Ομιλία κατά τη συζήτηση σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εξωτερικών: «Κύρωση της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης»

Τετάρτη, 13 Απρίλιος 2005 02:00 Ομιλίες
Εκτύπωση
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, με ευθύνη των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη ο δημόσιος διάλογος για την Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη είναι πολύ περιορισμένος. Στη χώρα μας ιδιαίτερα είναι σχεδόν ανύπαρκτος. Και στη συζήτηση, όμως, που κάνουμε στο Κοινοβούλιο, επικρατούν κυρίως οι μονόλογοι. Με δεδομένο, λοιπόν, το έλλειμμα ενημέρωσης των πολιτών, του δημοσίου διαλόγου, τη μη ανταπόκριση της Κυβέρνησης στο αίτημα όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, θα προσπαθήσω να απαντήσω στους κυριότερους ισχυρισμούς των υποστηρικτών των οπαδών του «ναι». Έχουμε κληθεί να κρίνουμε μία νέα Συνθήκη που απλά βελτιώνει τις προηγούμενες, όπως παραδείγματος χάρη την τελευταία της Νίκαιας; Φοβάμαι πως όχι. Διότι δεν πρόκειται για μία Συνθήκη που έχει ως στόχο να γίνουν οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα Όργανα πιο αποτελεσματικά, να ομογενοποιηθούν απλά ή να κωδικοποιηθούν οι παλαιότερες συνθήκες και αποφάσεις έτσι ώστε να προχωρήσουμε, μετά και τη διεύρυνση, με ταχύτερους ρυθμούς στην πολιτική ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αν ήταν έτσι, λίγο πολύ όλοι θα το προσεγγίζαμε θετικά, αφού και οι δυνατότητες βελτιώσεων και συχνών αλλαγών, ακόμη και ανατροπών, θα ήταν σχετικά εύκολες. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση το κείμενο δεν εμφανίζεται ως απλή συνθήκη, αλλά ως συνταγματική, στην ουσία ως ένα Σύνταγμα της Ευρώπης, ως ο θεμελιώδης νόμος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα ορίσει το πλαίσιο με βάση το οποίο θα καθορίζεται το μέλλον και θα έλεγα επί μακρόν με ελάχιστες ως μηδενικές δυνατότητες αλλαγών. Σε αυτό θα στηρίζεται η οργάνωση και η δράση των πολιτικών Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι σχέσεις των κρατών-μελών και οι σχέσεις του κάθε κράτους με την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι υποστηρικτές του «ναι» λένε ότι επιτέλους θα αποκτήσει Σύνταγμα η Ευρώπη. Με ποια διαδικασία, κύριοι συνάδελφοι, έγινε αυτό; Το απέκτησε, όπως είναι γνωστό, μέσω της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης και στη συνέχεια το σχέδιό της συζητήθηκε στη Διακυβερνητική Διάσκεψη. Πώς συγκροτήθηκαν αυτά τα Όργανα; Συγκροτήθηκαν από το λαό, μέσω δημοκρατικών εκλογικών διαδικασιών, όπως γίνεται με όλα τα συντάγματα σήμερα; Όχι βέβαια. Το κείμενο της συνταγματικής Συνθήκης είναι προϊόν διακυβερνητικών διαπραγματεύσεων και στερείται λαϊκής και δημοκρατικής νομιμοποίησης. Και αυτό τελικά δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως Σύνταγμα. Καλούμαστε με την ψήφιση αυτής της ευρωπαϊκής Συνθήκης να πούμε ένα «ναι» ή ένα «όχι» στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, όπως οι λαοί της την οραματίζονται; Όχι βέβαια. Καλούμαστε να νομιμοποιήσουμε τους ιδεολογικούς και πολιτικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως έχουν διαμορφωθεί σήμερα, σε μία περίοδο όπου η νεοφιλελεύθερη διαχείριση της παγκοσμιοποίησης, η αφόρητη πίεση των ΗΠΑ έχουν σχεδόν διαμορφώσει το πολιτικό οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη βάση του ανταγωνισμού και της αποδυνάμωσης του κοινωνικού κράτους. Μας καλούν να αποδεχθούμε έναν τρόπο διακυβέρνησης της Ευρώπης με μόνιμο και διαρκή δημοκρατικό έλλειμμα, με την Επιτροπή και τα Υπουργικά Συμβούλια, τα οποία δεν λογοδοτούν ευθέως στο λαό. Αυτοί είναι και οι βασικότεροι λόγοι της διαφωνίας του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς στο περιεχόμενο της Ευρωπαϊκής Συνθήκης. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, για εμάς το σημερινό «όχι» είναι το αυριανό «ναι» στην Ευρώπη των λαών. Για εμάς, το όραμα της ανταγωνιστικότητας, του αμερικανικού μοντέλου που θέλει να επιβληθεί στην Ευρώπη, δεν είναι βέβαια το όραμα για την ήπειρό μας και εμείς αισιοδοξούμε, κύριοι συνάδελφοι από το Κομμουνιστικό Κόμμα, ότι με τους αγώνες μας, με την προσπάθειά μας, θα αλλάξουμε τα πράγματα. Ας έρθουμε σε μία άλλη σειρά βασικών ερωτημάτων. Η Συνταγματική Συνθήκη διατηρεί, όπως όλα τα σύγχρονα συντάγματα, την ουδετερότητά της απέναντι στην οικονομία και την εργασία; Αντίθετα, όχι μόνο δεν είναι ουδέτερη, αλλά πρωτοτυπώντας, θα έλεγε κανείς, καθιερώνει απερίφραστα στο άρθρο I-3 παρ. 2, αμέσως μετά την προαγωγή της ειρήνης, την παροχή στους πολίτες ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης με μία ενιαία αγορά, όπου ο ανταγωνισμός είναι ελεύθερος και ανόθευτος. Προκειμένου αυτό να το ισχυροποιήσει και να το κάνει σαφέστερο, αμέσως στην επόμενη παράγραφο αναφέρεται ότι η «Ένωση εργάζεται για μία βιώσιμη ανάπτυξη με γνώμονα μία άκρως ανταγωνιστική κοινωνική οικονομία της αγοράς, με στόχο την πλήρη απασχόληση». Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αντιλαμβάνεστε τι μας παρουσιάζουν οι αποστασιοποιημένοι, θα έλεγα εγώ, από το λαό παράγοντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Ένας απλός πολιτικός οποιασδήποτε παράταξης δεν μπορεί να το καταλάβει, ένας πολιτικός που σέβεται τους πολίτες που τον εξέλεξαν. Γιατί τι μπορεί να πρωτοδιαλέξει και τι να συνδιαμορφώσει με αυτό; Τη βιώσιμη ανάπτυξη με γνώμονα την άκρως ανταγωνιστική οικονομία; Γίνεται αυτό; Ή εν πάση περιπτώσει δεν θα πρέπει να επιλέξει ένα πολιτικό σύστημα, το οποίο θα μπορεί να του εξασφαλίζει -και άρα αντίστοιχα και μία Κυβέρνηση- τη δυνατή αυτή συνύπαρξη ή όχι; Μπορεί να συνδυάσει την ανταγωνιστική, κοινωνική -τι όροι είναι αυτοί;- οικονομία με στόχο την πλήρη απασχόληση; Γίνεται αυτό; Και όλη αυτή η σύγχυση σε μία Συνταγματική Συνθήκη που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να αλλάξει; Αλήθεια, είναι δυνατόν μία Συνταγματική Συνθήκη να συγχέει κατά τέτοιο τρόπο την οικονομία με την πολιτική ή να καθορίζει, αφήνοντας τον κυρίαρχο λαό στο περιθώριο, ότι η οικονομία κάθε κράτους-μέλους θα διαμορφώνεται, σύμφωνα με τις αρχές της ανοιχτής οικονομίας της αγοράς με τον ελεύθερο ανταγωνισμό; Και οι πολίτες μέσω της δημοκρατίας, μέσω των δημοκρατικών διαδικασιών αλλαγής των κυβερνήσεων -άρα και των πολιτικών συστημάτων- δε θα έχουν λόγο για το πως θα ασκείται η οικονομική πολιτική; Κάποιος υποστηρικτής του «ναι» θα απαντήσει ότι με αυτές τις διατάξεις διασφαλίζεται ο υγιής ανταγωνισμός και περιορίζονται τα μονοπώλια. Αυτά, όμως, γίνονται με νομοθετικές ρυθμίσεις που κάθε φορά μπορούν να αλλάζουν. Αυτή είναι υποχρέωση του κράτους. Όμως, επειδή γίνονται συνταγματικές συνθήκες, δε διασφαλίζεται αυτό. Η Συνταγματική αυτή Συνθήκη εκπνέει μία μείωση του κοινωνικού κράτους. Θέλει να δώσει την εντολή να υποχωρήσουν οι όποιες κατακτήσεις των λαών της Ευρώπης για θετική παρέμβαση του κράτους στην κοινωνική προστασία. Όπως λένε οι υποστηρικτές του «ναι», υπάρχουν και οι κοινωνικές διατάξεις. Εμείς επιμένουμε ότι είναι περιορισμένες σε σχέση με τις ελπίδες που είχαν διαμορφωθεί στους πολίτες και από τους αγώνες των λαών της Ευρώπης και σε σχέση με αυτά που υπάρχουν στα εθνικά συντάγματα. Ακόμα και αυτές οι διατάξεις γίνονται ακόμα πιο αδύναμες, αφού η πλήρης απασχόληση είναι νοητή και θα επιτευχθεί μέσω της άκρως ανταγωνιστικής οικονομίας, ενώ οι δημόσιες επιχειρήσεις, οι δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες τίθενται στην ουσία υπό διωγμό. Θεωρούνται γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος και υπόκεινται στην απελευθέρωση της αγοράς και στον ανταγωνισμό. Το χειρότερο είναι ότι αποτελούν τελικά συνταγματικές συνθήκες. Τέλος, οι υποστηρικτές του «ναι» λένε ότι στην Ευρωπαϊκή Συνθήκη ενσωματώνεται ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Στα συντάγματα, όμως, των περισσοτέρων κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όχι μόνο ενσωματώνονται τα θεμελιώδη δικαιώματα, αλλά τα συντάγματα εγγυώνται την εξασφάλισή τους. Η Συνταγματική, όμως, Συνθήκη δεν εγγυάται αυτό το πράγμα, απλώς τα ενσωματώνει. Το διπλό «ναι» από τα φιλελεύθερα και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη αντιπροσωπεύει τις βαθύτερες συγκλίσεις που έχουν σήμερα στην οικονομική πολιτική, ενώ με τον περιορισμένο διάλογο δεν αναδεικνύονται οι διαφορές αυτών των συστημάτων, δεν αναδεικνύεται η διαφορετική πολιτική προσέγγισης στην οικονομία, αλλά διαμορφώνεται ως κυρίαρχη η ελεύθερη οικονομία, καταργείται η πολιτική και εν τέλει η βούληση του κυρίαρχου λαού να την αλλάζει ή να τη διαμορφώνει όπως αυτός θέλει. Κανείς λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, δεν τρέφει αυταπάτες ότι οι αλλαγές και οι ανατροπές αυτές μπορεί να γίνουν εύκολα. Κύριοι συνάδελφοι, όμως από το Κομμουνιστικό Κόμμα, εμείς λέμε ότι μπορεί να γίνουν με την ενότητα της Αριστεράς στην Ευρώπη και αυτό εμείς ο Συνασπισμός το επιδιώκουμε και γι αυτό το όραμα θα αγωνιστούμε.