Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου «Ρυθμίσεις για την προώθηση της απασχόλησης, την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και άλλες διατάξεις»

Ομιλία κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου «Ρυθμίσεις για την προώθηση της απασχόλησης, την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και άλλες διατάξεις»

E-mail Εκτύπωση PDF
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, Η απορύθμιση και η μείωση της μισθωτής εργασίας είναι κοινωνικά άδικη, διευρύνει τα ελλείμματα της ελληνικής οικονομίας. Δεν επιτυγχάνεται με αυτά τα μέτρα ούτε η ανταγωνιστικότητα, ούτε η αναζωπύρωση της αγοράς, ούτε βέβαια η αύξηση των θέσεων εργασίας, αλλά όλοι αυτοί οι στόχοι της Κυβέρνησης είναι το άλλοθι για μια σειρά αντιλαϊκά μέτρα που παίρνει, με τον πρώτο κύκλο να κλείνει, με τη διεύρυνση του ωραρίου των καταστημάτων και με το νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα για την απορύθμιση των σχέσεων εργασίας. Και δεν είναι τυχαίο γιατί τα δύο αυτά νομοθετήματα ήρθαν το ένα μετά το άλλο. Είναι η πρώτη πρόβα, η πρώτη δοκιμή. Διεύρυνση του ωραρίου των καταστημάτων , ελαστικό ωράριο μέχρι και δώδεκα ώρες , μείωση της αμοιβής των υπερωριών κ.ο.κ. Διαρθρωτικές αλλαγές, λοιπόν ή μεταρρυθμίσεις της Κυβέρνησης, που συνθλίβουν τη μικρομεσαία επιχείρηση, που απορυθμίζουν τις εργασιακές σχέσεις, ανατρέπουν το οκτάωρο και μειώνουν το κόστος της ημερήσιας εργασίας, για να το χαρίσουν στους εργοδότες. Χωρίς καμία προγραμματική βάση, χωρίς κανένα σχέδιο ανάπτυξης το έλλειμμα της ελληνικής οικονομίας μεταφέρεται στην κοινωνία, μεταφέρεται στους εργαζόμενους, με μέτρα όπως η καθήλωση και τώρα η μείωση των μισθών, η περαιτέρω ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, η αύξηση της έμμεσης φορολογίας, η μείωση των κοινωνικών δαπανών, ενώ το χρέος αποπληρώνεται από το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Πρόκειται για μια οικονομική πολιτική, κοινωνικά άδικη, ανισοκατανομής του εισοδήματος σε βάρος της μισθωτής εργασίας, όταν μάλιστα, σύμφωνα με τα στοιχεία της EUROSTAT, το ποσοστό του συνολικού εισοδήματος που κατείχε το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού της χώρας το 1993 ήταν 6.5 φορές μεγαλύτερο, από εκείνο που κατέχει το φτωχότερο 20% της χώρας και παραμένει και το 2003 -μάλιστα αυξάνεται κατά κάτι- στο 6.6 φορές περισσότερο, όταν η Ελλάδα ήταν και είναι στη δεύτερη θέση μετά την Πορτογαλία στην ανισοκατανομή του εισοδήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15 και στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 25, όταν στις πρωτιές για τις εισοδηματικές αυτές ανισότητες προστίθενται και οι περιφερειακές ανισότητες, οι υψηλότεροι δείκτες φτώχειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15, ανεργίας και δημόσιου χρέους. Η πολιτική αυτή δεν πρόκειται να τονώσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, γιατί δεν έχει καμία σχέση ούτε και με την επικαλούμενη από την Κυβέρνηση καπιταλιστική εξυγίανση. Και αυτό γιατί δεν αντιμετωπίζει ούτε καν στα πλαίσια αυτής της καπιταλιστικής εξυγίανσης το πρόβλημα της χαμηλής απόδοσης των επενδύσεων σε σχέση με την υψηλή κερδοφορία των μεγάλων επιχειρήσεων, τη μεγαλύτερη κερδοφορία από τις λοιπές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η προσκόλληση της Κυβέρνησης στα αιτήματα των μεγάλων συμφερόντων την οδηγεί σε ρυθμίσεις αποδιάρθρωσης των στρατηγικών και παραγωγικών δυνάμεων της χώρας. Δεν βελτιώνει ούτε την παραγωγική ικανότητα του εργάτη ούτε της επιχείρησης. Είναι μέτρα άνισα, άδικα, είναι αδιέξοδα, είναι αντικίνητρο για τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων, αυτών των επιχειρήσεων στις οποίες συνεχώς μεταφέρονται βασικές παραγωγικές και κοινωνικές υπηρεσίες και δράσεις του δημόσιου τομέα. Πιο συγκεκριμένα, με τις προτεινόμενες στο εργασιακό νομοσχέδιο ρυθμίσεις για το ελαστικό ωράριο και τη μείωση του κόστους των υπερωριών στην ουσία καταργείτε το οκτάωρο και αφαιρείτε εισόδημα από τους εργαζόμενους με τη μείωση κατά 50% της υπερωριακής αμοιβής. Μειώνονται έτσι τα ανάλογα έσοδα του ΙΚΑ και των λοιπών ταμείων και αυξάνονται τα κέρδη των εργοδοτών. Ενισχύεται η ανεργία, αφού, λόγω του ελαστικού ωραρίου, θα περισσεύουν θέσεις εργασίας και οι περίοδοι αιχμής θα καλύπτονται από το ελαστικό και απλήρωτο ωράριο. Αποδίδεται στον εργοδότη το διευθυντικό δικαίωμα, ανατρέπεται και καταργείται το περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων. Εύκολο θύμα ο εργαζόμενος ως άτομο πλέον, αφού με το νομοσχέδιο δίδεται η ευχέρεια στον εργοδότη ακόμη να παρακάμπτει και αυτήν την εκβιαστική εργατική συμφωνία που έκανε σε ατομικό επίπεδο. Αν σκεφθούμε ότι από τους 1,2 εκατομμύρια μισθωτούς οι οκτακόσιες χιλιάδες εργαζόμενοι είναι ενταγμένοι σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις στις οποίες δεν υφίσταται συνδικαλιστική εκπροσώπηση, για όλες αυτές τις περιπτώσεις ο εργοδότης θα αποφασίζει για την ανάγκη εφαρμογής του ελαστικού ωραρίου και θα στέλνει βέβαια τη διαδικασία αυτή στην αρμόδια Επιτροπή, όπου ένας κρατικός λειτουργός θα αποφασίζει για αυτήν τη διευθέτηση. Τέλος, συνθλίβεται ο ελεύθερος χρόνος και η οικογενειακή ζωή των εργαζομένων. Όσον αφορά το τρικ της σύνταξης χηρείας, η οποία επανέρχεται μετά την τριετία αλλά μειώνεται σε 50% αντί για 70% της σύνταξης, εάν δείτε τα στατιστικά στοιχεία, μερικές εκατοντάδες είναι αυτοί που δεν έχουν παιδιά στα σαράντα και που χάνουν μετά την τριετία τη σύνταξη, ενώ πάνω από δέκα χιλιάδες είναι αυτοί των οποίων η σύνταξη θα μειωθεί από 70% σε 50% στην κύρια σύνταξη. Όλη, λοιπόν, αυτή η επίθεση γίνεται στους εργαζόμενους, όταν στην Ελλάδα σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση έχουμε τα υψηλότερα κέρδη των επιχειρήσεων σε καταθέσεις και το χαμηλότερο κόστος εργασίας. Ο Έλληνας εργαζόμενος δουλεύει δύο μήνες περισσότερο το χρόνο κατά μέσο όρο σε χειρότερες συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας και με τα περισσότερα εργατικά ατυχήματα. Με την διεύρυνση του ωραρίου, όταν θα φτάσει ο εργαζόμενος με αυτές τις ρυθμίσεις να δουλεύει μέχρι και δώδεκα ώρες το εικοσιτετράωρο, φανταστείτε τι συνθήκες εργασίας και πόσα περισσότερα εργατικά ατυχήματα θα έχουμε. Γιατί, αν χρησιμοποιήσει ο εργοδότης το θέμα της υπερεργασίας και της διευθέτησης, θα φτάσει μέχρι το δωδεκάωρο. Η σοβαρότητα της επίθεσης της Κυβέρνησης απαιτεί ένα συμπαγές ενωτικό μέτωπο των εργαζομένων, για να καταργηθούν στην πράξη όλοι οι νόμοι της Νέας Δημοκρατίας αλλά και του ΠΑΣΟΚ που θέσπισαν την ελαστικοποίηση και τη μείωση του κόστους εργασίας. Ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς επιμένει ότι υπάρχει άλλος δρόμος για την ανάπτυξη, την απασχόληση και τη δίκαιη κατανομή των εισοδημάτων με ρύθμιση και όχι απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων, με προστασία και βελτίωση, ώστε να κατοχυρώνονται τα δικαιώματα και η αξιοπρέπεια των εργαζομένων και να ανοίξουν νέες θέσεις εργασίας.