Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση σχεδίου νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης «ΘΕΣΜΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΜΗΤΡΩΟΥ (Γ.Ε.ΜΗ.) ΚΑΙ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΑΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ (Ν. 2081/1992)»

Ομιλία κατά τη συζήτηση σχεδίου νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης «ΘΕΣΜΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΜΗΤΡΩΟΥ (Γ.Ε.ΜΗ.) ΚΑΙ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΑΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ (Ν. 2081/1992)»

E-mail Εκτύπωση PDF
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι γεγονός ότι στο χώρο της εμπορικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας έχει διαπιστωθεί η ανάγκη οργάνωσης και αποτελεσματικής λειτουργίας όλων των φορέων, των επιχειρήσεων, μικρών και μεγάλων, και των επαγγελματιών, που ασκούν εμπορική δραστηριότητα. Έχει διαπιστωθεί ότι και σε αυτό τον τομέα, η χώρα απέχει κατά πολύ από τις άλλες χώρες και κυρίως τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι απαιτείται ένα καθεστώς διαφάνειας κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με την ταυτόχρονη εξασφάλιση της νόμιμης εμπορικής δραστηριότητας και των συναλλαγών γενικότερα. Έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχουν πάρα πολλές ελλείψεις μέχρι σήμερα, προκειμένου τα επιμελητήρια να επιτύχουν το θεσμικό ρόλο που έχουν, αλλά και γενικότερα για να λειτουργήσουν αποδοτικά για τα μέλη τους. Αυτές είναι οι γνωστές αιτίες (χαμηλή χρηματοδότηση, κακή οργάνωση, υποστελέχωση των υπηρεσιών που τα υποστηρίζουν, μικρές δυνατότητες στην απορρόφηση των όποιων κοινοτικών κονδυλίων έχουν) για τις οποίες και άλλοι φορείς και άλλα νομικά πρόσωπα δεν μπορούν να λειτουργήσουν αποδοτικά. Θα έλεγε κάποιος ότι οι περιορισμένες αυτές δυνατότητες, η οργάνωσή τους και πολλές φορές η έλλειψη προσωπικού δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα τη δυνατότητα στα επιμελητήρια και ιδιαίτερα στα περιφερειακά να επιτελέσουν και να ολοκληρώσουν αυτό τον πολύ βασικό ρόλο που έχουν. Δημιουργήθηκαν, λοιπόν, σημαντικές δυσκολίες στη λειτουργία τους και στην απόδοσή τους, ώστε να λειτουργήσουν καθοριστικά για τα θέματα των μελών τους, αλλά και γενικότερα για τα θέματα της επιχειρηματικής και εμπορικής δραστηριότητας, προς όφελος πάντα του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και της οικονομίας της χώρας. Κατά τη λειτουργία τους ασχολήθηκαν κυρίως με θέματα διοικητικού χαρακτήρα, όπως ήταν η τήρηση του Μητρώου των μελών τους, η τήρηση του Πρωτοκόλλου Επωνυμιών, η χορήγηση πιστοποιητικών, η διενέργεια πραγματογνωμοσιών κ.λπ. Γι αυτό και σε αυτό τον τομέα θα έλεγε κανείς ότι έχουν μία καλή στελέχωση και καλά διοικητικά τμήματα. Η καθυστέρηση στη διαμόρφωση ενός θεσμού, όμως, όπως είναι το Γενικό Εμπορικό Μητρώο που συζητάμε σήμερα, το οποίο ήταν και ένα πάγιο αίτημα του εμπορικού κόσμου της χώρας, είναι χαρακτηριστική και προσδιορίζει την έλλειψη πολιτικής βούλησης. Η προηγούμενη κυβέρνηση δεν αντιμετώπισε αποτελεσματικά τα προβλήματα οργάνωσης των Επιμελητηρίων και δεν επιχείρησε να βελτιώσει τον τρόπο λειτουργίας τους. Η σημερινή Κυβέρνηση φέρνει ένα νομοσχέδιο κατά τη συνήθη νοοτροπία και τακτική της, στο παρά πέντε, προκειμένου να είναι εντός της προθεσμίας που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση, για την εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών-μελών πριν τις 31.12.2005, σύμφωνα με την Οδηγία 203/58. Χωρίς να υπάρχει ουσιαστική καταγραφή των πραγματικών αναγκών της ελληνικής εμπορικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας, οδηγείται σήμερα στη σύνταξη ενός νομοσχεδίου από το οποίο δεν γίνεται φανερό εάν και κατά πόσο οι προωθούμενες ρυθμίσεις θα εξυπηρετήσουν τους στόχους που τίθενται στην εισηγητική του έκθεση. Το σχέδιο αφήνει πολλά ερωτηματικά και σε τελική ανάλυση προβληματίζει και τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους, αν πρόκειται δηλαδή να χαθεί μία ακόμη ευκαιρία για να εφαρμοστεί ένα κανονιστικό και συνάμα ένα εξυγιαντικό πλαίσιο της λειτουργίας των ελληνικών επιχειρήσεων, αν δηλαδή επιτυγχάνεται ο γενικός στόχος του νομοθέτη για τη θέσπιση ενός γενικού εμπορικού μητρώου, που θα συμβάλλει στη γόνιμη και παραγωγική εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα, θα δημιουργήσει συνθήκες διαφάνειας κατά την άσκηση αυτής της δραστηριότητας και θα εμπεδώνεται με τον τρόπο αυτό η ασφάλεια του δικαίου στις εν γένει συναλλαγές και αν εάν από την άλλη πλευρά, κατά το δεύτερο μέρος του νομοσχεδίου, οι τροποποιήσεις της ισχύουσας επιμελητηριακής νομοθεσίας θα σηματοδοτήσουν μία αναβάθμιση και ανάπτυξη του επιμελητηριακού θεσμού της χώρας μας, θα βελτιώσουν τη δομή και τη λειτουργία των επιμέρους επιμελητηρίων, όπως και τη διαδικασία ανάδειξης και λειτουργίας των οργάνων διοίκησης. Για το πρώτο μέρος, λοιπόν, του σχεδίου νόμου, που αναφέρεται στη θέσπιση του Γενικού Εμπορικού Μητρώου, υπάρχουν ερωτηματικά που εξακολουθούν, όπως είπα και στην επιτροπή, να παραμένουν αναπάντητα. Καθίσταται σαφές ότι το Γ.Ε.ΜΗ. δεν θα υποκαταστήσει τα υφιστάμενα μητρώα των επιμελητηρίων, αλλά θα λειτουργήσει ως ανεξάρτητη ειδική υπηρεσία εντός των επιμελητηρίων με δικούς του πόρους. Από το 1986 τηρείται ένα εμπορικό μητρώο των ανώνυμων εταιρειών, το Γενικό Κεντρικό Μητρώο στη Γενική Διεύθυνση Εμπορίου της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης και τα Ειδικά Μητρώα στις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις. Με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο όλες οι αρμοδιότητες ελέγχου καταχώρησης και εποπτείας μετακινούνται από τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, τα πρωτοδικεία κλπ. αποκλειστικά στις υπηρεσίες Γ.Ε.ΜΗ. των επιμελητηρίων. Επιπλέον, καθιερώνεται διαφορετική αντιμετώπιση των ανωνύμων εταιρειών που εποπτεύονται από το Υπουργείο Ανάπτυξης με τη δημιουργία αυτοτελούς τμήματος Γ.Ε.ΜΗ. στο Υπουργείο Ανάπτυξης. Είναι γεγονός, κύριοι συνάδελφοι, ότι όλοι συμφωνούμε με την αναγκαιότητα τήρησης γενικού εμπορικού μητρώου στη χώρα, το οποίο θα καλύπτει όλες τις εταιρείες και τις ατομικές επιχειρήσεις και θα διέπεται από ένα πλαίσιο που θα εξασφαλίζει διαφάνεια κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας, αποτελεσματικό μηχανισμό δημοσιότητας των επιχειρήσεων, ασφάλεια στις συναλλαγές. Παράλληλα, όμως, θα πρέπει να εξασφαλίζεται και ένας ουσιαστικός διοικητικός έλεγχος, μία ουσιαστική κρατική εποπτεία και μία αποτελεσματική λειτουργία και διάχυση, όλων αυτών των πληροφοριών που θα πρέπει να δίδει το Μητρώου προς όλους τους ενδιαφερόμενους, προς όλους τους συναλλασσόμενους με τα θέματα αυτά πολίτες. Για το θέμα αυτό της κρατικής εποπτείας επί των επιμελητηρίων που θα τηρούν αυτά τα Γενικά Μητρώα, διαπιστώνονται ορισμένα κενά. Η Οικονομική Κοινωνική Επιτροπή σημειώνει ότι υπάρχει έλλειψη της κρατικής εποπτείας και μερικές φορές σχεδόν ταυτίζεται ο ελεγκτής με τον ελεγχόμενο. Εκείνο, όμως, που πρέπει να επισημάνω -και είναι ένα ερώτημα που κάθε φορά προκύπτει από νομοθετικές πρωτοβουλίες που πραγματικά προσπαθούν να συμπληρώσουν και να εκσυγχρονίσουν το πλαίσιο των υπηρεσιών των επιμελητηρίων κλπ.- είναι το εξής: Κάθε φορά δεν εξασφαλίζονται μέσα από τις διατάξεις των νομοσχεδίων τα μέσα εκείνα, παραδείγματος χάρη το ανθρώπινο δυναμικό με τεχνογνωσία και κατάρτιση, που θα μπορούν να κάνουν –σ’ αυτή την περίπτωση τα επιμελητήρια- να αντεπεξέλθουν στα νέα τους καθήκοντα, στη νέα δομή. Παράλληλα το κόστος λειτουργίας των τμημάτων των Γ.Ε.ΜΗ. στα επιμελητήρια δημιουργεί ανησυχία, μήπως είναι μεγάλο και δυσβάσταχτο για τις μικρές επιχειρήσεις, για τους επαγγελματίες, που έχουν ήδη σημαντικές συνδρομές να καταβάλουν μέχρι σήμερα για τη λειτουργία των επιμελητηρίων. Γι αυτό θα πρέπει να υπάρξει μία ρύθμιση αναλογική ή να απαλλαγούν εντελώς από το χρέος αυτό του Μητρώου, οι μικρές επιχειρήσεις, που δεν μπορούν πράγματι στο δύσκολο αυτό περιβάλλον να αντέξουν πρόσθετα τέλη. Η θέσπιση, λοιπόν, του Γενικού Εμπορικού Μητρώου, ανεξαρτήτως του βαθμού εμπλοκής των επιμελητηρίων στην τήρησή του, υπαγορεύει τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου και της λειτουργίας των επιμελητηρίων και απαιτεί τον εκσυγχρονισμό τους. Είναι ευκαιρία για τον επιμελητηριακό θεσμό η ριζική και εκ βάθρων αναδιοργάνωση των επιμελητηρίων, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στο θεσμικό τους ρόλο και να αναδειχθούν σε δομές στήριξης της επιχειρηματικότητας. Ιδιαίτερα στο ζήτημα των απαιτήσεων δημοσιότητας για ορισμένες μορφές εταιρειών και τη χρήση νέων τεχνολογιών, της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών, το σχέδιο νόμου δεν θα έλεγα ότι καλύπτει επαρκώς όλους αυτούς τους τομείς, παρά την εκτεταμένη αναφορά που γίνεται στη σχετική ευρωπαϊκή οδηγία. Δεν εξασφαλίζονται, δηλαδή, όλα αυτά τα μέσα που θα πρέπει να υπάρξουν για να μπορέσει πραγματικά να λειτουργήσει σωστά και σύγχρονα ένα γενικό εμπορικό μητρώο. Το δεύτερο μέρος του νομοσχεδίου θέτει ένα σημαντικό ερώτημα: Τελικά με αυτές τις πρόσθετες δραστηριότητες θα αναβαθμιστεί και θα βελτιωθεί η λειτουργία των επιμελητηρίων; Δηλαδή, έχοντας ήδη σημαντικές θεσμικές, αλλά και επιχειρηματικής κατεύθυνσης δραστηριότητες μέχρι σήμερα τα επιμελητήρια κι αν προστεθεί ότι θα συνιστούν και νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και το βασικότερο ότι σε συνεργασία με άλλους φορείς -που δεν προσδιορίζεται πλέον αν θα είναι δημόσιοι φορείς- θα μπορούν να συνιστούν κεφαλαιουχικές εταιρείες ή να συμμετέχουν σ’ αυτές, επιτελείται ο βασικός στόχος της αναβάθμισης της λειτουργίας των επιμελητηρίων; Ο ασαφής όρος ότι η δραστηριότητα αυτή θα εξυπηρετεί τον ειδικό σκοπό του δημοσίου συμφέροντος, διασφαλίζει έστω και στο παρά μικρό -κατά τη δική μας άποψη, όχι- ότι δεν θα μετατραπούν σε καθαρές επιχειρήσεις τα επιμελητήρια, ανταγωνιστικές προς τις επιχειρήσεις αυτών των μελών τους; Η πρόβλεψη του νομοσχεδίου, λοιπόν, για σύσταση κεφαλαιουχικών εταιρειών από τα επιμελητήρια ή συμμετοχής τους σε αυτές με άλλες εταιρείες, όχι μόνο δεν έχει καμία σχέση με το θεσμικό ρόλο των επιμελητηρίων, αλλά και δεν συμβάλει στο βασικό σκοπό τους που είναι η προστασία και ανάπτυξη του εμπορίου, της βιοτεχνίας, της βιομηχανίας, των επαγγελμάτων. Και αυτή είναι η βασική τους προϋπόθεση για να συμβάλουν στην ανάπτυξη της περιοχής τους και να βοηθήσουν πραγματικά τις επιχειρήσεις, τις μικρές αλλά και τις μεγάλες, στην άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας. Να δούμε μέχρι τώρα το ιστορικό αυτής της λειτουργίας των επιμελητηρίων. Ήδη με τον ν.1089/80 δόθηκαν πολλές δυνατότητες στα επιμελητήρια: και μελέτες επιχειρηματικού περιβάλλοντος να κάνουν και υπηρεσίες κατά τη φάση της ανάπτυξης μιας επιχείρησης μέσω πληροφόρησης και επιμόρφωσης να μπορούν να δίνουν στα μέλη τους. Ο ν.1746/88 αναφέρεται στη δυνατότητα εκπόνησης τεχνοοικονομικών μελετών για λογαριασμό τρίτων και στη στήριξη των επιχειρήσεων στη φάση της ίδρυσής τους. Επίσης, ο ν.1089/80 δίδει τη δυνατότητα στα επιμελητήρια να δραστηριοποιηθούν στον τομέα της κατάρτισης και της επιμόρφωσης, ιδρύοντας δομές κατάρτισης. Υπάρχουν ήδη στα επιμελητήρια πολλές δυνατότητες να δημιουργήσουν νέες δομές, μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, από μόνα τους ή με δημόσιους φορείς. Να δούμε, λοιπόν, με όλες αυτές τις δυνατότητες, τι έχει γίνει μέχρι τώρα: Από έρευνες που έχουν γίνει, αποδεικνύεται ότι ενώ συστήθηκαν σε όλα τα επιμελητήρια αναπτυξιακές εταιρείες, δεν λειτούργησαν, δεν έχουν δηλαδή βιωσιμότητα. Από την άλλη πλευρά, παρ’ όλες αυτές τις αναπτυξιακές δυνατότητες οι οποίες έχουν δοθεί, δεν έχουν τελικά αναδειχθεί τα επιμελητήρια σε ουσιαστικές δομές στήριξης της επιχειρηματικότητας, σε ουσιαστικές δομές κατάρτισης, πληροφόρησης. Και τελικά δεν ήταν βιώσιμες αυτές οι δραστηριότητες. Εγώ λέω ότι πρέπει πράγματι να υποστηριχθούν και να αναβαθμιστούν. Αλλά μέχρι εδώ. Είναι ήδη πάρα πολλές. Το συμπέρασμα είναι ότι η δυνατότητα των επιμελητηρίων να συνιστούν αυτοτελείς αναπτυξιακές δυνατότητες δεν οδήγησε μέχρι τώρα στην αναβάθμισή του και μερικές φορές θα έλεγα ότι οδήγησε σε συρρίκνωση και απορύθμιση του ρόλου τους. Το ζητούμενο είναι ότι τα ίδια τα επιμελητήρια θα πρέπει να λειτουργούν μεν αναπτυξιακά αλλά και να επιτελούν το φυσικό τους ρόλο που απορρέει από το νομικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία τους. Κατά τη δική μας άποψη ο θεσμικός τους ρόλος είναι πράγματι η εξυπηρέτηση των μελών τους αλλά και η προστασία και η στήριξη του εμπορίου, της βιομηχανίας, της βιοτεχνίας, των επαγγελμάτων, με γνώμονα πάντοτε την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος. Μερικές φορές αναλογίζεται κανείς: Με αυτές τις πρόσθετες δραστηριότητες μήπως τελικά τα επιμελητήρια, με το να δημιουργούν εταιρείες κεφαλαιοτικού χαρακτήρα, θα έρχονται σε αντιπαράθεση με αυτές τις ίδιες δραστηριότητες των μελών τους; Νομίζω ότι ως προς το πρώτο μέρος του νομοσχεδίου ήταν απαραίτητη η ύπαρξη και η τήρηση Γενικού Εμπορικού Μητρώου. Είμαστε λοιπόν σύμφωνοι επί της αρχής δημιουργίας αυτού του μητρώου. Είχαμε προτείνει στην Επιτροπή ορισμένες διορθώσεις στα άρθρα και ίσως έχουν γίνει κάποιες σημαντικές διορθώσεις σε αυτόν τον τομέα. Δεν συμφωνούμε όμως με το δεύτερο μέρος, με τις πρόσθετες δραστηριότητες που δίδονται στα επιμελητήρια και που εμφανίζονται ότι αφορούν τον εκσυγχρονισμό της επιμελητηριακής νομοθεσίας. Εμείς θέλουμε να ενισχύσουμε όλες εκείνες τις διατάξεις που θα κατοχυρώσουν το σημαντικό ρόλο των επιμελητηρίων στον οικονομικό τομέα της χώρας, στα μέλη τους, όλες εκείνες τις διατάξεις που θα κατοχυρώσουν το σημαντικό ρόλο της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων, των οργάνων της, ιδιαίτερα της γενικής της συνέλευσης, με τη συμμετοχή των εκλεγμένων αντιπροσώπων, όλες εκείνες τις διατάξεις με τις οποίες θα διασφαλίζεται η ισότιμη συμμετοχή όλων των επιμελητηρίων της χώρας και η αναλογική τους εκπροσώπηση, έτσι ώστε να συμβάλουν πραγματικά και ουσιαστικά στο δεύτερο μεγάλο θεσμικό τους ρόλο που είναι η ανάπτυξη της περιοχής τους, η ανάπτυξη των περιφερειών, η στήριξη των μικρομεσαίων -κυρίως- επιχειρήσεων και των επαγγελμάτων αλλά και των εργαζόμενων σε αυτές, ιδιαίτερα στις περιφέρειες όπου δραστηριοποιείται και το μεγάλο ποσοστό που αντιμετωπίζει τα τεράστια προβλήματα και από την έλλειψη υποδομών και περιφερειακών δομών αλλά και από τον ασφυκτικό κλοιό που δέχονται από τις πολυεθνικές εταιρείες, από τις μεγάλες εταιρείες, από τα μεγάλα καταστήματα. Έχουμε συζητήσει πολλές φορές σε τι κατάσταση βρίσκονται αυτές οι μικρότερες επιχειρήσεις και ιδιαίτερα οι επιχειρήσεις της περιφέρειας. Από την άλλη πλευρά βέβαια πρέπει να μπορούν μέσω των επιμελητηρίων τους να στηριχθούν για να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν, να οργανωθούν καλύτερα και να αντεπεξέλθουν στο γενικότερο βάρβαρο, ανταγωνιστικό περιβάλλον το οποίο δημιουργούν οι όλο και περισσότερες νεοφιλελεύθερες πολιτικές επιλογές που εφαρμόζονται και στη δική μας χώρα. Εκεί θέλουμε να ενισχυθεί ο ρόλος των επιμελητηρίων. Εκεί πονάνε τελικά τα πράγματα για τις πολλές επιχειρήσεις, για τους πολλούς εργαζόμενους στις επιχειρήσεις αυτές. Όσον αφορά τις τροπολογίες, για το μεν ωράριο των πρατηρίων υγρών καυσίμων που ενσωματώθηκε ως άρθρο έχουμε ορισμένες βασικές παρατηρήσεις, τις οποίες θα επεξηγήσω στη δευτερολογία μου. Για την τροπολογία που κατατέθηκε για τους παραγωγούς, τις αγορές βιολογικών προϊόντων και τις λοιπές ρυθμίσεις για τα βιολογικά προϊόντα ήδη πριν ένα μήνα σας είχα κάνει αντίστοιχη ερώτηση, κύριε Υπουργέ, επισημαίνοντας όλα αυτά τα θέματα. ʼρα, θα συμφωνήσουμε με την ανάγκη αυτής της τροπολογίας. Για την τροπολογία για το ανταποδοτικό τέλος υπέρ της ΕΡΤ θα ήθελα να πω ότι, όπως σωστά επισημαίνεται από την αιτιολογική έκθεση, είναι μεγάλη ανάγκη να αναπροσαρμοστεί, γιατί όντως εμείς θέλουμε η Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση να παίξει το βασικό της ρόλο στην ελληνική της κοινωνία. Το θέλουμε περισσότερο από ποτέ μετά από αυτήν την κατάσταση που υπάρχει σήμερα και από αυτόν τον αποκλεισμό που υπάρχει σήμερα για τα μικρότερα κόμματα, από τη μη δημοκρατική λειτουργία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Δεν το λέμε μόνο για την παρουσίαση αλλά και για την παρουσίαση των βασικών θεμάτων που απασχολούν την ελληνική κοινωνία, τους εργαζόμενους, την ανάπτυξη του τόπου, την ανάπτυξη των περιφερειών. Δεν υπάρχουν τέτοια θέματα. Ακόμη-ακόμη λείπουν και από την κρατική τηλεόραση αυτά τα ζητήματα. Τελειώνοντας, θέλω να πω επίσης ότι πράγματι η ελληνική τηλεόραση έχει αυτήν τη στιγμή τα μικρότερα ποσά για να αντεπεξέλθει στα μεγάλα έξοδά της και στο σημαντικό της ρόλο από τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με κάποιες επισημάνσεις που θα κάνω στη δευτερολογία μου είμαστε θετικοί σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Για τις άλλες τροπολογίες θα μιλήσω στη δευτερολογία μου. Ευχαριστώ. ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΩΝ Κύριε Πρόεδρε, πραγματικά έχοντας επιλέξει να συζητήσουμε το νομοσχέδιο μέσα σε μία μέρα, έχουν παρεμβληθεί αυτές οι τροπολογίες και ιδιαίτερα η τροπολογία για την Ε.Ρ.Τ., που τελικά, βέβαια, επί των άρθρων του νομοσχεδίου δεν έγινε καμία συζήτηση. Δηλαδή, ήταν στραβό το κλήμα και έγινε ακόμα χειρότερο! Και δεν είναι δυνατόν εδώ να έχουμε επί δύο ώρες -επιτρέψτε μου την έκφραση- ένα διάλογο κωφών. «Όχι, έτσι εσείς στο παρελθόν», «όχι, εμείς τώρα αναγκαζόμαστε να κάνουμε επείγοντα τα μεν, σημαντικά τα δε κ.ο.κ.» Βεβαίως είναι σημαντικό το θέμα της ΕΡΤ και δεν μπορεί να συζητείται έτσι, με αυτού του τύπου την αντιπαράθεση, το τυπικό θέμα, χωρίς να μπαίνουμε στο ουσιαστικό. Όλους μας ενδιαφέρει η αναβάθμιση της λειτουργίας της ΕΡΤ, όλους μας ενδιαφέρει πώς η ΕΡΤ θα είναι εύρωστη, για να μπορέσει να αντεπεξέλθει αντικειμενικά και δημοκρατικά σε αυτό το βάναυσο ανταγωνισμό που υπάρχει στα μαζικά μέσα ενημέρωσης. Τελικά πώς θα αντεπεξέλθει; Με το να πληρώσουν οι Έλληνες πολίτες 30% αύξηση, για να τακτοποιηθούν οι συμβασιούχοι του προεδρικού διατάγματος κλπ.; Αυτές είναι υποχρεώσεις της πολιτείας. Δεν μπορεί να προκύπτει απ’ αυτό το τέλος και δεν συνιστά λόγο να επιβληθεί αυτός ο φόρος στους πολίτες. Αποπροσανατολίζουμε, δηλαδή, εντελώς την όλη ιστορία για το πώς θέλουμε να αναβαθμιστεί η ΕΡΤ και πώς θα πρέπει να εξασφαλίσει τα έσοδά της. Όλη αυτή η συζήτηση, λοιπόν, έπρεπε να γίνει σε ένα συναφές νομοσχέδιο. Επομένως και τυπικά, αλλά και ουσιαστικά, δεν συμφωνούμε σ’ αυτήν την τροπολογία, παρόλο που θέλουμε διακαώς να γίνει μία ουσιαστική συζήτηση και να εξευρεθούν πράγματι οι πόροι και με πρόσθετη, μικρή όμως, φορολογία στους πολίτες, ούτως ώστε η ΕΡΤ να επιτελέσει το καθήκον της σ’ αυτό το δύσκολο πραγματικά περιβάλλον που υπάρχει. Αυτό όμως συνιστά πολύ μεγάλη συζήτηση. Όσον αφορά την τροπολογία για τον Ε.Ο.Τ. και κυρίως τα γραφεία του εξωτερικού, αυτό το θέμα πρέπει να λυθεί. Ήταν μία αδυναμία του προηγούμενου νόμου που είχατε φέρει. Κι εμείς δεν λέμε μόνο μέχρι το 2006, τα γραφεία του εξωτερικού πρέπει να παραμείνουν στον ΕΟΤ. Εκεί ήταν και εκεί πρέπει να ανήκουν. Όσον αφορά τη δεύτερη παράγραφο αυτής της τροπολογίας, δεν συμφωνούμε. Σε ό,τι αφορά την τροπολογία οι προσωποπαγείς θέσεις των ερευνητών στο ΕΘΙΑΓΕ, στα ερευνητικά κέντρα να μην μπορούν να καλύπτονται από πρόσωπα τα οποία έχουν συνταξιοδοτηθεί, είναι προφανές ότι συμφωνούμε. Σε εκείνο που συμφωνούμε -και το τονίζω- είναι ότι επιτέλους ας σταματήσει αυτή η ερανική εισφορά από τους κατοίκους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας της περιφέρειας Δήμου Πατρών για την ανέγερση του Ναού του Αγίου Ανδρέα. Όσον αφορά όλες τις επιβαρύνσεις που γίνονται μέσω των τιμολογίων της ΔΕΗ: Θέλετε να κάνετε τη ΔΕΗ ισχυρή σ’ αυτόν τον ανταγωνισμό, θέλετε να τη βάλετε στην απελευθερωμένη αγορά; Απαλλάξτε την από τα βαρίδια και κάντε όλη αυτή τη δουλειά όπως νομίζετε εσείς, με σωστό και σύγχρονο τρόπο, μέσα από άλλες δομές της πολιτείας. Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.