Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση επίκαιρης επερώτησης του ΠΑΣΟΚ, προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σχετικά με την εφαρμογή της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ).

Ομιλία κατά τη συζήτηση επίκαιρης επερώτησης του ΠΑΣΟΚ, προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σχετικά με την εφαρμογή της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ).

E-mail Εκτύπωση PDF
Είναι γεγονός ότι ο πρωτογενής τομέας στην Ελλάδα βρίσκεται σε σοβαρότατη κρίση που φέτος εκδηλώνεται με ιδιαίτερη οξύτητα αφού έπληξε όλα σχεδόν τα αγροτικά προϊόντα: σιτηρά, ρύζι, αμπελουργικά, καπνό, βαμβάκι, πατάτες, κτηνοτροφικά. Η νέα κοινή αγροτική πολιτική δημιουργεί νέα αδιέξοδα για την ελληνική γεωργία που θα οδηγήσουν σε επιδείνωση της κατάστασης του πρωτογενή τομέα και των αγροτών. Και ιδιαίτερα θα πλήξουν τη μικρή και μεσαία οικογενειακή εκμετάλλευση που αποτελεί τον πυρήνα του αγροτικού χώρου. Γι αυτό λοιπόν και οι αγρότες οδηγούνται στις κινητοποιήσεις όχι μόνο για το βαμβάκι που είναι κρίσιμη και αυτή η κατάσταση αλλά και για όλα τα άλλα προϊόντα. Η επερώτηση έθετε ένα ουσιαστικό θέμα. Να συζητήσουμε δηλαδή για τους όρους και τις δεσμεύσεις για μια καλύτερη εφαρμογή της αναθεωρημένης κοινής πολιτικής. Βέβαια ούτε αυτό το θέμα δεν συζητήθηκε στην ουσία εδώ. Επικοινωνιακές εντάσεις υπήρξαν μόνο και τίποτε άλλο. Εμείς, όμως, θέλουμε να θέσουμε και ένα άλλο θέμα, για το οποίο έπρεπε και η προηγούμενη Κυβέρνηση να έχει αγωνία και να το συζητά συνέχεια και στη Βουλή και με τον ελληνικό λαό και η νέα Κυβέρνηση. Και οι δύο, όμως, δεν το κάνετε. Το ζήτημα είναι η κριτική μας απέναντι στην ΚΑΠ, γιατί για να οργανωθείς απέναντι στην κοινή αναθεώρηση της αγροτικής πολιτικής που έχει προβλήματα, πρέπει να κάνει ευθαρσώς την κριτική σου και να πεις και τη θέση σου στον κόσμο, για να αναλάβεις και τις ευθύνες. Τι συμβαίνει με την Κοινή Αγροτική Πολιτική; Τι κυριαρχεί σε αυτή; Κυριαρχεί αφενός η αποσύνδεση και αφετέρου η εφαρμογή ορθών περιβαλλοντολογικών πρακτικών. Για την πρώτη, την αποσύνδεση δηλαδή, και μάλιστα στην περίπτωση της ολικής αποσύνδεσης, το ΠΑΣΟΚ απάντησε εύκολα. Θέλει ολική αποσύνδεση. Η Νέα Δημοκρατία συσκέπτεται ακόμα. Στην περίπτωση αυτή, θα έχουμε σταδιακή εγκατάλειψη της παραγωγής και στα θέματα των περιβαλλοντικών πρακτικών θα έχουμε απώλεια μέρους των ενισχύσεων υπό τη μορφή περικοπών και προστίμων. Η ειλικρινής αιτιολόγηση της αναθεώρησης θα έπρεπε να γνωστοποιεί τα εξής στοιχεία: Απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι να περιορίσει την ποσοστιαία συμμετοχή των γεωργικών δαπανών στον προϋπολογισμό. Ας μην κρυβόμαστε. Απόφαση της είναι να μην αυξήσει το πλαφόν της εισφοράς των κρατών-μελών στον προϋπολογισμό πάνω από 1.27% του ΑΕΠ. Παρά τις πρόσθετες δαπάνες λόγω διεύρυνσης, εισάγεται μια περιορισμένη διάταξη των δαπανών για τη γεωργία, ώστε να μη θιγούν υπερβολικά οι μεγάλες γεωργικές εκμεταλλεύσεις της Ευρώπης, οι οποίες θα εξακολουθούν να απολαμβάνουν τη μερίδα του λέοντος στις ενισχύσεις. Με την αποσύνδεση δεν θα στηρίζονται πλέον τα γεωργικά προϊόντα. Υποβαθμίζονται οι αρχικοί στόχοι της περιβαλλοντικής προστασίας και της παραγωγής ποιοτικών προϊόντων, αφού ο παραγωγός, στις περιπτώσεις που θα εφαρμοστεί η πλήρης αποσύνδεση, θα εγκαταλείψει τελικά την καλλιέργεια, γιατί δεν τον συμφέρει πλέον να παράγει. Είναι φανερό ότι η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες, δεν είναι σε θέση να ανατρέψουν αυτές τις αποφάσεις. Όμως, πρέπει να πάψουμε να θεωρούμε ότι είναι συμφέρον της χώρας η εισροή πόρων ανεξάρτητα από την αξιοποίησή τους. Οι αδυναμίες του νέου συστήματος δεν είναι ίδιες για όλες τις χώρες. Γι αυτό και ορισμένες εκφράστηκαν με ενθουσιασμό στην αρχή και όχι βέβαια συμπτωματικά. Χώρες με ανταγωνιστική γεωργία, με λίγους και μεγάλους επιχειρηματίες γεωργούς, με ελάχιστη σημασία του γεωργικού τομέα στη σύνθεση του ΑΕΠ και της απασχόλησης, με κοινωνίες και κοινότητες όπου η γεωργία είναι μόνο ένας κρίκος μιας ανθεκτικής αλυσίδας συμπεριφοράς, βεβαίως εκφράστηκαν με ικανοποίηση για την Κοινή Αγροτική Πολιτική. Όμως, χώρες όπως η Ελλάδα δεν ανταποκρίνονται με κανένα τρόπο σε αυτά τα γνωρίσματα. Θα έπρεπε η κατάστασή μας απέναντι σε αυτή την Κοινή Αγροτική Πολιτική τουλάχιστον να μας προβληματίσει. Βέβαια σε αυτή την Αίθουσα και με το κενό πλέον της Αίθουσας αυτή τη στιγμή και εκ των συναδέλφων του ΠΑΣΟΚ που ήρθαν με τόσο μεράκι να συζητήσουν το τι θα κάνουμε για να επισπεύσουμε την εφαρμογή της, δεν πρόκειται να συζητήσουμε ποτέ αυτό το θέμα. Το μόνο που θα συζητάμε, είναι εάν θα κλείσουν ή θα ανοίξουν τα Τέμπη. Δεν συζητάμε τίποτε άλλο. Τι θα θέταμε στη συζήτησή μας για την Κοινή Αγροτική Πολιτική; Θα τη δούμε βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα; Θα τη δούμε από τη σκοπιά του μεμονωμένου παραγωγού, ή από τη σκοπιά της γεωργικής οικονομίας της χώρας; Αν τη δούμε σε βραχυχρόνιο επίπεδο, βεβαίως θα πει το ΠΑΣΟΚ ότι μας εξασφάλισε τις επιδοτήσεις μέχρι το 2003. Εκεί είναι το πρόβλημα; Και τι θα γίνει μετά; ʼλλωστε οι οικονομικά ισχυρές χώρες θα λησμονήσουν αργότερα και θέλουν να λησμονήσουν τα άμεσα οφέλη από την ύπαρξη ανοικτής ευρωπαϊκής πολιτικής και θα προβάλλουν μόνο τις δοσοληψίες μέσω του προϋπολογισμού. Έτσι, θα λένε αργότερα ότι τώρα δεν καταβάλλουν κοινωνικά βοηθήματα, τα οποία δεν αιτιολογούνται. Έτσι θα γίνουν μακροχρόνια οι επιδοτήσεις. Ο μεμονωμένος παραγωγός μπορεί σήμερα να αισθάνεται ευτυχής και αδέσμευτος, ιδίως όταν η αποσύνδεση είναι ολική. Αν μάλιστα ο αγρότης είναι μεγάλης ηλικίας, όπως συμβαίνει στην πλειονότητα των Ελλήνων αγροτών, η ευτυχία του - εντός εισαγωγικών βέβαια- θα είναι μεγαλύτερη. Θα μπορεί να εγκαταλείψει τη γεωργία και να ζει χορτασμένος - πάλι εντός εισαγωγικών- από τις κολακείες για την προσφορά του στον τόπο, αλλά πικραμένος για την κοινωνική απαξίωση του επαγγέλματός του. Όμως, αν οι γεωργοί, κύριοι συνάδελφοι, πάψουν να παράγουν, επειδή οι τιμές της ελεύθερης αγοράς δεν θα καλύπτουν το κόστος, τότε η χώρα θα έχει να αντιμετωπίσει όχι μόνο διεύρυνση του ελλείμματος, του εμπορικού ισοζυγίου γεωργικών προϊόντων, αλλά και εγκατάλειψη πολλών αγροτικών περιοχών. Και τότε θα διαρραγεί ακόμη περισσότερο ο παραγωγικός και κοινωνικός ιστός. Χρειάζεται, λοιπόν, μία ψύχραιμη αντιμετώπιση και κριτική της αποδοχής της νέας ΚΑΠ. Δεν έγινε αυτό, παρόλο που η επερώτηση θέτει ουσιαστικά στοιχεία για από δω και πέρα. Πώς θα εφαρμοστεί, λοιπόν; Ας πάμε σε αυτό. Η νέα ΚΑΠ λοιπόν έχει μεγάλες αδυναμίες, όμως περιλαμβάνει και στοιχεία τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν στην κατεύθυνση της αγροτικής ανάπτυξης. Ο αγώνας αυτός πρέπει να δοθεί με κριτήριο το συμφέρον -κοινωνικά και οικονομικά- της ελληνικής γεωργίας και όχι το συμφέρον των δύο κομμάτων. Υπάρχει μία κοινή διαπίστωση. Η χώρα μας -οι υπηρεσίες, οι μηχανισμοί, οι φορείς των αγροτών- είναι απροετοίμαστη για να ανταποκριθεί στους όρους και στις προϋποθέσεις αυτής της σκληρής ΚΑΠ, μερικοί δε από αυτούς τους όρους και τις προϋποθέσεις έχουν αρχίσει ήδη. Η διάλυση του Υπουργείου είναι έργο της προηγούμενης Κυβέρνησης, αλλά και η νέα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου στέκεται αμήχανη και δεν παίρνει αποφάσεις, παρά τις αρχικές διακηρύξεις και την πομπώδη αλλαγή του τίτλου. Εννιά μήνες μετά και ο νέος τίτλος αποδεικνύεται άνευ περιεχομένου. Το κύριο πρόβλημα του Υπουργείου είναι το πώς θα συνεργαστούν οι υπηρεσίες στα τρία διοικητικά επίπεδα. Η προηγούμενη μεταρρύθμιση, η προηγούμενη αλλαγή απέτυχε παταγωδώς. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει μία αντισυνταγματική -για εμάς- τροπολογία που μετέταξε χιλιάδες υπαλλήλους του Υπουργείου στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις. Τώρα μαλώνετε μεταξύ σας αν καταγράφουν καλά ή αν δεν καταγράφουν. Αυτή η κατάσταση δημιουργήθηκε. Ιδρύθηκαν και λειτουργούν πολλοί οργανισμοί και ανώνυμες εταιρείες στο Υπουργείο. Αυτές αποδυνάμωσαν και αποδιοργάνωσαν τις υπηρεσίες τους, χωρίς να παράγεται το αναμενόμενο έργο, με σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην αγροτική έρευνα και στην εκπαίδευση των αγροτών. Η επερώτηση επισημαίνει πράγματι μεγάλες καθυστερήσεις στην προετοιμασία για την εφαρμογή της νέας ΚΑΠ. Συμφωνούμε στα περισσότερα. ʼλλωστε, την κριτική αυτή την κάναμε εμείς πολύ νωρίτερα και στην Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Δεν αναφέρεται όμως η επερώτηση σε δύο σημαντικά πράγματα. Γιατί καθυστέρησαν τα προγράμματα ενημέρωσης για την ΚΑΠ και ακόμη τώρα δεν έχουν αρχίσει και με ευθύνη της προηγούμενης Κυβέρνησης και της τωρινής; Η επερώτηση δεν αναφέρεται επίσης στον κίνδυνο να μην ενισχυθούν όσα συμφωνήθηκαν τον Ιούνιο του 2003 κατά την αναθεώρηση της ΚΑΠ και στην προσπάθεια που πρέπει να καταβληθεί ώστε να διασφαλιστούν οι άμεσες ενισχύσεις: ο πρώτος πυλώνας και οι πόροι της αγροτικής ανάπτυξης, ο δεύτερος πυλώνας σε σχέση με τις μειονεκτικές περιοχές. Θα τελειώσουν σε λίγο οι μειονεκτικές περιοχές. Βέβαια, τις βόρειες χώρες δεν τις ενδιαφέρει, αλλά για την Ελλάδα, για τη χώρα μας, θα είναι καταστροφή. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, εμείς από την πλευρά του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς θα δώσουμε τη μάχη μαζί με τον αγροτικό κόσμο για την καλύτερη δυνατή εφαρμογή της ΚΑΠ, αλλά θα δώσουμε τη μάχη σε επίπεδο χώρας και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, μαζί με το αριστερό κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς για μία ριζοσπαστική αναθεώρηση της ΚΑΠ, ούτως ώστε να ενισχύονται οι μικρομεσαίες αγροτικές εκμεταλλεύσεις, να αναβαθμιστεί ο ρόλος των συνεταιρισμών και να αξιοποιηθούν οι ομάδες παραγωγών, με στόχο πάντα την ανάπτυξη της υπαίθρου, την παραγωγή ποιοτικών και ανταγωνιστικών προϊόντων και την προστασία του περιβάλλοντος.