Ομιλία κατά τη συζήτηση νομοσχεδίου «Ρυθμίσεις θεμάτων όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων»

Πέμπτη, 01 Ιούλιος 2004 02:00 Ομιλίες
Εκτύπωση
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν είναι τυχαίο ότι το νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα στην αιτιολογική του έκθεση δεν έχει καμία εισαγωγή. Δεν υπάρχει παρουσίαση του σκοπού, των κατευθύνσεων και της φιλοσοφίας του. Ούτε καν μια συνόψιση των αναγκών που έρχεται να καλύψει. Aλλωστε και η ίδια η κυρία Υπουργός, παραπέμποντας στο διάλογο για την παιδεία το Φθινόπωρο, επιβεβαιώνει λίγο πολύ, ότι τούτο το νομοσχέδιο έρχεται να τακτοποιήσει εκκρεμότητες ή περιστασιακά να αντιμετωπίσει κάποια προβλήματα στο χώρο της εκπαίδευσης. Προβλήματα όμως που κυριαρχούν στους τρεις κυρίως τομείς της εκπαίδευσης δηλαδή στη διάρθρωση και την ανάπτυξη των σχολών και τμημάτων των ΑΕΙ και ΤΕΙ, στο εκπαιδευτικό προσωπικό της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και το μεγάλο πρόβλημα των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών, στο εξεταστικό σύστημα και κατ' εξοχήν αυτό που αφορά στην εισαγωγή των μαθητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Όπως και στις νομοθετικές πρωτοβουλίες της περασμένης τετραετίας από την Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, έτσι και τώρα έχουμε μία αποσπασματική προσπάθεια . Δεν διαφαίνεται ένας ενιαίος κορμός δηλαδή μία επί της αρχής κατεύθυνση για όλα αυτά που πρέπει και θα μπορούσαν επιτέλους να συνδιαμορφώσουν μια άλλη πολιτική πρόταση, μια σειρά μέτρων για τη βελτίωση και τον προοδευτικό εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Εμείς την πρότασή μας για την παιδεία τη διαμορφώνουμε σε μία ενιαία δωδεκάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση που θα παρέχεται ως δημόσιο αγαθό χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς, που θα εξασφαλίζει για όλους τους μαθητές μία ευρεία μορφωτική βάση, για να μπορούν να παρακολουθήσουν τις ταχύτατα μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της κοινωνίας, με αυτόνομη μορφωτική λειτουργία του Λυκείου και αποσύνδεσή του από τη διαδικασία εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Για να γίνει έτσι δυνατή, έστω και σταδιακά, η ελεύθερη πρόσβαση σ' αυτήν με ανοιχτό ακαδημαϊκό και δημόσιο πανεπιστήμιο, με δραστική μείωση των οικογενειακών, ιδιωτικών δαπανών για την εκπαίδευση, με ουσιαστική αύξηση των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού άμεσα στο 5% του ΑΕΠ τουλάχιστον. Σε κάθε περίπτωση -και έτσι θα πρέπει να είναι- θεωρούμε ότι πρωταρχικός είναι ο ρόλος των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων. Σήμερα στη χώρα μας, οι χαμηλές δαπάνες για την εκπαίδευση καθηλωμένες στο 3,4% -οι χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση- δεν επιτρέπουν στα σχολεία και τα τριτοβάθμια ιδρύματα να καλύπτουν ακόμη και στοιχειώδεις ανάγκες λειτουργίας. Οι συνέπειες της υποχρηματοδότησης εκδηλώνονται στην υποδομή και τον εξοπλισμό όλων των βαθμίδων από τη διπλοβάρδια των σχολείων των αστικών κέντρων μέχρι την απαράδεκτη κατάσταση των υποδομών των περισσότερων ανώτατων εκπαιδευτικών και τεχνολογικών ιδρυμάτων. Δεν αμφισβητείται από κανένα μας ότι οι γονείς υποχρεώνονται σε συνεχή οικονομική αφαίμαξη και επωμίζονται δυσβάστακτα βάρη προκειμένου να εξασφαλίσουν ικανοποιητική εκπαίδευση για τα παιδιά τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι μία αγροτική οικογένεια δαπανά το 40% του εισοδήματός της για να δώσει καλύτερη μόρφωση στα παιδιά, ο δημόσιος υπάλληλος 30% κ.ο.κ. Αναζήτηση ικανοποιητικής εκπαίδευσης από τη μία, υποχρηματοδότηση του δημόσιου σχολείου από την άλλη, ενισχυόμενες τάσεις και πολιτικές ιδιωτικοποίησης στην παιδεία, οδηγούν σε μία παιδεία ολοένα και ελεγχόμενη από τις δυνάμεις της αγοράς. Θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο λοιπόν, με την ευκαιρία έστω και αυτού του αποσπασματικού νομοσχεδίου, να καταγράψουμε όλα αυτά τα μεγάλα προβλήματα στη χώρα μας, αλλά και τη φιλοσοφία και την πολιτική πρόταση του καθένα μας για τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Δυστυχώς όμως και παρότι το νομοσχέδιο θίγει βασικά θέματα της εκπαίδευσης, η σπουδή και η προχειρότητα στην αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων, δεν μας δίνει σήμερα μία τέτοια δυνατότητα. Ας δούμε αναλυτικότερα τα θέματα του νομοσχεδίου. Το πρώτο βασικό θέμα είναι τα νέα τμήματα στα ΑΕΙ και στα ΤΕΙ. Είχαμε επισημάνει όλοι ότι ακολουθείται η τακτική της ψηφοθηρικής διασποράς των ΤΕΙ και ΑΕΙ στην περιφέρεια, χωρίς να εξασφαλίζονται οι βασικές προϋποθέσεις, τόσο των παλαιών, όσο και των νέων τμημάτων. Κατά την ίδρυση αυτών των τμημάτων, σε προηγούμενο νόμο μιλούσατε και σεις τότε για μια πρόχειρη χωρίς μελέτη πελατειακού χαρακτήρα διαδικασία. Σήμερα ούτε εσείς ως Κυβέρνηση ούτε το ΠΑΣΟΚ ως Αξιωματική Αντιπολίτευση αναλαμβάνετε την ευθύνη ανοικτά για το γεγονός ότι έχουν υποβληθεί μηχανογραφικά δελτία σε σχολές-φάντασμα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Ερχόμαστε με νόμους να ιδρύσουμε και να δώσουμε σάρκα και οστά σε τμήματα σχολών που δεν υπάρχουν συνεχίζοντας κινήσεις προχειρότητας και -επιτρέψτε μου να πω, παρόλο που δεν σας διακρίνει αυτή η πολιτική, αλλά είπατε ότι αναγκάζεστε να το κάνετε- επιπολαιότητας. Η ίδρυση και η διασπορά τμημάτων και σχολών σε κάθε νομό χωρίς προγραμματισμό, μελέτη και υποδομή, χωρίς πρόβλεψη οργανικών θέσεων διδακτικού προσωπικού, αποτελεί πράξη ψηφοθηρική και λαϊκίστικου χαρακτήρα. Δεν ανταποκρίνεται σε κάποιο σχεδιασμό επιστημονικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών. Μιλάμε για τμήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και μάλιστα με αδόκιμους τίτλους. Τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν καμία σχέση με καμία βασική επιστήμη, με ένα πολύπλευρο γνωστικό αντικείμενο ούτε εισάγουν το καινούργιο έστω στην παραγωγή της έρευνας. Θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών. Τι παράγουν αυτά τα νέα τμήμάτα; Παράγουν επιστήμονες ή επαγγελματίες ή και τα δύο μαζί; Εδώ ανοίγει ένα μεγάλο θέμα για το πώς οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές οδηγούν σήμερα τη βασική γνώση στην εκπαίδευση. Αδόκιμοι τίτλοι, μικτοί στα αγγλοελληνικά, όπως "Τμήμα Μάρκετινγκ και Διοίκησης Λειτουργιών". Τι θα πει "διοίκηση λειτουργιών" ή "διοίκηση τεχνολογίας"; Συνιστούν μια βασική επιστήμη ή είναι μια εξειδίκευση και μια κατάρτιση; Έχετε την ευθύνη να μας το αιτιολογήσετε αυτό. Η συνέχεια του κράτους και σε λανθασμένες επιλογές και επιλογές των προηγούμενων κυβερνήσεων δεν συνιστά, κυρία Υπουργέ, καμιά δικαιολογία. Και από την άλλη πλευρά, είναι πολύ σοβαρό το ζήτημα. Με ποιες συνθήκες, με ποιες διαδικασίες, με ποιο διδακτικό προσωπικό, με ποια μέσα κα χρηματοδοτήσεις θα λειτουργήσουν αυτά τα νέα τμήματα; Ιδιαίτερα με το προσωπικό, πώς θα αντιμετωπίσετε την κατάσταση; Με τις μετατάξεις προσωπικού, που λέτε, από ένα ΤΕΙ μιας περιοχής σε μια άλλη; Ξέρετε πολύ καλά ότι τα ΤΕΙ σήμερα, πέρα από τις άλλες τρομερές ελλείψεις που έχουν, λειτουργούν με 67% συμβασιούχους εκπαιδευτικούς και διοικητικούς υπαλλήλους. Υπάρχουν τεράστιες ελλείψεις. Εμείς λέμε ότι είναι καλό να υπάρχει σε μια επαρχιακή πόλη, σε μια πρωτεύουσα νομού πανεπιστήμιο. Να υπάρχει όμως ένα πανεπιστήμιο το οποίο να μπορεί να προωθήσει την έρευνα, να μπορεί να συνδέσει τα παιδιά με άλλες συγγενείς επιστήμες. Να υπάρχει αποκέντρωση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, μέχρι όμως ενός ορισμένου σημείου. Όχι με την υποταγή σε μια εκλογικίστικη δημαγωγία, για να έχουμε πανεπιστήμια παντού και να λειτουργούν αυτά εγκαταλελειμμένα στην τύχη τους. Το δεύτερο μεγάλο θέμα, ο διορισμός των εκπαιδευτικών και ιδιαίτερα των αναπληρωτών. Οι εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών θα πρέπει να έχουν μόνιμο και σταθερό χαρακτήρα, διότι η εργασιακή ανασφάλεια αποβαίνει σε βάρος της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Το σύστημα πρόσληψης των εκπαιδευτικών μέσω της επετηρίδας διασφάλιζε την αντικειμενικότητα και τη διαφάνεια στις προσλήψεις. Βαθμιαία όμως και κυρίως λόγω του μικρού σχετικά αριθμού προσλήψεων άρχισε να επιμηκύνεται μέχρι υπερβολής ο χρόνος αναμονής στην επετηρίδα, με αποτέλεσμα όλο και μεγαλύτερης ηλικίας εκπαιδευτικοί να διορίζονται στην εκπαίδευση. Πρόβλημα λοιπόν. Ταυτόχρονα, όμως, τίθεται το ερώτημα στην κοινωνία αν μπορούν να εισαχθούν αξιοκρατικά και ποιοτικά κριτήρια που να διασφαλίζουν τη διαφάνεια και τη σωστή κρίση στις προσλήψεις. Το σύστημα των εξετάσεων των εκπαιδευτικών τελικά απεδείχθη ότι δεν ήταν η λύση του προβλήματος. Η κατάσταση έχει ιδιαίτερα περιπλακεί. Προωθείται σήμερα η πέμπτη ή η έκτη νομοθετική ρύθμιση. Τι έγινε όμως στην πραγματικότητα; Στη σχολική χρονιά 2001-2002 προσλήφθηκαν για τις ανάγκες της εκπαίδευσης στη δευτεροβάθμια 12.000 αναπληρωτές και 4.000 ωρομίσθιοι. Το 1999 τροποποιήθηκε ο νόμος 2425/1997 και κάτω από την κοινωνική κατακραυγή ψηφίστηκε η διάταξη για το διορισμό των 16μηνιτών από το 2003 και έκτοτε παρατείνεται η εργασιακή παραπλάνηση των αναπληρωτών με τις περιορισμένης εμβέλειας ρυθμίσεις που ακολούθησαν και την πληθώρα των πινάκων. Καλλιεργούνται έτσι εσωτερικές αντιπαραθέσεις στο Σώμα των αναπληρωτών αφού υπάρχουν περιπτώσεις που δίδεται προτεραιότητα σε αναπληρωτές με δύο έως τρία χρόνια εργασίας και μένουν άλλοι με πάνω από έξι χρόνια προϋπηρεσία. Aλυτο παραμένει το πρόβλημα της παιδαγωγικής κατάρτισης των υποψηφίων για διορισμό εκπαιδευτικών. Τα προγράμματα για το πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας δεν λειτούργησαν και ούτε άλλη λύση έχει προταθεί μέχρι σήμερα. Με την παράταση που δίδετε σε αυτό το νομοσχέδιο για την παιδαγωγική κατάρτιση, επί της ουσίας την παραπέμπετε στις καλένδες. Η Οδηγία 70/99 της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους συμβασιούχους θα μπορούσε να είναι μία λύση και για τους εκπαιδευτικούς. Τους εξαιρείτε όμως και θέτετε σκληρότερους όρους από αυτούς που προβλέπει η Οδηγία. Πραγματική προϋπηρεσία τριάντα μηνών είναι πολύς χρόνος. Σημαίνει πλέον από πέντε χρόνια προϋπηρεσία στην εκπαίδευση. Ούτε βέβαια το 40% - 60% αρκεί για να διορθώσει την κατάσταση. Είναι μεν και τα δύο θετικά βήματα, αλλά ούτε τις τότε δεσμεύσεις σας ως Αξιωματική Αντιπολίτευση καλύπτουν. Διότι και εσείς προτείνατε τότε το πάγωμα των διορισμών για μία τουλάχιστον τριετία μέσω του ΑΣΕΠ προκειμένου να απορροφηθούν οι αναπληρωτές. Και βέβαια το κρίσιμο ερώτημα για όλα αυτά είναι το εξής: Πόσους μόνιμους με σταθερή σχέση εργασίας, άρα και με υψηλό ηθικό, εκπαιδευτικούς χρειάζεται το σύστημά μας; Με βάση τις μελέτες της ΟΛΜΕ υπήρχαν δώδεκα χιλιάδες πλήρη κενά στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ενώ έχουμε ετησίως δύο χιλιάδες αποχωρήσεις. Στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και ιδιαίτερα στα ολοήμερα σχολεία, τα λίγα που υπάρχουν σήμερα, απαιτούνται δύο χιλιάδες πεντακόσιες μόνιμες θέσεις εκπαιδευτικών αντί των επτάμισι χιλιάδων ημερομισθίων σήμερα. Αν θέλουμε να γίνουν περισσότερα τα ολοήμερα σχολεία, αν θέλουμε να ανέβει η στάθμη της εκπαίδευσης, να εφαρμοστούν οι νέοι θεσμοί, η ενισχυτική διδασκαλία, οι τάξεις υποδοχής, η μείωση του αριθμού των μαθητών κλπ., που και εσείς εξαγγέλλετε ότι θα προχωρήσετε, οι ανάγκες σε σταθερό και μόνιμο προσωπικό γίνονται πολύ περισσότερες. Υπάρχει έτσι μεγάλη ανάγκη να μας δώσετε σήμερα τα στοιχεία για τον απαιτούμενο αριθμό των μόνιμων εκπαιδευτικών και για τον προγραμματισμό που κάνετε γι' αυτά τα τρία έως τέσσερα χρόνια. Η λύση των εκπαιδευτικών με τριάντα μήνες προϋπηρεσία θα λειτουργήσει προσθετικά; Η ρύθμιση 60% - 40% δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο αν δεν συνδεθεί με συγκεκριμένο αλλά και αυξημένο αριθμό διορισμών. Επίσης, με το νομοσχέδιο δεν δίνετε καμία λύση στα θέματα της ωρομισθίας. Όπως είπαμε όλο και περισσότερα ολοήμερα σχολεία χρειάζονται. Και οι νέοι θεσμοί πρέπει να εφαρμοστούν στην εκπαίδευση. Διανοείται κανείς, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι μπορούν να γίνουν όλα αυτά με πλέον τους οκτώ χιλιάδες ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς που θα τρέχουν από το ένα σχολείο στο άλλο; Το τρίτο βασικό θέμα είναι το εξεταστικό σύστημα. Την τελευταία οκταετία έχουμε διαδοχή Υπουργών και διαδοχή αριθμών στα μαθήματα στα οποία καλούνται να εξεταστούν οι υποψήφιοι. Ο κ. Αρσένης έβαλε δεκατέσσερα, ο κ. Ευθυμίου πήγε στα εννέα μαθήματα, η κυρία Υπουργός σήμερα στα έξι. Έχουμε, λοιπόν, μία συνεχή αλλαγή και μία σύγχυση για όλους τους ενδιαφερόμενους. Ως μέτρο η μείωση των μαθημάτων είναι θετικό. Όσο κάνουμε λιγότερο εξετασιοκεντρικό το σύστημά μας, τόσο αντιμετωπίζονται πολλά προβλήματα στην εκπαίδευση και τα θέματα βέβαια των φροντιστηρίων. Η λογική όμως και η φιλοσοφία παραμένουν ίδιες. Δηλαδή, ένα λύκειο παραμένει ένα λύκειο το οποίο μπροστά στις εξετάσεις, που περιμένουν τα παιδιά για να μπουν στο πανεπιστήμιο, χάνει την ταυτότητά του, το περιεχόμενό του, γίνεται ένας κενός χώρος, από ουσιαστικός που θα έπρεπε να είναι, που σε αυτόν όλα υποτάσσονται στο εξεταστικό σύστημα για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο. Γνωρίζουμε όλοι τα αποτελέσματα της μεταρρύθμισης Αρσένη με ένα λύκειο ως διαρκές εξεταστικό κέντρο που είχε ως αποτέλεσμα περίπου το 40% των μαθητών να εκδιωχθεί από το λύκειο, ιδιαίτερα οι οικονομικά ασθενέστεροι, που σε συνδυασμό με τα προβλήματα στα τεχνικά λύκεια δημιούργησε μόνιμες παρενέργειες στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση που δύσκολα ανατρέπονται. Θέλουν γενναία μέτρα για να ανατραπούν. Από την άλλη πλευρά, στα θέματα τα γενικότερα, πώς θα αντιμετωπίσετε τις εξετάσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση; Τι καταθέτετε εδώ τη φιλοσοφία, μόνο με τον περιορισμό των μαθημάτων; Θα προχωρήσουμε τελικά στη δωδεκάχρονη εκπαίδευση; Θα προχωρήσουμε στην αναβάθμισή της; Θα υπάρξουν επιτέλους πόροι για την παιδεία; Το πρόγραμμα της προηγούμενης κυβέρνησης παρέπεμπε μέχρι το 2008-2010 την αύξηση των δαπανών στο 5%, όσο ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εσείς τι θα κάνετε; Εδώ είναι άμεση η ανάγκη της αναβάθμισης του λυκείου, της αναβάθμισης των υποδομών σε σχολεία, σε προσωπικό, σε μέσα, σε νέους θεσμούς (ενισχυτική διδασκαλία), όλα αυτά τα θέματα στην παιδαγωγική επάρκεια και κατάρτιση των εκπαιδευτικών, ούτως ώστε να μπορέσουμε σιγά-σιγά να αναβαθμίσουμε το σύστημά μας με μια σταδιακά ελεύθερη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Υπάρχουν και πάρα πολλά άλλα θέματα, όπως είναι τα θέματα της πρόσθετης διδασκαλίας, που λίγο απασχολούν και αυτό το νομοσχέδιο, ενώ είναι ουσιαστικά για τη βελτίωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Παρουσιάζονται τεράστια προβλήματα σήμερα στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κύριε Πρόεδρε, στην δευτερολογία μου και στην κατ' άρθρο συζήτηση θα αναφερθώ στις ειδικότερες προτάσεις μας και στην ανάλυση των τροπολογιών που έχουμε καταθέσει, για να κάνουμε μια αρχή, για μιαν ταχύρυθμη βελτίωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Είναι προφανές ότι επί της αρχής καταψηφίζουμε το νομοσχέδιο. ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ Περίμενα πραγματικά ότι θα είχαμε έναν ουσιαστικό διάλογο, αλλά φοβάμαι, κυρία Υπουργέ, ότι κι εσείς παρασυρθήκατε και ενώ αναφερθήκατε στην ανάγκη -και ξέρω ότι θα το κάνετε- ενός εθνικού διαλόγου για την παιδεία, δεν κάνατε διάλογο στη σημερινή σας τοποθέτηση με τα κόμματα της Αριστεράς. Με το "εσείς" και το "εμείς" -και αυτό έκανε και η Αξιωματική Αντιπολίτευση αυτή τη στιγμή- δεν πρόκειται ποτέ να αναλάβετε την ευθύνη, ούτε το δικό σας κόμμα, ούτε το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, για την κατάσταση που έχετε φέρει τα τελευταία τουλάχιστον τριάντα χρόνια την παιδεία στον τόπο μας. Συνέλθετε λιγάκι, κύριοι συνάδελφοι, κάποτε! Εσείς εδώ στις τοποθετήσεις σας είπατε πού βρίσκεται αυτή τη στιγμή η παιδεία μας. Aκουσα τον κ. Σπηλιόπουλο που με πολύ θάρρος είπε όλα αυτά τα πράγματα. Τι χρειάζεται επομένως από εδώ και πέρα; Χρειάζεται μία γενναιότητα από όλους μας και χρειάζεται, επιτέλους, αυτή η γενναιότητα σε έναν εθνικό διάλογο, για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα. Δεν έχετε καταλάβει ότι δεν τα πήγατε καλά όλα αυτά τα χρόνια, ότι τα στοιχεία είναι αμείλικτα; Είπατε -και πολύ σωστά- ότι έχουμε ανάγκη από μία σωστή εκπαίδευση. Αυτό είναι το ζητούμενο. Αλλά έχουμε ανάγκη από μία σωστή εκπαίδευση εφόσον συζητήσουμε με όλους, με όλα τα κόμματα, να δούμε το πού θα πάμε, αλλά και με την κοινωνία -καλά κάνετε- και όχι μόνο με τους ενδιαφερόμενους. Είπατε ότι οι καθηγητές υπάρχουν γιατί υπάρχουν τα παιδιά. Συμφωνώ απόλυτα. Ποιες ανάγκες όμως της εκπαίδευσης αυτών των παιδιών και με ποιους όρους και μέσα από ποιον προϋπολογισμό καλούμαστε να καλύψουμε; Εδώ δεν απαντάει το ΠΑΣΟΚ στην κριτική του. Δεν απαντά το ΠΑΣΟΚ που άφησε την παιδεία στο 3,4%. Και βέβαια δεν θα συμφωνήσω με τον κ. Ανδρουλάκη που λέει: "δεν είναι τόσο ο προϋπολογισμός, είναι το τι θα κάνουμε". Δεν είναι ο προϋπολογισμός, όταν στη Θεσσαλονίκη τα περισσότερα σχολεία είναι δίκυκλα, όταν σήμερα ακόμη έχουμε 25 σχολεία τα οποία είναι από αμίαντο και άλλα τόσα που έχουν αντισεισμική και στατική ανεπάρκεια; Δεν είναι δηλαδή αυτός ο προϋπολογισμός; Πού να κάνουν μάθημα αυτά τα παιδιά, με ποιον τρόπο; Όταν έχουμε αυτή τη στιγμή τόσους ωρομίσθιους καθηγητές; Πάμε να κάνουμε το ολοήμερο σχολείο, να κάνουμε ένα βήμα, την υποστηρικτική διδασκαλία. Και έπρεπε να υποβάλω και εγώ ερώτηση και απαντήσατε και το ρυθμίζετε το θέμα με αυτή σας εδώ τη ρύθμιση για την υποστηρικτική διδασκαλία. Βεβαίως ένα χρόνο τους έχετε απλήρωτους και τους μόνιμους και τους ωρομίσθιους καθηγητές γι' αυτή την υποστηρικτική διδασκαλία, που ήταν ένα σωστό μέτρο, και καμία πρόνοια δεν υπήρχε για το τι θα γίνει και στο μέλλον γι' αυτή. Αυτά είναι τα επιμέρους ζητήματα, τα οποία όμως έπρεπε να είχαν λυθεί, για να προχωρήσουμε στα παραπέρα. Και τα παραπέρα είναι πάρα πολύ σοβαρά. Αυτά τα οποία θέτει σήμερα το παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Και βέβαια είναι μεν θέμα να δούμε τη σωστή διαχείριση των θεμάτων της παιδείας, αλλά δεν μπορεί, κυρία Υπουργέ, παρ' όλη την ανάγκη που υπάρχει αυτή τη στιγμή, να εγκαταλείψουμε τη πολιτική μας για την παιδεία, μία άλλη πολιτική. Γιατί ξέρετε τι έχει γίνει στον τόπο μας; Θεωρούμε πια ότι η χρηστή, η αποτελεσματική διαχείριση κλπ. δεν είναι εκ των ουκ άνευ υποχρέωση της κάθε κυβέρνησης και ότι αυτό αποτελεί το όραμα της επόμενης κυβέρνησης. Όχι, δεν είναι αυτό το όραμα. Το όραμα είναι η πολιτική της και η χρηστή και αποτελεσματική διαχείριση είναι βασική υποχρέωση που προκύπτει από την ψήφο του ελληνικού λαού. Λοιπόν, χωρίς πολιτική -και το ξέρω αυτό ότι το ξέρετε κι εσείς- δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Δεν μπορούμε με μόνο τη χρηστή διαχείριση να ξεφύγουμε από τον πάτο -όπως είπατε στην Επιτροπή- που βρίσκεται σήμερα το εκπαιδευτικό σύστημα. Χρειάζεται γενναιότητα, χρειάζονται πολιτικές, χρειάζεται πολύ περισσότερο αυτός ο εθνικός διάλογος γιατί τα προβλήματα είναι πάρα πολύ σημαντικά. Δεν είναι μόνο τα συγκεκριμένα βήματα που πρέπει να κάνουμε. Αυτή τη στιγμή έτσι όπως καθορίζονται τα πράγματα για την εκπαίδευση, όλο και περισσότερο η αγορά εισχωρεί σε όλους τους κύκλους της εκπαίδευσης και τελικά ανατρέπει αυτό που ήταν το κλασικό κεκτημένο και που λίγο-πολύ το δίδαξε ο δικός μας αρχαίος πολιτισμός για την παιδεία. Εμείς, σαν Συνασπισμός, πάντα σε οποιεσδήποτε νομοθετικές πρωτοβουλίες καταθέτουμε για τα επιμέρους θέματα τις τεκμηριωμένες προτάσεις μας. Αλλά ο βασικός μας σκοπός -και αυτός θα πρέπει να είναι και ο σκοπός του εθνικού διαλόγου- είναι πώς θα μπορέσουμε να διαμορφώσουμε μία πολιτισμική αντίληψη για το πώς θα διαμορφωθεί αυτό το δημόσιο αγαθό που λέγεται παιδεία, αυτό το κοινωνικό δικαίωμα σ' αυτές τις δύσκολες συνθήκες της εποχής μας. Ξέρετε τι λένε οι εκθέσεις του ΟΑΣΑ και τις ξέρετε πάρα πολύ καλά. Λένε ότι η ανάπτυξη της αγοράς της εκπαίδευσης και της κατάρτισης είναι συνδεδεμένη -έτσι είναι, κύριοι συνάδελφοι- με τις διαπραγματεύσεις που γίνονται με το εμπόριο υπηρεσιών στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Εκεί έχουν φθάσει οι νεοφιλελεύθερες επιλογές ακόμα και για τις σοσιαλδημοκρατίες, που παρέσυραν σ' αυτό κι όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και συνεχίζει η έκθεση του ΟΑΣΑ με κυνικότητα και λέει ότι αν μειωθούν οι δαπάνες λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα να μη μειωθεί η ποσότητα για να μη δημιουργήσει κοινωνικές αναταράξεις. Να ανακατέψουμε τη σούπα δηλαδή, έστω κι αν πρέπει να μειωθεί η ποιότητα. Και συνεχίζει η έκθεση να λέει ότι το σχολείο μπορεί να ζητήσει σταδιακά να λάβει οικονομική συνδρομή των οικογενειών ή να καταργήσει κάποια εκπαιδευτική δραστηριότητα. Τι θα κάνουν ασθενέστεροι σ' αυτό εδώ το σύστημα; Εγώ πιστεύω ότι πρέπει να αντισταθούμε σ' αυτές τις επιλογές και ότι σ' αυτό συμφωνούμε. Γιατί συμφωνούμε ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό ότι το λύκειο και γενικά η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το δημόσιο λύκειο θα πρέπει να αναβαθμιστεί. Θα πρέπει η εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση στη χώρα μας να γίνει δωδεκάχρονη και θα πρέπει μέσα από αυτή τη διαδικασία να πάμε στη διαδικασία της σταδιακής ελεύθερης πρόσβασης στα πανεπιστήμια. Στην προσπάθειά μας αυτή δεν πρέπει να αφήσουμε και τα οράματά μας για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δεν πρέπει να την αφήσουμε να κινδυνεύσει να μετατραπεί σ' έναν μηχανισμό επαγγελματικής κατάρτισης που απαξιώνεται γρήγορα. Να σας πω και κάτι άλλο; Πώς αντέδρασε η αγορά; Πώς πήγαν τα προγράμματα επανακατάρτισης; Από μία έρευνα που έγινε ξέρετε ότι ούτε το 3% δεν έχει επιμορφωθεί από τους απόφοιτους της ανώτατης βαθμίδας, μόνο 2% της ανώτερης βαθμίδας και 0%, δηλαδή κανένας ουσιαστικά, από την κατώτερη βαθμίδα. Έχουν αυξήσει οι επιχειρήσεις τις θέσεις εργασίας στους καταρτιζόμενους; Υπάρχει πολύ ανθρώπινο δυναμικό στη χώρα μας, νέοι κυρίως που χειρίζονται με δεξιότητα τις νέες τεχνολογίες. Καμία αύξηση δεν έχει γίνει. Έχουμε το χαμηλότερο ποσοστό των επιχειρήσεων που απασχολούν ανθρώπους με χαμηλή δεξιότητα. Έχουμε το χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας στους νέους και στις νέες γυναίκες που έχουν τελειώσει την ανώτατη βαθμίδα. Πού προσαρμόστηκε η αγορά; Τι θα κάνουμε τελικά; Πώς θα λύσουμε αυτό το φαύλο κύκλο; Νομίζω ότι έχουμε πάρα πολύ σοβαρά ζητήματα να λύσουμε και πιστεύω, κυρία Υπουργέ, ότι έχετε τη βούληση να δείτε, όταν θα συζητήσετε και με τα αριστερά κόμματα, ότι δεν είναι ανεδαφικές οι προτάσεις τους, διότι το μέλλον μάς επιφυλάσσει πολλή ξηρασία και δεν πρόκειται να μας το λύσουν οι αγορές.