Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών: «Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα».

Ομιλία κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών: «Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα».

E-mail Εκτύπωση PDF
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Κυβέρνηση με το νομοσχέδιο για τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα που συζητάμε σήμερα, επιχειρεί στο όνομα της ανάπτυξης, αλλά και της αντιμετώπισης δημοσιονομικών περιορισμών να αλλάξει δια μιας, ριζικά και εκ βάθρων τη σχέση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, παραδίδοντας στον ιδιωτικό τομέα τα πάντα και όπως θα δούμε παρακάτω, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, εκτός βέβαια από το συνταγματικό αυτονόητο, δηλαδή τις υπηρεσίες άμυνας, δικαιοσύνης και δημόσιας τάξης. Όπως και στους αντιλαϊκούς νόμους που προηγήθηκαν, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η απελευθέρωση των αγορών, οι ιδιωτικοποιήσεις, η παραχώρηση δημόσιων υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα, η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας αποτελούν θεσμικά μέτρα που θα οδηγήσουν στην τόνωση της ανταγωνιστικότητας και στην ανάκαμψη της οικονομίας. Κυρίαρχα στοιχεία, λοιπόν, της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικής πολιτικής έναντι αυτών της κοινωνικής συνοχής, της βελτίωσης της ποιότητας ζωής, της προστασίας, των πολιτών και του περιβάλλοντος. Και έτσι πληθαίνουν τα μέτρα που θέτουν στην κυριολεξία υπό διωγμόν το κοινωνικό κράτος και τις δημόσιες παροχές. Η σύγχρονη πολιτεία μεταφέρει πολλές από τις βασικές υποχρεώσεις της στην κοινωνική πρόνοια, στην υγεία, στην παιδεία, στον ιδιωτικό τομέα. Διαμορφώνεται δηλαδή και με αυτό το νομοσχέδιο μία νέα οργανική συμμαχία με το σύνολο των επαγγελματικών συμφερόντων, ιδιαίτερα με τις τράπεζες και τους μεγάλους ιδιωτικούς ομίλους, ανοίγοντας έτσι ένα τεράστιο χώρο ιδιωτικών επενδύσεων υψηλών ιδιωτικών κερδών, με αναπόφευκτο μεταξύ των άλλων αποτέλεσμα, την επέκταση της διαπλοκής. Το νομοσχέδιο, λοιπόν, είναι αμφιβόλου συνταγματικότητας και δεν είναι μία συνήθης νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση, αλλά έχει ευρύτερο και στρατηγικό χαρακτήρα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι με αυτό ανοίγεται ο δρόμος για την πλήρη και συνολική ιδιωτικοποίηση του ίδιου του κράτους και την κερδοσκοπική εκμετάλλευση του συνόλου των υπηρεσιών, των υποδομών και των λειτουργιών του. Σημαντικότατες αντιδράσεις για το νομοσχέδιο προήλθαν από πολλούς χώρους, ιδιαίτερα από το χώρο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, όχι βέβαια για τα ίδια συμφέροντα, αλλά γιατί ξέρουν πάρα πολύ καλά το πώς είναι μέχρι τώρα διαρθρωμένο και πού έχει προβλήματα το νομοθετικό πλαίσιο της χώρας, τουλάχιστον για την εκτέλεση των δημοσίων έργων. Απ’ ότι φαίνεται στην αρχή το μελέτησαν με καλή πρόθεση το όλο σύστημα. Όταν, όμως, έλαβαν γνώση αυτού του νομοσχεδίου, ομόφωνα ζήτησαν τη απόσυρσή του. Μεταξύ των άλλων επισημαίνουν ότι χωρίς εθνική στρατηγική, χωρίς εθνικό σχεδιασμό, με απόντα τον κοινωνικό έλεγχο, δίχως κριτήριο για τα έργα ή τις υπηρεσίες που θα επιδιωχθεί να υλοποιηθούν με αυτό το σύστημα, όλα τα δημόσια έργα και κυρίως όλες οι δημόσιες υπηρεσίες εν δυνάμει γίνονται αντικείμενο αυτού του είδους των συμβάσεων, άρα αντικείμενο της επιχειρηματικής δράσης και επιδίωξης ιδιωτικού κέρδους. Επίσης η ΟΚΕ ιδιαίτερα μετά την ανάγνωση του νομοσχεδίου δεν κατάφερε να εκδώσει ομόφωνη απόφαση. Η μία μάλιστα πλευρά της ΟΚΕ, όχι μόνο προβληματίζεται, αλλά είναι αντίθετη σε μία γενικευμένη ρύθμιση για όλα τα θέματα παραγωγής των έργων και παροχής δημόσιων υπηρεσιών. Εμμένει στην ανάγκη ενιαίας αντιμετώπισης της παραγωγής όλων των δημόσιων έργων σε συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού, με διαφανείς διαδικασίες ανάθεσης, μέσα από λειτουργίες μιας ισχυρής δημόσιας διοίκησης. Στο Συνασπισμό αντισταθήκαμε και στις Κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και πολύ περισσότερο σήμερα στην Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας στις ιδιωτικοποιήσεις, στην εκποίηση με κάθε τρόπο του φυσικού πλούτου της χώρας και των υποδομών των δημόσιων οργανισμών. Στο επιχείρημα των κυβερνήσεων μέχρι τώρα ότι πρέπει να μειώσουν το δημόσιο χρέος, τους επισημαίνουμε και τους ρωτούμε, γιατί φθάσαμε έως εδώ; Ποιοι δεν αξιοποίησαν σωστά τις δυνατότητες της χώρας και του ανθρώπινου δυναμικού της; Ποιοι δεν διαχειρίστηκαν καλά τον πλούτο της χώρας και τα σημαντικά κοινοτικά κονδύλια που εισέρευσαν όλα αυτά τα χρόνια, σε σχέση μάλιστα με την μακροχρόνια λιτότητα του ελληνικού λαού; Πώς γίνεται οι αριθμοί των τραπεζών, των ομίλων, των μεγάλων ιδιωτικών συγκροτημάτων να ευημερούν και οι δείκτες για τους πολίτες, για τη χώρα να γίνονται όλο και δυσμενέστεροι; Πώς έφθασε η χώρα σήμερα και η νέα Κυβέρνηση να δηλώνει ευθέως πως δεν υπάρχουν χρήματα για δημόσιες επενδύσεις, ούτε για να καλύψουν στοιχειώδεις ανάγκες της περιφέρειας ή για να καλύψουν την ίδια συμμετοχή της χώρας στα συγχρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση προγράμματα; Πώς φθάσαμε να καταφύγουμε εφ’ όλης της ύλης στη λύση της αυτοχρηματοδότησης των έργων από τους ιδιώτες και την παραχώρηση της λειτουργίας της με την επιβολή νέων φόρων, τελών και εισφορών στους πολίτες; Γιατί δεν καταφέραμε να ολοκληρώσουμε μέχρι τώρα τις βασικές υποδομές της χώρας, τρία Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης και ένα Μεσογειακό Πρόγραμμα; Ποια είναι τέλος πάντων αυτή η προστιθέμενη αξία των επενδύσεων μέχρι σήμερα; Γιατί οι ρυθμοί ανάπτυξης συνοδεύονται με όλο και περισσότερα κέρδη των ολίγων και όλο και πιο οδυνηρούς δείκτες της νέας φτώχειας, της ανεργίας, των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων; Τι είναι, λοιπόν, αυτός ο νέος δρόμος, αυτή η επανίδρυση του κράτους που μπαίνει η χώρα; Είναι κατηφορικός; Εμείς φοβούμαστε πως ναι. Εάν δεν είναι ποια είναι η προοπτική της; Δυστυχώς η Κυβέρνηση δε δίνει απαντήσεις σήμερα. Υποσχέσεις έδινε μόνο προεκλογικά και μάλιστα για κοινωνικό κράτος, περιφερειακή ανάπτυξη και πάταξη της διαπλοκής. Σήμερα χωρίς εθνικό σχεδιασμό, χωρίς χωροταξικά και χρήσεις γης προχωρά στο σύστημα των ΣΔΙΤ. Για κάθε έργο και υπηρεσία θα προχωρήσει σε λίγο σε ένα κύμα ιδιωτικοποιήσεων και θα επιβάλλει έτσι δίπλα στο υπάρχον φορολογικό σύστημα ένα καθεστώς έμμεσης φορολογίας και επιβάρυνσης των πολιτών που θα υποχρεωθούν να πληρώνουν διόδια για υποδομές και υπηρεσίες που μέχρι τώρα το δημόσιο τις προσέφερε ή έπρεπε να τις προσφέρει στον πολίτη ανταποδοτικά, με βάση τα όχι ευκαταφρόνητα ποσά των σχετικών φόρων, τελών και κρατήσεων. Κάθε νέο έργο ή υπηρεσία από τα ΣΔΙΤ θα χρεώνεται στον πολίτη, στο χρήστη δηλαδή με νέα τέλη ή φόρους που καλείται να το αποσβέσει ή να χρηματοδοτήσει τη λειτουργία και τη συντήρησή του. Ως βασικό επιχείρημα μεταξύ των άλλων προβάλλεται και η πολύ καλή ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας πλέον από τους ιδιώτες. Ας δούμε λίγο μέχρι τώρα τι γίνεται. Να μην αναφερθούμε στα τραγικά παραδείγματα των ιδιωτικών αεροπορικών εταιρειών χαμηλού κόστους, να μην αναφερθούμε στο αίσχος της Νέας Ορλεάνης, όπου τα πάντα ανέλαβε ο ιδιωτικός τομέας, επομένως ανέλαβε και κάθε είδους λεηλασίες, μέχρι και βιασμούς. Ας δούμε, λοιπόν, αυτό το νεοφιλελεύθερο πλήρως ιδιωτικοποιημένο κράτος, τι κάνει για την κοινωνία, για τους πολίτες και ποια νοοτροπία διαμορφώνει στους πολίτες. Συμβαίνουν πράγματα, τα οποία πράγματι η πολιτισμένη ανθρωπότητα, τουλάχιστον, οι λαοί της Ευρώπης θα πρέπει να αναλογιστούν και να ανασυντάξουν πάλι τις δυνάμεις τους και να γυρίσουν στις σταθερές αρχές ενός υγιούς κράτους, το οποίο θα προσφέρει τις κοινωνικές υπηρεσίες, τα αναπτυξιακά έργα και τις υποδομές ως δημόσιο αγαθό στον πολίτη, γιατί αυτήν την υποχρέωση έχει πρώτα και κύρια. Δεν παρέχονται, λοιπόν, σωστές υπηρεσίες από το κράτος; Δηλαδή, διαπιστώνετε τελικά μετά από τόσα χρόνια διακυβέρνησης και οι μεν και οι δε ότι δεν υπάρχει αξιοπιστία της πολιτείας και θα μεταφέρετε τώρα τη σχέση κράτους και ιδιωτικού τομέα σε κάποια άλλα επίπεδα, με κίνδυνο να αναπτυχθεί μια νέα αναξιοπιστία και διαπλοκή στο συνδεδεμένο αυτό σύστημα. Δεν τα καταλαβαίνουμε εμείς αυτά τα πράγματα. Αυτή είναι η εξυγίανση του κράτους, η πάταξη της διαφθοράς και της διαπλοκής, οι καλύτερες υπηρεσίες; Να τις παραδώσουμε άνευ όρων στους ιδιώτες για να τις εκτελέσουν και μάλιστα χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς επίβλεψη για το τι θα κάνουν μετά την ανάληψη όλων αυτών των καθηκόντων; Νομίζω ότι εδώ θα πρέπει να υπάρξει μια διακομματική συνεργασία για να μπορέσουμε επιτέλους να μιλήσουμε με ειλικρίνεια, να μιλήσουμε σωστά και να δημιουργήσουμε μια σύγχρονη και δημόσια λειτουργία των υπηρεσιών του δημόσιου τομέα, που θα καλύπτει ισόρροπα την Ελλάδα και τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού χώρου. Πιο συγκεκριμένα τώρα για τις Σ.Δ.Ι.Τ. Επί μακρόν, λοιπόν -αλλά λείπει πάλι ο κύριος συνάδελφος του ΚΚΕ για να ακούσει το σκεπτικό του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς- ήμασταν ιδιαίτερα επιφυλακτικοί εμείς -και μιλάω και για τις τοποθετήσεις που κάναμε για τις προηγούμενες συμβάσεις παραχώρησης- και βέβαια τεχνικοοικονομικά εξετάζαμε αυτό το θέμα για να δούμε αν υπάρχουν κάποια θετικά. Βλέποντας, όμως, και το πώς διαχειρίστηκαν το θέμα των συμβάσεων παραχώρησης μέχρι τώρα οι προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, αλλά κυρίως όταν είδαμε και αυτό το νομοσχέδιο, είπαμε ότι εδώ η κατάσταση δεν πάει άλλο. Δεν είναι δυνατόν δηλαδή χωρίς προγραμματισμό να μπορούμε να προχωράμε στην πλήρη διάλυση του κράτους και να μην αναλαμβάνουμε τις ευθύνες γι’ αυτές τις υποχρεώσεις που έχει το ίδιο το κράτος. Και βέβαια χρησιμοποιούμε αυτά τα επιχειρήματα γιατί πρώτα και κύρια θέλουμε να πείσουμε τον πολίτη, ο οποίος απεγνωσμένος πια μετά από την κακοδιαχείριση των έργων, τις μεγάλες δαπάνες των Ολυμπιακών Αγώνων, τη μεγάλη επενδυτική, και αναπτυξιακή υστέρηση, ιδιαίτερα της περιφέρειας, κατάλαβε ότι τούτο το σύστημα είναι ένα είδος δωρεάν έργων και παροχών προκειμένου να λύσει τα προβλήματά του. Εμείς, λοιπόν, μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία θέλουμε να πείσουμε τον Έλληνα πολίτη, ότι αυτό το σύστημα που του προσφέρει δήθεν «δωρεάν» αναπτυξιακά έργα και υποδομές, αυτά θα τα πληρώνει μια ζωή χωρίς προγραμματισμό και μάλιστα με πανωτόκι. Θα πρέπει να θυμίσουμε στον πολίτη, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, και να θυμηθούμε και όλοι εμείς, ότι μέχρι τώρα το νομοθετικό πλαίσιο της χώρας μας τι ορίζει; Ότι τα έργα υποδομής και οι υπηρεσίες αποτελούν συνταγματική υποχρέωση της πολιτείας προς τους φορολογούμενους πολίτες κυρίως σε ό,τι αφορά την παιδεία, τον αθλητισμό, την κατοικία, την εργασία, την απόλυτη προστασία του δομημένου φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Η αδυναμία υλοποίησής τους ή η μεγάλη καθυστέρηση περάτωσης από έλλειψη μερική ή ολική των διατιθέμενων πόρων, δεν μπορεί να αλλοιώσει την παραπάνω υποχρέωση. Επίσης, ότι στα πλαίσια της λειτουργίας του κράτους και της ελεύθερης οικονομίας, η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται κατά το Σύνταγμά μας να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας, άρθρο 106 παράγραφος 2 του Συντάγματος. Και θα δούμε παρακάτω γιατί μπορεί να υπάρξει βλάβη και της εθνικής οικονομίας και του δημόσιου συμφέροντος. Από την άλλη πλευρά ότι είναι αναγκαίο τα προς υλοποίηση μικρά και μεγάλα έργα υποδομών και οι απαραίτητες υπηρεσίες που έχει ανάγκη ο τόπος και το κοινωνικό σύνολο για την ανάπτυξή του και τη βελτίωση της καθημερινής του ζωής, να προκύπτουν ιεραρχημένα μέσα από ένα μακρόπνοο και δημοκρατικά σχεδιασμένο κατά τομέα και περιοχή εθνικό στρατηγικό σχεδιασμό που θα εξειδικεύεται σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και θα δέχεται μέσω του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και του ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού. Επίσης, ότι μέχρι σήμερα το σύστημα παραγωγής των δημοσίων έργων στην Ελλάδα βασιζόταν κατά κύριο λόγο στην αποκλειστική χρηματοδότηση από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους. Και βέβαια έχει δημιουργηθεί ένα σύστημα νομοθετικό όσον αφορά την ανάθεση, τη μελέτη και την επίβλεψη αυτών των έργων, που πρέπει να τηρείται. Η διόγκωση, λοιπόν, των ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού, το μεγάλο κόστος της ανάληψης της Ολυμπιάδος, οδήγησε την κυβέρνηση στην περικοπή του προγράμματος των δημοσίων επενδύσεων και κυρίως πάλι τα προγράμματα της περιφέρειας. Τώρα, λοιπόν, με αυτό το νομοσχέδιο η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι θα προσέλθουν αθρόα σημαντικά ιδιωτικά κεφάλαια για την εκτέλεση αυτών των ιδιωτικών υποδομών. Είναι έτσι όμως τα πράγματα; Γιατί δεν κάνει κανείς από την Κυβέρνηση λόγο για το κόστος των έργων που θα γίνουν με τον τρόπο αυτό; Ποιο είναι το κόστος αυτό για το κοινωνικό σύνολο και για τον πολίτη; Μήπως για τις συμβάσεις των ΣΔΙΤ το κυρίαρχο κριτήριο θα είναι μόνο η ανταποδοτικότητα και το επιχειρηματικό ενδιαφέρον και όχι η κοινωνική συμβολή τους; Μήπως θα παραπέμπονται στις καλένδες, έργα που διαπιστωμένα είναι αναγκαία αλλά όχι ελκυστικά για τις ΣΔΙΤ.; Και έτσι θα αφεθεί για το άγνωστο μέλλον ο εκσυγχρονισμός των μη προσφορότερων αλλά αναγκαίων περιφερειακών δικτύων της χώρας, του σιδηροδρομικού δικτύου και άλλων έργων που είναι αναγκαία για τον πολίτη; Κατά τη γνώμη μας, το κόστος των έργων θα είναι υψηλότερο εξαιτίας του κόστους της χρηματοδότησης από την εμπλοκή πολλών παραγόντων και τη σύναψη δέσμης συμβάσεων με μεγάλο κερδισμένο το τραπεζικό κεφάλαιο που είναι και ένθερμος υποστηρικτής αυτών και των μεγάλων εργοληπτικών ομίλων που έχουν σημαντική δανειοληπτική ικανότητα. Και προσβλέπουν μέσω των ΣΔΙΤ σε τεράστια κέρδη από αυτές αλλά και από τις απευθείας αναθέσεις συμπληρωματικών έργων –βλέπε Αττική Οδός και όσα λέγατε μέχρι τώρα και εσείς για την Αττική Οδό και για άλλες συμβάσεις παραχώρησης. Στην Ευρώπη δεν είναι έτσι τα πράγματα. Έχουμε περιορισμένη εφαρμογή των ΣΔΙΤ -δεν ξεπερνά το 5% έως 10%- και αξιοποιείται κυρίως στις περιπτώσεις όπου υφίσταται ισχυρός ελεγκτικός μηχανισμός του δημοσίου. Ανάλογες όμως πρακτικές που εφαρμόστηκαν στη χώρα μας έγιναν σε περίπτωση αυξημένου οικονομικού κέρδους για τους ιδιώτες. Αναφέρομαι πάλι στο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, στην Αττική Οδό κλπ. Ενώ οι κίνδυνοι, καθώς και οι εγγυήσεις για τις χρηματοδοτήσεις αναλήφθηκαν εξ ολοκλήρου από το δημόσιο. Το ίδιο γίνεται και τώρα. Ακόμη από την Ευρωπαϊκή Ένωση επισημαίνονται επιφυλάξεις στην Πράσινη Βίβλο ότι η χρησιμοποίηση των Σ.Δ.Ι.Τ δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως θαυματουργός λύση για το δημόσιο τομέα που αντιμετωπίζει δημοσιονομικούς περιορισμούς. Ας αναλογισθούμε στη χώρα μας ποιους κινδύνους έχει μέχρι τώρα αναλάβει ο ιδιωτικός τομέας. Τους ανέλαβε στις συμβάσεις παραχώρησης; Κανέναν κίνδυνο, μόνο τα οφέλη εισέπραξε. Μήπως η Κυβέρνηση προχωράει σε αυτό το νομοσχέδιο λόγω της δυνατότητας της μη εγγραφής στον Προϋπολογισμό των σχετικών δαπανών; Μήπως ο έμμεσος δανεισμός, χωρίς την άμεση αύξηση του δημόσιου χρέους, καθώς και η έμμεση φορολογία του πολίτη είναι οι κύριοι στόχοι της Κυβέρνησης; Να αναφερθούμε στην περίπτωση της Πορτογαλίας που παραπέμπουν οι διαφημιστές των Σ.Δ.Ι.Τ, η οποία αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα αυτή τη στιγμή, ακριβώς λόγω των συμπράξεων και λόγω της απρογραμμάτιστης εφαρμογής αυτού του συστήματος. Έχει συσσωρευθεί ένα μεγάλο ποσό που πρέπει να καταβάλλεται κάθε χρόνο ως ενοίκιο, ενώ, όπως φαίνεται, τα έργα που είχαν επιλεγεί αδυνατούν να βγάλουν τα έξοδά τους. Από την άλλη πλευρά εμείς στο Συνασπισμό χρόνια τώρα τονίζουμε ότι και αυτά τα συστήματα δεν μπορούν να αποδώσουν αν δεν εκσυγχρονισθεί και δεν ενισχυθεί ο δημόσιος τομέας, οι τεχνικές τους υπηρεσίες και οι άλλες δημόσιες υπηρεσίες, η τοπική αυτοδιοίκηση. Δεν είναι δυνατόν, ένας αδύνατος δημόσιος τομέας να έλθει και να συνάψει αυτές τις συμβάσεις αυτού του τύπου και μάλιστα με αυτό το πλαίσιο το νομοθετικό το οποίο προτείνεται εδώ, το οποίο είναι πρόχειρο και αδιαφανές, να μπορέσει να σταθεί απέναντι στον ιδιωτικό τομέα και να συνάψει σωστές συμβάσεις και να κάνει σωστά την επίβλεψη. Ας μπούμε στις λεπτομέρειες του νομοσχεδίου. Τι λέει λοιπόν το νομοσχέδιο; Ότι θα μπορούν να εκτελούνται κάθε μορφής έργα και υπηρεσίες του κράτους με ελάχιστες εξαιρέσεις ενώ δεν υπάρχει καμία δέσμευση ώστε τα εκτελούμενα μέσω των Σ.Δ.Ι.Τ έργα να είναι ενταγμένα και ιεραρχημένα σε ένα συνολικό προγραμματικό σχεδιασμό της χώρας. Αυτό θα είναι καταστροφικό. Μέχρι τώρα όλοι διαπιστώνουμε ότι δεν είχε προγραμματισμό η χώρα. Τώρα, χωρίς προγραμματισμό θα κάνει άρον άρον αυτά τα έργα, σύμφωνα με το κατά πόσον θα είναι ελκυστικά τα φιλέτα αυτά στον ιδιώτη και όχι με τις ανάγκες της χώρας και τα έργα και οι υπηρεσίες. Αντί λοιπόν με τη χρήση των ΣΔΙΤ να ενισχύεται το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, προβλέπεται η ένταξη σ’ αυτό, δηλαδή η περαιτέρω μείωση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων με τη μετάθεση σε μελλοντικούς προϋπολογισμούς των επιβαρύνσεων από την εκτέλεση των ΣΔΙΤ. Μεταφέρονται σημαντικές αρμοδιότητες στη Βουλή, στη διϋπουργική επιτροπή, ενώ η λειτουργία της διέπεται από ιδιαίτερα γενικόλογες και ασαφείς διατάξεις που δεν εξασφαλίζουν τη διαφάνεια και τον δημόσιο έλεγχο. Στη διοίκηση της συγκροτούμενης Ειδικής Γραμματείας δεν προβλέπεται η συμμετοχή κανενός κοινωνικού φορέα ή συλλογικού οργάνου, ώστε να εξασφαλίζεται η στοιχειώδης διαφάνεια και ο απαιτούμενος κοινωνικός έλεγχος των αποφάσεων, ενώ για τη στελέχωση αυτής της υπηρεσίας εισάγονται διάφορες διατάξεις για πρόσληψη δίχως συγκεκριμένα κριτήρια, προσόντα και διαδικασίες, βέβαια εκτός ΑΣΕΠ. Δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στο υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο μελετών καθώς και της κατασκευής των δημοσίων έργων. Σας είπα και στην Επιτροπή ότι δεν είναι δυνατόν να συμβεί αυτό. Τουλάχιστον χωρίστε τα έργα από τις υπηρεσίες. Προχθές διάβασα ότι ήδη το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας έχει έτοιμη την προκήρυξη, για να λάβει τεχνικοοικονομικό σύμβουλο που θα προωθήσει τις ΣΔΙΤ. Νοσοκομεία δηλαδή, δημόσια έργα εκτός νομοθετικού πλαισίου εκτέλεσης των έργων δεν είναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι και κύριε Υπουργέ, να γίνουν. Θα πρέπει να εμπλουτίσετε αυτό το νομοσχέδιο ή να το παραπέμψετε στις βασικές διατάξεις του δημόσιου τομέα. Και βέβαια, συμπερασματικά, κύριε Πρόεδρε, πιστεύουμε και για τους λόγους που αναλυτικά θα εξηγήσουμε και στην κατ’ άρθρον συζήτηση ότι δεν διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον. Εσείς λέτε ότι έχετε πρόθεση να το διασφαλίσετε και γι αυτό είστε εδώ. Όμως εμείς σας λέμε ότι μέσα απ’ αυτές τις διατάξεις δεν διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον. Υπάρχουν σοβαρότατες ελλείψεις, υπάρχει προχειρότητα και ασάφεια στο νομοσχέδιο, ούτως ώστε να φαίνεται και τελικά έτσι να εξελιχθεί η υπόθεση ότι τελικά παραδίδουμε βασικούς τομείς και έργα του δημοσίου στην ανεξέλεγκτη και ασύδοτη επιχειρηματική δραστηριότητα ιδιωτικού τομέα. Παράλληλα, γίνεται το τελειωτικό κτύπημα, μια πραγματική βόμβα στα θεμέλια της δημόσιας διοίκησης και των δημόσιων τεχνικών υπηρεσιών. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όχι μόνο καταψηφίζουμε το νομοσχέδιο, αλλά με όλες μας τις δυνάμεις σε όλα τα επίπεδα, θα προσπαθήσουμε τουλάχιστον με τη γενικευμένη του μορφή αυτό το νομοσχέδιο να μην εφαρμοστεί.