Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση σχεδίου νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης «Επιτάχυνση της διαδικασίας για την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας»

Ομιλία κατά τη συζήτηση σχεδίου νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης «Επιτάχυνση της διαδικασίας για την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας»

E-mail Εκτύπωση PDF
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο της προσπάθειας συγκρότησης και λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς μεταξύ των άλλων έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην αναζήτηση κοινών κανόνων για τη δημιουργία μιας απελευθερωμένης εσωτερικής αγοράς ενέργειας τόσο στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, όσο και στον τομέα φυσικού αερίου. Προώθησε λοιπόν, τις πρώτες Οδηγίες 96/92 για τον ηλεκτρισμό και 98/30 για το φυσικό αέριο. Με αυτές τις Οδηγίες προώθησε κοινούς κανόνες λειτουργίας της ιστορικής αγοράς. Η πείρα όμως που αποκτήθηκε στην πρώτη περίοδο της καθιέρωσης της εσωτερικής αγοράς ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια σημαντική, αλλά κατά τη γνώμη μας έχει πολλά δυσάρεστα στοιχεία. Πέρα από τον πολύ εύκολο τρόπο που διαφημίζονται τα οφέλη της ελεύθερης αγοράς, εμφανίστηκαν ελλείψεις και αδυναμίες στη λειτουργία της αγοράς, ανισότιμοι όροι στην παραγωγή και τη διανομή, ενίσχυση των κινδύνων και δημιουργία δεσπόζουσας θέσης και επιθετικής συμπεριφοράς στην αγορά, διακρίσεις και αυξήσεις στα τιμολόγια μεταφοράς και διανομής μέσω των παροχών πρόσβασης στα δίκτυα, μειωμένη προστασία των δικαιωμάτων των ευάλωτων καταναλωτών, ανυπαρξία διαλειτουργικότητας των ευρωπαϊκών δικτύων ενέργειας, καθώς και κίνδυνοι στην ασφάλεια εφοδιασμού και στην επάρκεια των ενεργειακών συστημάτων. Για τους λόγους αυτούς στις πρόσφατες Οδηγίες όπως αυτή εδώ η 2003/54 που συζητάμε εδώ για τον ηλεκτρισμό κρίθηκαν αναγκαίες σημαντικές συμπληρώσεις με κατεύθυνση την παροχή υπηρεσιών επιπέδου δημόσιων επιχειρήσεων, την κάλυψη της παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και την προστασία των μικρών και ευάλωτων καταναλωτών από τις αυθαιρεσίες των ιδιωτών προμηθευτών και παραγωγών που εμφανίστηκαν στις νέες απελευθερωμένες και ιδιωτικοποιημένες αγορές ενέργειας και τον συντονισμό των ρυθμιστικών αρχών των κρατών-μελών για τη ομαλοποίηση του προβλήματος της εσωτερικής αγοράς. Επίσης, με τις νέες οδηγίες λήφθηκαν πρόσθετα μέτρα για την ασφάλεια στον εφοδιασμό και τον εξοπλισμό των δικτύων. Ιδιαίτερα στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας εμφανίστηκαν σοβαρά εμπόδια στην εναρμόνιση των ολοκληρωμένων δημόσιων επιχειρήσεων ηλεκτρικής ενέργειας που αποτελούσαν και αποτελούν, όπως και στην χώρα μας η ΔΕΗ, τον κορμό των ηλεκτροενεργειακών συστημάτων των περισσοτέρων κρατών-μελών. Παρά ταύτα, η Ευρωπαϊκή Ένωση με την επιμονή της να δημιουργήσει απελευθερωμένη αγορά ενέργειας χωρίς να έχει επεξεργαστεί και εφαρμόσει μια κοινή ενεργειακή πολιτική, κατάφερε να βάλει το κάρο μπροστά από το άλογο, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να διαπραγματευτεί με τους καλύτερους δυνατούς όρους την προμήθεια ενέργειας και ιδιαίτερα των υγρών καυσίμων από τα πολυεθνικά μεγαθήρια, πράγμα που αποτελούσε τον πρωταρχικό ενεργειακό στόχο και κίνητρο για τα κράτη-μέλη, να αντιμετωπίσουν με αποτελεσματικότητα τις σχεδιασμένες και ανακυκλούμενες παγκόσμιες ενεργειακές κρίσεις. Βάπτισε και αυτή την ενέργεια ως εμπόρευμα και σχεδίασε ένα δαιδαλώδες και γραφειοκρατικό και δυσεφάρμοστο σύστημα κοινών κανόνων και αγορών που μέχρι σήμερα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν έχει επιτύχει αποτελέσματα. Το μόνο που έχει επιτύχει είναι η εσπευσμένη δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς ενέργειας, που η συγκρότησή της καρκινοβατεί επί μια ολόκληρη δεκαετία χωρίς να επιφέρει σπουδαία πράγματα γύρω από τη θρυλούμενη βελτίωση του ανταγωνισμού και την εξυπηρέτηση των καταναλωτών. Οι οδηγίες που έχει εκδώσει για την εσωτερική αγορά ενέργειας είναι κυλιόμενες και κάθε φορά διαμορφώνονται με τρόπο που επιτρέπουν στα κράτη είτε σταδιακές είτε προσεκτικές ρυθμίσεις είτε ακραίες νεοφιλελεύθερες επιδιώξεις. Ο κοινωνικός λοιπόν ενεργειακός σχεδιασμός έχει από όλα τα καλά. Η χώρα μας έχει επιλέξει τον πιο ασταθή και ακραίο και εν πολλοίς επικίνδυνο δρόμο για την κρίσιμη και θεμελιακή υποδομή της ενέργειας. Με πρωτοπόρο τις κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και συνοδοιπόρο την Νέα Δημοκρατία τότε, αλλά και σήμερα μετά την αλλαγή των ρόλων της προωθήθηκαν ρυθμίσεις και ενέργειες που αντί να επιτύχουν ιδιωτικές επενδύσεις στο χώρο της ενέργειας, να βελτιώσουν το κόστος παραγωγής και τον ανταγωνισμό επιδιώκουν την μετεξέλιξη των συστημάτων ενέργειας, ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου σε χρηματιστηριακά κέντρα. Μήπως είδατε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πόσο αποτιμήθηκε η μεγάλη δημόσια επιχείρηση της ΔΕΗ, μόλις 1,3 τρις, για να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο; Δεν ήταν σκάνδαλο αυτό; Μήπως είδατε αυτή τη στιγμή πόσο ευάλωτη είναι αυτή η επιχείρηση όχι μόνο μέσα από τα προβλήματα που έχει στο διοικητικό της συμβούλιο αλλά και στην χρηματιστηριακή αγορά; Την ξεπουλήσατε και συμφωνήσατε και τα δυο κόμματα ούτως, ώστε μια απλή έκθεση της DEUTSCHE BANK, που έχει άλλες σκοπιμότητες, από την μία μέρα στην άλλη να επιφέρει μείωση της μετοχής της ΔΕΗ κατά 5%. Αυτά τα πράγματα δεν σας βάζουν καθόλου σε σκέψεις, για να δείτε πού οδηγείται αυτή η άρον-άρον ιδιωτικοποίηση και απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας; Με χρηματιστηριακούς όρους θα κάνουμε την απελευθέρωση στην αγορά; Με το ξεπούλημα των δημόσιων επιχειρήσεων ή φορτώνοντας όλα τα βάρη στους εργαζόμενους; Και το νέο νομοσχέδιο για τις ΔΕΚΟ δεν αναλογίζεται τι πρέπει να κάνει για τον εκσυγχρονισμό των δημόσιων επιχειρήσεων, ιδιαίτερα αυτών που διαχειρίζονται δημόσια αγαθά, παρά μόνο ασχολείται με τα προβλήματα των εργαζομένων, δηλαδή με την πλήρη απορύθμιση των εργασιακών τους σχέσεων. Καμία άλλη πρόνοια, καμία άλλη πολιτική, για να σταθούν αυτές οι δημόσιες επιχειρήσεις και να παράγουν ουσιαστικό έργο προς όφελος της Ελληνικής οικονομίας, προς όφελος των Ελλήνων καταναλωτών, προς όφελος της ίδιας της ανάπτυξης της χώρας. Η πολιτική, λοιπόν, αυτή της αναγωγής και των συστημάτων ενέργειας σε χρηματιστηριακά κέντρα με αυτή την ευάλωτη συμπεριφορά, δικαιολογήθηκε και από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και από τις κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας ως προσπάθεια εναρμόνισης με την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα αυτά καλύπτονται από αυτόν τον μανδύα. Τι έχει αποδώσει αυτή η προσπάθεια; Έχουν περάσει πέντε χρόνια από την έναρξη του εγχειρήματος εναρμόνισης της χώρας μας στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, έχουν θεσπιστεί σωρεία νομοθετημάτων, έπονται αυτά εδώ και τελικά τι έχουμε; Έλλειμμα στον μακροχρόνιο ενεργειακό σχεδιασμό. Αποτυχία στην προσπάθεια κατασκευής μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ιδιώτες ανεξάρτητους παραγωγής. Μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση κατάλληλων συνθηκών για επάρκεια ηλεκτρικής τροφοδοσίας με την αξιοποίηση ανανεώσιμων και φιλικών προς το περιβάλλον πηγών ενέργειας. Αποτυχία στην εξασφάλιση ευστάθειας του συστήματος. Η πολιτική, που εφαρμόζεται, καταργεί κάθε έννοια μακροχρόνιου προγραμματισμού, μεθοδεύει τη σαλαμοποίηση της ΔΕΗ και προκαλεί, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, συνθήκες μειωμένης επάρκειας ηλεκτρικής ισχύος για να αποφασίσουν τελικά -όποτε αποφασίσουν- οι ιδιώτες επιχειρηματίες να επενδύσουν με κίνητρα και επιπλέον διασφαλίσεις, με υψηλή και άνετη δανειοδότηση, αυξήσεις τιμολογίων κλπ., συνθήκες που θα προκύψουν μετά από την πλήρη αποδιάρθρωση της ΔΕΗ, την απορύθμιση και τη συρρίκνωση μιας ενιαίας δημόσιας καθετοποιημένης και οργανωμένης επιχείρησης ενέργειας, όπως είναι η ΔΕΗ που σήκωσε μέχρι σήμερα, παρά τις αδυναμίες της και της δουλείες που της επέβαλαν, το βάρος τιμολογιακών ρυθμίσεων, ανεκτών για το κοινωνικό σύνολο. Αυτές οι ρυθμίσεις κοινωνικού οφέλους, που ισχύουν μέχρι σήμερα, συντηρούν τα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος των νοικοκυριών σε πολύ χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τα ισχύοντα στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι βέβαιο, λοιπόν, ότι όλα αυτά θα εξανεμιστούν στο νέο ιδιωτικοποιημένο και απελευθερωμένο ενεργειακό τοπίο. Η πολιτική, λοιπόν, αυτή προκειμένου να ισοφαρίσει τα πράγματα, συνοδεύεται με διεθνείς πρωτοβουλίες όπως η κατασκευή αγωγών φυσικού αερίου ή πετρελαίου, που μπορούν να αποτελούν μεν επενδυτικές ενέργειες, όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι μόνο συμφωνίες και δεν λύνουν το μεγάλο ενεργειακό πρόβλημα της χώρας. Είναι περίπου άγνωστη στη χώρα μας, από την άλλη πλευρά, η έννοια της εξοικονόμησης ενέργειας. Αντίθετα, η Ελλάδα είναι το πιο ενεργοβόρο και το πιο ρυπογόνο κράτος από τα μικρά κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις οδικές μεταφορές ξοδεύει πολύ περισσότερους τόνους πετρέλαιο σε σχέση με τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Δημόσιο, που θα μπορούσε να λάβει μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας, βρίσκεται σε διαρκή στασιμότητα. Δεν εφαρμόζονται καν οι όποιες νομοθετικές ρυθμίσεις που κατά καιρούς ψηφίζει η Βουλή, παραδείγματος χάρη για τον κανονισμό εξοικονόμησης ενέργειας στα κτίρια κ.ο.κ. Η ρύπανση από τις λιγνιτικές μονάδες του Βορρά, στις οποίες δεν αντικαθίστανται για λόγους οικονομίας τα παλαιάς τεχνολογίας ηλεκτροστατικά φίλτρα, είναι εντυπωσιακά μεγάλη. Την τελευταία περίοδο έχουμε αρχίσει όντως μία συζήτηση και μία διαδικασία για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Τα βήματα, όμως, είναι βήματα χελώνας. Εμείς τι προτείνουμε σε αυτό το σύστημα; Διότι μας λένε ότι είμαστε αναγκασμένοι για την απελευθερωμένη αγορά. Δεν είμαστε αναγκασμένοι να πάμε έτσι, με τον τρόπο που θέλετε εσείς, με τις ρυθμίσεις που κάνετε τα δύο κόμματα, σε αυτή την απελευθερωμένη αγορά. Μπορούμε και μέσα από αυτές τις Κοινοτικές Οδηγίες να διατηρήσουμε τη ΔΕΗ ως ενιαία καθετοποιημένη δημόσια επιχείρηση προκειμένου να οδηγηθεί ομαλά και σταδιακά η χώρα μας στις νέες απελευθερωμένες -και ασταθείς γι αυτό- ενεργειακές συνθήκες που επικρατούν στην εσωτερική αγορά ενέργειας. Διότι η εναρμόνιση των εθνικών ενεργειακών συστημάτων με την αγορά ενέργειας δεν σημαίνει επικίνδυνη απορύθμιση, αλλά σταδιακή προσαρμογή, που θα είναι ωφέλιμη για την εθνική οικονομία, για τους ευάλωτους καταναλωτές και που θα συνυπολογίζει τις γεωφυσικές ιδιαιτερότητες, όπως και της δικής μας χώρας. Οι ενεργειακές πολιτικές πρέπει να σέβονται το περιβάλλον, να επιδιώκουν την ασφάλεια του εφοδιασμού, να προωθούν μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, να διασφαλίζουν τιμολόγια λογικά για τους ευάλωτους καταναλωτές, να υπολογίζουν σοβαρά τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα. Η διείσδυση του φυσικού αερίου πρέπει να αξιοποιηθεί για καταναλώσεις άμεσης καύσης στα νοικοκυριά και τη βιομηχανία και όχι μόνο για τη σπάταλη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Οι πολιτικές που ασκούνται στην παραγωγή και στην κατανάλωση της ενέργειας, οι οποίες ευθύνονται για σπατάλη, πρέπει να επανεξεταστούν από την αρχή, να γίνουν ριζικές αλλαγές στη χρήση των καυσίμων και να εναρμονιστούν με τις επιταγές του Πρωτοκόλλου του Κιότο. Όσον αφορά τις βασικές παρατηρήσεις μας στο νομοσχέδιο, τις οποίες αναλυτικά κάναμε κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή της Βουλής: Το νομοσχέδιο επιχειρεί να εναρμονίσει το ισχύον θεσμικό πλαίσιο 2773, όπως συμπληρώθηκε με τις διατάξεις του νόμου 3175 και σε σχέση με τη νέα Οδηγία 2003/54. Τι κάνει όμως τελικά; Απορυθμίζει ακόμη περαιτέρω την κατάσταση, αποσπάει τη διαχείριση του δικτύου της διανομής ηλεκτρικής ενέργειας από τη ΔΕΗ, ανοίγοντας πλέον το δρόμο για τον κατατεμαχισμό της. Παράλληλα, διατηρεί τον αποκλεισμό της ΔΕΗ από το διαγωνισμό για την κατασκευή νέων μονάδων παραγωγής 900 MW, παρά την επενδυτική άπνοια των ιδιωτών και παρά τις δυνατότητες έως και απαιτήσεις, όπου καμία επιχείρηση της χώρας δεν επιτρέπεται να αποκλειστεί. (Θόρυβος στην Αίθουσα) Κύριε Πρόεδρε, δεν μπορούν να μείνουν έξω οι συνάδελφοι; Να μείνουν έξω να συζητήσουν. Υπάρχει και το κυλικείο της Βουλής. Διαπραγματεύονται εδώ τι θα γίνει με την άρση της ασυλίας των Βουλευτών; Ας το διαπραγματευθούν έξω. Εγκαταλείπει στην ουσία τις διατάξεις του άρθρου 7 της Οδηγίας για την υποβολή προσφορών χάρη της ασφάλειας του εφοδιασμού για τη δημιουργία νέου δυναμικού, όταν επιτυγχάνουν οι διαδικασίες μέσω της αδειοδότησης των υποψηφίων νέων παραγωγών. Τελικά η ΔΕΗ αποσύρεται από την κατασκευή νέων μονάδων μέχρι το 2.010. Εγώ ρώτησα τον κύριο Υπουργό: Ποιος δίνει αυτή τη δυνατότητα; Τη δίνει τελικά η επάρκεια του συστήματος; Υπάρχει καμία πρόσφατη μελέτη επάρκειας του συστήματος από τη ΡΑΕ, από τον ΔΕΣΜΥΕ; Ποιος σας δίνει τη δυνατότητα αυτής της παράτασης και αυτού του αποκλεισμού της ΔΕΗ; Ποια Οδηγία σας επιβάλλει να καθιερώσετε το θεσμό των προμηθευτών, να τους κάνετε μεταπράτες, αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο τη ΔΕΗ στον εμπορικό τομέα; Γιατί εγκαταλείψατε και μόλις τώρα με τις δικές μας παρατηρήσεις κάνατε κάποια διόρθωση και σύντμηση του χρόνου κατά το ήμισυ της σαφής διάταξης της Οδηγίας στο άρθρο 3 για την καθιέρωση από τα κράτη-μέλη με σαφήνεια και διαφάνεια υποχρεώσεων παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας; Τελικά το διάστημα των δώδεκα μηνών για τις υπουργικές αποφάσεις το κάνατε έξι. Με ποια συναίνεση εγκαταλείπετε εμμέσως τη μελέτη και νομοθέτηση του μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού; Αποσιωπάτε την υποτίμηση και την απόδοση των προσφερομένων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας από τη ΔΕΗ, που θα συνεχιστούν από τη ΔΕΗ και στο νέο περιβάλλον. Γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι καμία μονάδα δεν μπορεί να τεθεί σε εμπορική λειτουργία ως την 1/07/2007. Από την 1/07/2007 αποκλείεται η ΔΕΗ, ενώ ακόμη δεν θα έχουν αρχίσει ούτε καν οι διαγωνισμοί για τις προσθήκες νέων μονάδων. Γιατί λοιπόν διατηρείτε αυτή τη ρύθμιση; Γιατί διατηρείτε στο άρθρο 33 τον όρο «ψυχρή εφεδρεία» για τα 1.600 MW που δίνετε στη ΔΕΗ για την ανανέωση των μονάδων της; Εμείς συμφωνούμε με την ανανέωση των μονάδων της, που είναι αναγκαία να γίνει, αλλά όχι να παραμένουν στην ψυχρή εφεδρεία -ή όπως την ονομάσατε τώρα για τις ανάγκες των κωδίκων, διαχείριση- εκτάκτων αναγκών. Τι κάνετε με την οργάνωση της ενέργειας στα νησιά; Μπορούσατε να επιτύχετε εξαιρέσεις για τα νησιά με βάση τις διατάξεις αυτής της Οδηγίας, η οποία πράγματι προβλέπει την προστασία των ευάλωτων καταναλωτών και τις ιδιαιτερότητες των περιοχών σε κράτη-μέλη όπως η Ελλάδα. Δεν αξιοποιήσατε την Οδηγία για να διατηρήσετε εξαίρεση για τα νησιά και έτσι διαχωρίζετε στα μικροδίκτυα. Από την άλλη πλευρά, για το διασυνδεδεμένο δίκτυο κάνατε κάποιες αλλαγές, αλλά το πρόβλημα δεν λύνεται, αφού δημιουργείτε ξεχωριστό δίκτυο διαχείρισης για τα μη διασυνδεδεμένα νησιά. Κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τελειώνω με τα μεγάλα οργανωτικά θέματα που δημιουργούνται στη ΔΕΗ. Αποφασίστε τελικά. Τη θέλετε μία ευέλικτη, ισχυρή, ανώνυμη εταιρεία του Δημοσίου; Δώστε της τις δυνατότητες, αφού έχει την αποκλειστική κυριότητα στη διαχείριση του δικτύου και τη διανομή, να κανονίσει τα διοικητικά και οργανωτικά της θέματα. Δεν μπορείτε να την καθοδηγείτε, χωρίς να συμμετέχει στα αρμόδια όργανα, που παίρνουν τις αποφάσεις. Δεν μπορείτε να της επιβάλλετε να κατασκευάζει έργα, να συντηρεί το δίκτυό της, να είναι ο κύριος, δηλαδή, όλων αυτών των έργων και παράλληλα να προβλέπετε μέσω του νόμου, είτε διορισμό και ρυθμίσεις του Διοικητικού της Συμβουλίου είτε ποινικές ρήτρες. Εάν με αυτό τον τρόπο απελευθερώνετε την αγορά, εάν με αυτό τον τρόπο νομίζετε ότι η ΔΕΗ θα μπορέσει να κρατηθεί και να εξασφαλίσει την ασφάλεια εφοδιασμού, τους ευάλωτους καταναλωτές και τις περιοχές σε ενέργεια, είστε πάρα πολύ λανθασμένοι. Γι αυτό το λόγο δεν ψηφίζουμε ούτε επί της αρχής ούτε επί των άρθρων αυτό το νομοσχέδιο. ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ Θα ξεκινήσω μ’ αυτό που είπα στην πρωτολογία μου. Ότι η απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας είναι ένα γεγονός. Το κόμμα μου γι αυτά τα δημόσια αγαθά δεν θα συμφωνούσε στην απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας. Παρ’ όλα αυτά μετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και καταθέτει εδώ προτάσεις εποικοδομητικές έτσι ώστε αυτή η απελευθέρωση να μη βλάψει ούτε το δημόσιο συμφέρον ούτε τους καταναλωτές και να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις ιδιαιτερότητες που έχει η χώρα μας. Εδώ δεν έγινε ουσιαστική συζήτηση, κύριε Υπουργέ και κύριοι συνάδελφοι, και του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Κυβέρνησης. Γιατί έγινε η Οδηγία 54/2003; Γιατί η προηγούμενη είχε προβλήματα. Και είχε προβλήματα σ’ αυτή την κατεύθυνση, στην προστασία της κοινής ωφέλειας των ευάλωτων καταναλωτών, των νησιώτικων περιοχών, στο ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις όπως και η δική μας και σε άλλα κράτη, επειδή οι ιδιώτες δεν μπορούσα να μπουν στο σύστημα έπρεπε να κρατηθούν στο σύστημα. Λοιπόν, η Οδηγία έχει διαρθρωτικές κινήσεις πολύ σημαντικές, τις οποίες εμείς λέμε ότι δεν τις αξιοποιείτε. Τώρα στο λίγο χρόνο που έχω, υπήρξε μία κοινή θα έλεγα συμφωνία ότι και η Κυβέρνηση και η Αξιωματική Αντιπολίτευση και εμείς θέλουμε να διατηρήσουμε ενιαία, καθετοποιημένη ισχυρή, λοιπόν, τη δημόσια επιχείρηση. Πώς, όμως, τη διατηρούμε ενιαία όταν υπάρχει αυτός ο διαμελισμός και υπάρχει το οργανωτικό μεγάλο ζήτημα της επιχείρησης; Θα πω παρακάτω ότι μπορείτε το λύσετε και δεν χρειάζεται να ρωτήσετε την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σας δίνει αυτή τη δυνατότητα το άρθρο 17 της Οδηγίας. Πώς από την άλλη πλευρά θα διασφαλίσουμε την επάρκεια του εφοδιασμού της χώρας, όταν τελικά οι ιδιώτες δεν μπαίνουν στο σύστημα και όταν αποδεικνύεται ότι δεν μπορούν να προσφέρουν σε αυτόν ανταγωνισμό, φθηνότερη τιμή και να προσφέρουν και επάρκεια εφοδιασμού; Επομένως, διατηρούνται αυτά που θέλει η Οδηγία με το άρθρο 7 και επάρκεια εφοδιασμού και προστασία των ευάλωτων καταναλωτών και παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας με το άρθρο 3. Λοιπόν, γιατί δεν μπορούμε να τα δούμε αυτά; Γιατί δεν μπορούμε σε αυτά τα θέματα να έχουμε κοινές πολιτικές; Μπορεί να έχουμε διαφορετική φιλοσοφία σε ορισμένα πράγματα, αλλά και αυτό είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Να πιέζουμε να μη εκτρέπονται όλα χάριν του ανταγωνισμού. Δεν δουλεύει ο ανταγωνισμός στα νησιά και καλά κάνει και η Οδηγία και δίνει τη δυνατότητα να εξαιρεθούν τα νησιά. Πράγμα το οποίο δεν το αξιοποιείτε. Καλά κάνει η Οδηγία στο άρθρο 7 και λέει ότι όταν δεν εξασφαλίζεται η επάρκεια του εφοδιασμού και η προστασία του περιβάλλοντος -άλλο πάρα πολύ σοβαρό θέμα- μπορείτε να κάνετε διαγωνισμό και να μην εξαιρείτε καμία επιχείρηση της χώρας. Λοιπόν, υπάρχουν αυτά τα θέματα και μπορεί να διορθωθούν. Όσον αφορά τώρα στο θέμα, κύριε Πρόεδρε, μ' αυτό το διαχωρισμό του διαχειριστή του συστήματος μεταφοράς, του δικτύου κ.λπ.. Νομίζω ότι θα μπορούσατε να κάνετε αυτήν την τροποποίηση, το είπαμε και στην επιτροπή. Νομίζω ότι και ο σύλλογος των διπλωματούχων μηχανικών της Δ.Ε.Η., σωστά το γράφει εδώ, και ο σύλλογος των εργαζομένων, ούτως ώστε να λύσετε αυτό το πρόβλημα. Έχει τη δυνατότητα όπως το κάνετε στο φυσικό αέριο, να υπάρξει θυγατρική εταιρεία ούτως ώστε να μπορεί να υπάρχει μια συνεργασία λογική σε αυτόν που έχει όλο το βάρος της ανάπτυξης και της συντήρησης και της κατασκευής του δικτύου και σ’ αυτόν τον ανεξάρτητο από πάνω, ο οποίος του λέει, κάνε αυτό, κάνε εκείνο, χωρίς να μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους.