίωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, πιστεύουμε όμως ότι το μέτρο της διεύρυνσης του ωραρίου είναι μέτρο φωτογραφία για τις μεγάλες επιχειρήσεις, τις αλυσίδες των καταστημάτων και τις πολυεθνικές που οδηγούν στην αύξηση της τιμής των προϊόντων, στην άνοδο της ακρίβειας, που πιέζουν ασφυκτικά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Σύμφωνα και με μελέτες που έγιναν στη Γερμανία, στην Ισπανία και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντίστοιχα μέτρα οδήγησαν σε αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Εναρμόνιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, λέει η Κυβέρνηση. Μα είναι γνωστό ότι ισχύουν διαφορετικά ωράρια και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσα περίπου και τα κράτη-μέλη και ότι η Ελλάδα έρχεται τέταρτη κατά μέσο όρο λειτουργίας των καταστημάτων. Ανταγωνιστικότητα, επαναλαμβάνει συνεχώς. Τι είδους, όμως, ανταγωνισμός; Αυτός που οδηγεί στο όποιος αντέξει; Οι χιλιάδες εργαζόμενοι να δουλεύουν απλήρωτοι παραπάνω ώρες και οι χιλιάδες μικροέμποροι να οδηγηθούν στο κλείσιμο, αφού δεν θα μπορούν να κρατήσουν ανοιχτά τα καταστήματά τους για δώδεκα και παραπάνω ώρες; Τα μεγάλα καταστήματα και οι πολυεθνικές, λοιπόν, θα αντέξουν και τα πολλά και υπερμεγέθη που έγιναν και από την προηγούμενη κυβέρνηση στην καρδιά των πόλεων και αυτά που σήμερα εγκαθίστανται χωρίς άδεια στις παρυφές των μεγάλων κέντρων. Και βέβαιο είναι ότι αυτά θα μονοπωλήσουν την αγορά, θα πλήξουν με νέα ακρίβεια τον καταναλωτή, τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τους αγρότες. Στην πραγματικότητα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, καταργείται ο υγιής ανταγωνισμός, καταργείται πλέον και με νόμο το οκτάωρο και περιορίζεται δραματικά η αγοραστική δύναμη και ο πολύτιμος ελεύθερος χρόνος για την οικογένεια και του εργαζόμενου, κατά κύριο λόγο και του καταναλωτή. Εκείνο που θα εξυπηρετήσει και τον καταναλωτή, αλλά και την αναζωπύρωση της αγοράς είναι άλλα μέτρα. Είναι τα μέτρα για την αύξηση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, των συνταξιούχων, των αγροτών, των ανέργων, είναι να υπάρξουν αυστηροί έλεγχοι και παρεμβάσεις για να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια, η κερδοσκοπία και το παραεμπόριο. Είναι μέτρα για να μειωθεί ο ΦΠΑ σε είδη λαϊκής κατανάλωσης, σε βαθμό που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες για να κινηθεί η αγορά. Εκείνο που θα βοηθήσει την εργαζόμενη γυναίκα -γιατί άκουσα κάποιες προτάσεις εδώ που πραγματικά δεν μπορώ να τις καταλάβω- είναι να έχει ίση αμοιβή για ίση εργασία, που ακόμα δεν έχει -έχει 14% μικρότερη αμοιβή από τον άντρα- είναι να έχει καλές συνθήκες εργασίας, είναι να τηρείται το οκτάωρό της και όχι να προσλαμβάνεται στο σούπερ-μάρκετ για τέσσερις ώρες, με την ελαστικοποίηση που πέρασε με το μειωμένο ωράριο και η προηγούμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και να την κρατούν οκτώ ώρες και να την πληρώνουν για τέσσερις ώρες ή να την φέρνουν για τρεις ώρες το πρωί και τέσσερις ώρες το απόγευμα και όχι για να τρέχει άρον-άρον το Σάββατο από τις έξι μέχρι τις οκτώ για να ψωνίσει. Έλεος! Και αυτή η εργαζόμενη γυναίκα θα πρέπει να πάει στην οικογένειά της και επιτέλους να πάει να δει θέατρο, κινηματογράφο, κάτι να κάνει τέλος πάντων. Όχι να γυρνάει στην αγορά για να βρει το φθηνότερο για να μπορέσει να αγοράσει τα απαραίτητα με το μικρό μεροκάματο, το οποίο παίρνει. Γι αυτήν την πλειοψηφία των γυναικών μιλάμε και δεν μιλάμε για τις πολύ λίγες γυναίκες που έχουν την άνεση και να μην εργάζονται και να περιδιαβαίνουν την αγορά και να ψάχνουν για το καλύτερο και όχι βέβαια το φθηνότερο. Εμείς, λοιπόν, ο Συνασπισμός, καταθέτουμε μια σειρά προτάσεων για μια κλαδική πολιτική στον τομέα του εμπορίου, όπως το να υπάρξει σύστημα χρηματοδοτικής στήριξης των μικρομεσαίων εμπορικών καταστημάτων, να θεσπιστεί ειδικό σύστημα κινήτρων για προσλήψεις προσωπικού στο εμπόριο, να ανοίξουν οι κρατικές προμήθειες στις μικρομεσαίες εμπορικές επιχειρήσεις, να απλοποιηθούν οι διαδικασίες και να μειωθούν τα δικαιολογητικά, να αντιμετωπιστούν οι ολιγοπωλιακές πολιτικές των πολυεθνικών και των πολυκαταστημάτων, να ενισχυθεί η εγχώρια παραγωγή, να υπάρξουν δικαιότερες φορολογικές ρυθμίσεις για τις μικρομεσαίες εμπορικές επιχειρήσεις, να αρθούν τα αντικίνητρα που ισχύουν για τη συγχώνευση εμπορικών καταστημάτων, να διασφαλιστεί η μη παραβίαση του σαρανταοκτάωρου για τους εμποροϋπάλληλους, να σταματήσει η επιδότηση της εισαγωγής εμπορικών προϊόντων από χώρες χαμηλού εργατικού κόστους κ.α. Οι κινητοποιήσεις του εμπορικού κόσμου, των επαγγελματιών και των εμποροϋπαλλήλων κλιμακώνονται. Στην επιτροπή, όταν συζητήσαμε την περασμένη εβδομάδα, ήταν όλοι κατηγορηματικά αντίθετοι, η ΓΣΕΒΕ, η Ομοσπονδία των Εμποροϋπαλλήλων, οι φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά και ο εμπορικός σύλλογος και οι ενώσεις των καταναλωτών. Όλοι προσέγγισαν με σκεπτικισμό αυτήν τη διεύρυνση, θέτοντας πολύ βασικές προϋποθέσεις για να ισχύσει αυτή, προϋποθέσεις προστασίας των εργαζομένων και των μικρών επιχειρήσεων. Όμως, η Κυβέρνηση επιμένει. Ο Γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας διαφοροποιείται μερικώς, αλλά η Κυβέρνηση, με τις ανακοινώσεις της, ομολογεί την αντιφατικότητα των επιχειρημάτων της. Πρώτον, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να εφαρμόζονται πενήντα τέσσερα διαφορετικά ωράρια. Τότε γιατί, κύριε Υπουργέ, δίνετε τη δυνατότητα σε κάθε νομάρχη, πέρα από το εξοντωτικό και διευρυμένο πλέον εθνικό ωράριο, να το διευρύνει κι άλλο και επιπλέον δεν του δίνετε τη δυνατότητα να το μειώνει; Δεύτερον, την ίδια ώρα που η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι είναι περιορισμένες οι ώρες λειτουργίας των καταστημάτων στην Ελλάδα σε σχέση με τα ωράρια στις άλλες χώρες αναφέρεται ότι ήδη στην Ελλάδα, προκειμένου να διευκολυνθούν τα μεγάλα καταστήματα, έχουμε από εξήντα εννέα έως και εβδομήντα μία ώρες λειτουργίας, δηλαδή πολύ περισσότερες από άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τρίτον, εάν οι νέες ρυθμίσεις δεν αποσκοπούν στην απελευθέρωση του ωραρίου, αλλά πρόκειται απλώς για διεύρυνση, γιατί δεν ορίσατε συγκεκριμένη ώρα έναρξης λειτουργίας, αλλά την αφήσατε ελεύθερη και να φθάνει μέχρι και εικοσιτετράωρη λειτουργία; Σε αυτό το θέμα η έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής επισημαίνει ότι θα είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί το όριο έναρξης της λειτουργίας των καταστημάτων και θέτει τον προβληματισμό και για την αντιπροσωπευτικότητα των οργάνων τα οποία θα αποφασίζουν την περαιτέρω διεύρυνση του ωραρίου. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Κυβέρνηση δεν έκανε ουσιαστικό διάλογο και δεν απαντά στα ισχυρά επιχειρήματα των εμπλεκόμενων φορέων. Όμως, για την περίπτωση του ωραρίου γνωρίζει πάρα πολύ καλά ότι το 1997, μετά από μία δύσκολη και επίπονη διαδικασία κοινωνικού διαλόγου, οι κοινωνικοί εταίροι ήρθαν σε συμφωνία, σχετικά με το απώτατο χρονικό όριο λήξης της λειτουργίας των καταστημάτων και η συμφωνία αυτή ενσωματώθηκε σε υπουργική απόφαση που έχει δεσμευτική ισχύ. Είναι, λοιπόν, λογικό και αναγκαίο να τηρηθεί η συμφωνία των κοινωνικών εταίρων του 1997. Η όποια μεταβολή ως προς το ωράριο των καταστημάτων θα πρέπει να αποφασισθεί με νέα ευρεία κοινωνική συναίνεση και συμφωνία, όπως έγινε και με την προηγούμενη, γιατί επαναλαμβάνω ότι η προσπάθεια διεύρυνσης του ωραρίου των καταστημάτων θα έχει επιπτώσεις στον τομέα των εργασιακών σχέσεων, θα ενισχύσει τις τάσεις ελαστικοποίησής τους και θα αυξήσει τις ώρες εργασίας των εργαζομένων, χωρίς να αυξήσει την απασχόληση. Στην κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας εμπορίου του έτους 2001 περιλαμβάνεται η συμφωνία στο άρθρο 6 υπό τον τίτλο: «Ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων». Επομένως δεν είναι τόσο απλό να παραβιαστεί αυτή η συλλογική σύμβαση εργασίας, διότι είναι μία σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ των εργαζομένων και εργοδοτών, και ρυθμίζει τον τρόπο, τις υποχρεώσεις των εργαζομένων, τις συνθήκες εργασίας, το ωράριο και την αμοιβή της εργασίας. Επίσης, πρέπει να τονιστεί ότι αυτού του τύπου οι συμβάσεις εργασίας είναι ιδιαίτερα ισχυρές. Μετά από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις έρχονται οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας που έχουν αποκτηθεί με κοινωνικό διάλογο και κοινωνική συναίνεση. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, για όλους αυτούς τους λόγους έχουμε καταθέσει μία τροπολογία-πρόταση να απαλειφθεί το άρθρο 12, να υπάρξει κοινωνικός διάλογος και να βρούμε πάλι μία χρυσή τομή και κοινωνική συναίνεση για αυτό το θέμα. Όπως καταλαβαίνετε, καταψηφίζουμε το νομοσχέδιο. ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ Κατ’ αρχάς παίρνω το λόγο -αλλιώς θα μιλούσα στη δευτερολογία μου ως εισηγήτρια του νομοσχεδίου- επειδή άκουσα από τον κύριο Υπουργό την ίδια απάντηση -αυτή δηλαδή που μας έδωσε και στη Διαρκή Επιτροπή της Βουλής- ότι σέβεται τα κόμματα της Αριστεράς -το Κομμουνιστικό Κόμμα και το Συνασπισμό Ριζοσπαστικής Αριστεράς- και τις θέσεις τους, αλλά διαφωνεί με αυτές. Κοιτάξτε να δείτε. Εδώ μιλάμε για ένα νομοσχέδιο και για ρυθμίσεις στις οποίες δεν εκφράζεται μόνο η φιλοσοφία των κομμάτων, αλλά έχουμε τη συλλογική αντίδραση των εμπλεκομένων φορέων, τουλάχιστον για τη ρύθμιση του διευρυμένου ωραρίου. Επομένως οι προτάσεις του Συνασπισμού, οι αιτιάσεις του σε αυτό το νομοσχέδιο και αυτά τα οποία είπα στην πρωτολογία μου, περί του ότι δεν θα υπάρξει μείωση του κόστους, δεν θα υπάρξει ανταγωνισμός και θα συνθλίβουν ακόμη περισσότερο οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κλπ., δεν είναι μόνο οι θέσεις και οι προτάσεις του Συνασπισμού. Είναι οι θέσεις αυτήν τη στιγμή, όπως είπα, όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Σε αυτά τα θέματα περιμένουμε μία απάντηση, για να μιλήσουμε επί της ουσίας. Περιμένουμε μία απάντηση, η οποία θα έπρεπε να έχει προέλθει από κάποια μελέτη για το πού θα πάμε τελικά με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ποια θα είναι τα ουσιαστικά μέτρα που θα στηρίξουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Γιατί, κύριε Υπουργέ, και το ΕΠΑΝ, δηλαδή το Πρόγραμμα της Ανταγωνιστικότητας, δεν πήγαινε καλά και επί ΠΑΣΟΚ, αλλά και τώρα δεν πάει καλά. Βεβαίως, οι μηχανισμοί δεν μπορούν να κινήσουν και πολλά άλλα προγράμματα, για τα οποία συνεχώς χάνουμε τις ευκαιρίες από τους κοινοτικούς πόρους. Βεβαίως, γιγαντώθηκαν τα πολυκαταστήματα και οι πολυεθνικές επί εποχής ΠΑΣΟΚ. Αυτό, όμως, δεν είναι να το λέμε μόνο από τη μία πλευρά και να πράττουμε ξανά τα ίδια, για να ενισχύουμε αυτά τα πολυκαταστήματα. Από την άλλη πλευρά δεν έχουμε πάρει μια απάντηση για το τι θα γίνει με την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, των καταναλωτών κλπ.. Ποια είναι αυτά τα μέτρα που θα τονώσουν αυτήν την αγοραστική δύναμη, ούτως ώστε να υπάρξει κίνηση στην αγορά; Το ένα ευρώ είναι ένα ευρώ. Όπως και να γυρίσεις, κάποια στιγμή θα καταλήξεις να το ξοδέψεις. Και με τα μέτρα που παίρνετε δε θα ξοδευτεί στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αλλά θα ξοδευτεί πάλι στα μεγάλα πολυκαταστήματα! Είναι γεγονός ότι για το τελευταίο ζήτημα θα πρέπει να έχουμε μία απάντηση. Ευνοούνται τα εγχώρια προϊόντα μας; Ευνοείται η εθνική βιομηχανία που τροφοδοτεί τις μικρές επιχειρήσεις, το εθνικό εμπόριο με όλα αυτά τα μέτρα; Απαντήστε μας σε ερωτήματα που θέτει η ίδια η πραγματικότητα. Δεν είναι μόνο ιδεολογήματα!