Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση σχεδίου νόμου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας: «Για τη θεσμοθέτηση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και συνοδευτικών υπηρεσιών κοινωνικής υποστήριξης»

Ομιλία κατά τη συζήτηση σχεδίου νόμου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας: «Για τη θεσμοθέτηση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και συνοδευτικών υπηρεσιών κοινωνικής υποστήριξης»

E-mail Εκτύπωση PDF
Με την πρόταση νόμου που έχουμε καταθέσει δεν αποσκοπούμε μόνο στην υιοθέτηση ενός ώριμου κοινωνικού μέτρου, όπως είναι η θεσμοθέτηση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, αλλά έχουμε ως σκοπό -και προχωράει αυτό μέσα από τη συζήτηση που γίνεται σήμερα- να φέρουμε στο προσκήνιο τα μεγάλα προβλήματα των κοινωνικών ανισοτήτων, της ανεργίας, της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Αυτό το θεωρούμε ως ένα διαρκές καθήκον και όχι ως ένα στιγμιαίο επεισόδιο. Έχει επέκταση αυτή η τοποθέτησή μου τώρα. Όπως αναφέρουμε λοιπόν και στην αιτιολογική έκθεση της πρότασης νόμου, η αποτελεσματικότητα του μέσου αυτού είναι μεγαλύτερη εάν εντάσσεται σε μια συνολική στρατηγική ενάντια στις ανισότητες, στην ανεργία, στη φτώχεια και στον κοινωνικό αποκλεισμό. Με τη συγκεκριμένη πρόταση νόμου, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σας καλούμε να αναγνωρίσουμε ως κοινωνία και να θεσμοθετήσουμε ως Βουλή το δικαίωμα όλων όσων ζουν νόμιμα στη χώρα μας σ’ ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, ως ένα καθολικό δικαίωμα συνυφασμένο με την ιδιότητα του πολίτη. Να κάνουμε πράξη αυτό το δικαίωμα, αρχίζοντας από εκείνους τους συμπολίτες μας που έχουν περισσότερο ανάγκη. Και βέβαια η κοινωνία μας σήμερα έχει πάρα πολλούς πολίτες που έχουν αυτή τη μεγάλη ανάγκη. Γιατί, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι -απευθύνομαι και στους συναδέλφους του ΠΑ.ΣΟ.Κ., με τα τόσα χρόνια διακυβέρνησης, και στους συναδέλφους της Νέας Δημοκρατίας- η κοινωνία μας έχει στοιχεία εγκατάλειψης. Πρόκειται για πολλές κοινωνικές ομάδες που ζουν σε συνθήκες μακράς φτώχειας. Σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, η χώρα μας έχει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά φτώχειας σ’ όλη την Ευρώπη. Παρ’ όλο που το όριο της φτώχειας ορίζεται σε χαμηλά, σχετικά, επίπεδα, πολλά άτομα ακόμη στη χώρα μας ζουν κάτω από το όριο αυτό. Το φαινόμενο της φτώχειας λοιπόν, σύμφυτο με τον καπιταλισμό, εμφανίζεται στη χώρα μας οξύτερο, σε σχέση με τη συνολική της ανάπτυξη, τους πολυδιαφημιζόμενους δείκτες επί σειρά ετών και του ΠΑ.ΣΟ.Κ. αλλά και της Νέας Δημοκρατίας, που υπόσχεται ότι θα κρατήσει αυτούς τους δείκτες, και ότι με τις ιδιωτικοποιήσεις, με τις μεταρρυθμίσεις που φέρνει στις ΔΕΚΟ κ.λπ. θα δημιουργήσει την ανάπτυξη. Ποια ανάπτυξη; Την ανάπτυξη των μεγάλων κοινωνικών ανισοτήτων, την ανάπτυξη αυτή που μεγαλώνει ακόμη περισσότερο το όριο της φτώχειας; Με αυτή μας, λοιπόν, την παρέμβαση, με αυτή την πρόταση νόμου, εμείς έχουμε πράγματι σκοπό να αναδείξουμε εδώ τις πιο ακραίες καταστάσεις φτώχειας, που αφορούν όμως ένα μεγάλο πληθυσμό της χώρας. Και αυτές τις κοινωνικές ομάδες που έχουν υψηλό κίνδυνο, που ορισμένοι ειδικοί τις ονομάζουν «ειδικού κινδύνου», εμείς θέλουμε να τις προσεγγίσουμε, να βρούμε σταδιακά λύση για να αντεπεξέλθουν στην κοινωνία. Οι ομάδες αυτές είναι: οι υπερήλικες χωρίς θεμελιωμένο συνταξιοδοτικό δικαίωμα, είναι οι άνεργοι μακράς διαρκείας, είναι οι μονογονεϊκές οικογένειες, είναι τα άτομα με αναπηρίες και διάφορες χρόνιες ασθένειες, είναι οι νέοι και οι νέες χωρίς οικογενειακή υποστήριξη που αντιμετωπίζουν το μεγάλο φάσμα της ανεργίας, είναι οι άνεργες γυναίκες που αντιμετωπίζουν εξίσου μεγάλο φάσμα ανεργίας, είναι τα άτομα που η πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας προσκρούει σε προκαταλήψεις και διακρίσεις. Για μια τέτοια ομάδα πληθυσμού, λοιπόν, θέλω να αφιερώσω την υπόλοιπη ομιλία μου. Θέλω να ασχοληθώ με το γυναικείο πληθυσμό, όπως και με τις μονογονεϊκές οικογένειες που ζουν σήμερα στην Ελλάδα κάτω από το όριο της φτώχειας και για τις οποίες ακόμη και το εγγυημένο εισόδημα -εκτός από όλα τα άλλα μέτρα που πρέπει να πάρει η Πολιτεία- είναι ανάγκη για τη φυσική επιβίωσή τους. Κύριοι συνάδελφοι, κάθε χρόνο ο εργασιακός χώρος για το γυναικείο πληθυσμό γίνεται όλο και πιο δυσπρόσιτος, πιο στενός. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της EUROSTAT, το 35% των νεαρών γυναικών και το 28% των νέων κάτω των 25 ετών δεν βρίσκουν δουλειά στη χώρα μας. Και όλα αυτά, τη στιγμή που ο μέσος κοινοτικός όρος είναι 16% για τις άνεργες Ευρωπαίες γυναίκες. Δεν είναι λοιπόν, θλίψη ή πολιτική ελεημοσύνης, αλλά είναι η αγανάκτησή μας να διαπιστώνουμε ότι η ανεργία χτυπά τους νέους και περισσότερο τις γυναίκες από κάθε άλλη κοινωνική ομάδα στη χώρα μας και μάλιστα χωρίς να υπάρχει η ελάχιστη ουσιαστική στήριξη από την Πολιτεία. Η Ελληνίδα, λοιπόν, έχει να αντιμετωπίσει σήμερα -πέρα από την ανισότιμη αντιμετώπισή της ακόμη στην πράξη, παρ’ όλο που το θεσμικό πλαίσιο έχει ολοκληρωθεί,- τους αντεργατικούς νόμους που έχουν έρθει. Πρόκειται για τους νόμους που πλήττουν το σταθερό ημερήσιο χρόνο εργασίας, εφαρμόζουν και επεκτείνουν το μοντέλο της μερικής απασχόλησης και της ελαστικοποίησης των σχέσεων εργασίας, αυξάνουν το όριο της συνταξιοδότησης, μειώνουν την ασφαλιστική εισφορά των εργοδοτών. Πως είναι δυνατόν, λοιπόν, μια άνεργη Ελληνίδα, με τόσες υποχρεώσεις που την βαρύνουν ως σύζυγο ή μητέρα, να αντεπεξέλθει σε τόσες δυσκολίες και να επιβιώσει στον ασφυκτικό κλειστό εργασιακό της χώρο, που τις περισσότερες φορές είναι ανδροκρατούμενος; Η σύγχρονη μάστιγα της ανεργίας πλήττει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας και μάλιστα το πιο ζωτικό, τους νέους και τις γυναίκες. Και βέβαια κανείς δεν αμφισβητεί πλέον ότι το κοινωνικό κράτος είναι αποσπασματικό και το δίχτυ της κοινωνικής ασφάλειας διάτρητο, με αποτέλεσμα να μένουν χωρίς προστασία τα άτομα που είναι ιδιαίτερα αναγκαία για την κοινωνία. Με την πρόταση νόμου που συζητάμε σήμερα βασική μας επιδίωξη δεν είναι μόνο να θεσμοθετηθεί και να εφαρμοστεί το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, αλλά να επαναδιατυπωθεί η δυσμενής θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία, σε σχέση με τους πολλούς και αντιφατικούς της ρόλους: εργαζόμενη για δέκα ώρες την ημέρα -12 πλέον- μητέρα και σύζυγος 24 ώρες την ημέρα και πολλές φορές σε δύσκολες εργασίες που πληρώνονται πολύ λιγότερο από τους άνδρες, παρ’ όλη την ισότητα. Ειδικότερα για το θέμα που θέλω να θίξω, για τα μονογονεϊκά νοικοκυριά, η εικόνα που έχουμε απ’ όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ότι τα μονογονεϊκά νοικοκυριά εμπίπτουν στα νοικοκυριά με το χαμηλότερο εισόδημα στην εισοδηματική κλίμακα και περίπου τα 2/3 των οικογενειών στην Ελλάδα ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Αυτή είναι η κατάσταση. Οι μονογονεϊκές οικογένειες αποτελούν μια ομάδα που, όπως είπαμε, κατ’ εξοχήν κινδυνεύει από τον κοινωνικό αποκλεισμό και για την οποία δεν υπάρχει καμία μακροπρόθεσμη και συνδυασμένη πολιτική. Δεν υπάρχει δηλαδή σφαιρική στρατηγική, για να καλύψει τις πολυδιάστατες ανάγκες. Κατά συνέπεια, ο επιδιωκόμενος στόχος μιας κοινωνικής πολιτικής νέου τύπου για την Ελλάδα, για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού των μονογονεϊκών οικογενειών, θα πρέπει να είναι η στήριξή τους κατά τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μην μειωθούν τα ατομικά κίνητρα και η δυνατότητα ατομικών επιλογών, ενώ ταυτόχρονα να δοθεί η δυνατότητα εγκαθίδρυσης ενός δικτύου, το οποίο όμως θα είναι αποτέλεσμα ατομικής και δημόσιας προσπάθειας. Από την άλλη πλευρά στην Ελλάδα παρ’ όλο που έχουν γίνει διάφορα προγράμματα καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού δεν έχει συζητηθεί ευρέως το θέμα και δεν έχει τεθεί το ερώτημα ως ποιο βαθμό οι προσπάθειες καταπολέμησης του αποκλεισμού θα πρέπει να στοχεύουν κυρίως στην ένταξη ή επανένταξη της αγοράς εργασίας. Υπάρχει, λοιπόν, ένα μεγάλο πεδίο για τη στήριξη αυτών των μονογονεϊκών οικογενειών, για τη στήριξη των άνεργων γυναικών, για τη στήριξη των νέων. Υπάρχουν παραδείγματα: Στο Λουξεμβούργο τους δίνεται επίδομα προκειμένου για ένα σημαντικό διάστημα οι μόνοι γονείς να μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα παιδιά και αργότερα να υπάρξει η ένταξή τους στην εργασία. Γιατί υπάρχει και αυτή η υποχρέωση. Εδώ, λοιπόν, έχει μία άμεση εφαρμογή η πρόταση την οποία θέτουμε. Οι νέοι οι οποίοι σπουδάζουν και οι οποίοι παράλληλα μπορούν να δημιουργήσουν οικογένεια στη Δανία έχουν ένα σημαντικό επίδομα. Επομένως, η πρότασή μας αυτή, η πρόταση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και για τις μονογονεϊκές οικογένειες και για τις άνεργες γυναίκες και για τα νέα παιδιά έχει πολύ μεγάλη σημασία να τα στηρίξει στην αρχή, να τους δώσει τις στοιχειώδεις συνθήκες επιβίωσης και στη συνέχεια με μία συνολική πολιτική να μπορεί να τους εντάξει στο χώρο εργασίας, στην κοινωνική τους ζωή.