Ομιλία κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού του 2006

Δευτέρα, 19 Δεκέμβριος 2005 02:00 Ομιλίες
Εκτύπωση
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, Τον προϋπολογισμό του 2006 τον χαρακτηρίζει και τον διαπερνά, όσο ποτέ άλλοτε, η υιοθέτηση της νεοφιλελεύθερης πρότασης για την αντιμετώπιση του οικονομικού και κοινωνικού προβλήματος της χώρας. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ. εγκαταλείπει κάθε προγραμματική διαδικασία σχεδιασμού της ανάπτυξης και με απόντα τον κοινωνικό έλεγχο προβάλλει ως «όραμα» για το μέλλον της χώρας και ως «αναπτυξιακό πρότυπο» ό,τι αποτελεί έκφραση της αυθόρμητης δράσης και των επιδιώξεων του κεφαλαίου, το οποίο τελικά κεφάλαιο και επανακαθορίζει τα κριτήρια και το περιεχόμενο της αναπτυξιακής πολιτικής. Έτσι με ευθύνη και της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, μετά από τρία κοινοτικά πλαίσια στήριξης, την εισροή σημαντικού ύψους κοινοτικών κονδυλίων και στο κατώφλι του Δ΄ΚΠΣ και τελευταίου, διευρύνεται το έλλειμμα του δημοκρατικού προγραμματισμού και δεν αναγνωρίζεται η ανάγκη για ένα παραγωγικό και κοινωνικό σχέδιο ανάπτυξης, που θα κατευθύνει την οικονομία σε νέες δυναμικές εξειδικεύσεις, σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, καθώς και στο στόχο της πλήρους απασχόλησης και της μείωσης των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων. Με τη συρρίκνωση και τη βαθμιαία αντικατάσταση του προγράμματος δημόσιων επενδύσεων (ΠΔΕ) από το πολυδιαφημιζόμενο σύστημα των συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), εγκαταλείπεται πλέον κάθε προσπάθεια ιεράρχησης, των απαραίτητων για το κοινωνικό σύνολο έργων υποδομών , όπως και υπηρεσιών, μέσα από ένα μακρόπνοο Εθνικό Στρατηγικό Σχεδιασμό, που θα εξειδικεύεται σε Περιφερειακό κι Τοπικό επίπεδο και θα ελέγχεται μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και του ετήσιου κρατικού προυπολογισμού. «...χωρίς εθνική στρατηγική και εθνικό σχεδιασμό, με απόντα τον κοινωνικό έλεγχο, δίχως κριτήριο για τα έργα ή τις υπηρεσίες που θα επιδιωχθεί να υλοποιηθούν με αυτό το σύστημα, όλα τα δημόσια έργα και κυρίως όλες οι δημόσιες υπηρεσίες, εν δυνάμει γίνονται αντικείμενο αυτού του είδους των συμβάσεων, άρα αντικείμενο επιχειρηματικής δράσης και επιδίωξης ιδιωτικού κέρδους ». Στο επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι πρέπει να μειωθεί το δημόσιο χρέος, της επισημαίνουμε , το πώς φτάσαμε ως εδώ. - Δεν αξιοποιήθηκαν σωστά οι δυνατότητες της χώρας και του ανθρώπινου δυναμικού της. - Παρά την μακροχρόνια λιτότητα του λαού, καλούνται πάλι οι εργαζόμενοι να πληρώσουν τα λάθη στη διαχείριση των δημόσιων εσόδων και τη μη ορθολογική αξιοποίηση των εθνικών και κοινοτικών πόρων. - Οι αριθμοί ορισμένων (Τράπεζες, Όμιλοι, Συγκροτήματα, Α.Ε κλπ) ευημερούν ενώ οι δείκτες για τους πολίτες και την χώρα γίνονται όλο και δυσμενέστεροι. - Μετά το πέρας των έργων των Ολυμπιακών αγώνων, που γονάτισαν όλα τα προγράμματα της Περιφέρειας, δεν αποκαθίσταται ούτε και με τον προϋπολογισμό του 2006 ο αναπτυξιακός ρόλος του ΠΔΕ ως μέσο χρηματοδότησης των αναγκαίων υποδομών προσθετικά προς τους πόρους από την Ε.Ε. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: ποια ήταν τέλος πάντων η προστιθέμενη αξία των επενδύσεων μέχρι σήμερα και ποια η αναπαραγωγή της ανάπτυξης ; Η «προσθετικότητα» των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων στους εθνικούς πόρους, που ούτε στο παρελθόν είχε επιτευχθεί, είναι μία από τις προϋποθέσεις της πραγματικής σύγκλισης. Κι αυτή η προϋπόθεση όμως ακυρώνεται. Και ας δούμε πως ακριβώς : Στον τομέα των δημοσίων επενδύσεων εξακολουθούμε, με τον προϋπολογισμό του 2006, να έχουμε επιδείνωση της κατάστασης, ποιοτική και ποσοτική. Η ποιοτική υποβάθμιση συνίσταται καταρχήν στην υποταγή του ΠΔΕ στη συγχρηματοδότηση των έργων του Γ΄ΚΠΣ, γιατί πρέπει να επισημάνουμε ότι μια σημαντική "στρέβλωση" που χαρακτηρίζει τον τρόπο αξιοποίησης των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων, είναι ότι αντί αυτά να λειτουργήσουν προσθετικά προς τους εθνικούς πόρους και υποστηρικτικά προς ένα πρόγραμμα εθνικών επιλογών και προτεραιοτήτων συνέβη το αντίστροφο : οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις υποκατέστησαν εθνικούς πόρους και η διάθεση των τελευταίων εξαρτήθηκε από τα έργα που ήταν επιλέξιμα από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε αυτό θα προστεθεί και η υποταγή των σημαντικών και απαραίτητων για το κοινωνικό σύνολο έργων, στην <επιλέξιμότητά> τους από τους ιδιώτες μέσω των ΣΔΙΤ , για να αποπληρωθούν αργότερα και με πανωτόκι, με την επιβολή νέων τελών και εισφορών από τους πολίτες. Η ποσοτική υποβάθμιση συνεχίζεται, παρά τα τεχνάσματα της Κυβέρνησης. Οι συνολικές δαπάνες του ΠΔΕ (εθνικό σκέλος και συγχρηματοδοτούμενο) αυξάνονται μεν κατά 9,1% αλλά σε σχέση με τον προυπολογισμό του 2005, όπου υπήρξε μείωση 21%. ʼρα εξακολουθούν να είναι μειωμένες κατά 12% και να διαμορφώνονται για το 2006 στο 4,3% του ΑΕΠ, στο χαμηλότερο ποσοστό την τελευταία δεκαετία. Εκεί όμως όπου η μείωση ήταν τραγική και δυστυχώς παραμένει , παρά το πέρας των υπέρογκων δαπανών για τα Ολυμπιακά έργα, είναι οι χρηματοδοτήσεις στο σκέλος του ΠΔΕ από αμιγώς εθνικούς πόρους . Δηλαδή για τα έργα που αφορούν υποδομές στην Παιδεία , στην Υγεία , στην ύδρευση-αποχέτευση, στις έγγειες βελτιώσεις και γενικότερα στης βελτίωση της καθημερινότητας, έργα στοιχειώδους υποδομής, που δεν είναι επιλέξιμα. Από το 2001, και με έξαρση το 2003 και 2004, στην καρδιά δηλαδή του Γ΄ΚΠΣ, το 60% (περί τα 2,2 δις ευρώ) των εθνικών αυτών δαπανών του ΠΔΕ, πήγε στα Ολυμπιακά έργα, από το 2005 και το 2006 που οι δαπάνες αυτές μειώθηκαν στα 250 εκατ ευρώ, το μεγαλύτερο μέρος των πόρων αυτών δεν επιστρέφει στο ΠΔΕ, δεν επιστρέφει στην παντελώς ριγμένη Περιφέρεια και Τοπική Αυτοδιοίκηση. Σύμφωνα με σχετικό πίνακα (βλ. πίνακα 1) της εισηγητικής έκθεσης μόλις 2,3δις. ευρώ διατίθενται φέτος στο ΠΔΕ από τους εθνικούς πόρους, λιγότερο κατά 155εκτ. ευρώ και βέβαια κατά 50% λιγότερο, από τα 4,9δις του 2004. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται επί πλέον ότι αυξήθηκε το σκέλος των συγχρηματοδοτούμενων από την κοινότητα έργων του ΠΔΕ. Η αύξηση αυτή είναι εξαιρετικά μικρή μπροστά στον νέο κίνδυνο για μία ακόμη φορά απώλειας πόρων από το Γ΄ΚΠΣ , επειδή η χώρα δεν έχει να καταβάλει την Εθνική συμμετοχή και κυρίως μπροστά στην τραγική στασιμότητα παραγωγής έργων, ιδιαίτερα στη Περιφέρεια όπου η ανεργία καλπάζει και η τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας μέσα από τις αναπτυξιακές διαδικασίες του κράτους είναι στοίχημα επιβίωσης. Παρά την παράταση κατά ένα χρόνο, που μόλις προχθές δόθηκε από την ΕΕ, δεν είμαστε καθόλου για πανηγυρισμούς και εφησυχασμό . Το αντίθετο οι ευθύνες παραμένουν βαρύτατες, γιατί η χώρα έχει χάσει ήδη πολύ σημαντικούς πόρους όλα αυτά χρόνια. Παρά τη πρόβλεψη του Προϋπολογισμού για κοινοτικά έσοδα το 2005 στα 2,7δις.ευρώ πραγματικές οι προβλέψεις κατεβάζουν τον πήχη κατά 344εκατ. ευρώ, όσο είναι το μισό πρόγραμμα των Περιφερειών της χώρας φέτος. Η στασιμότητα στην είσπραξη κοινοτικών πόρων έφερε τη στασιμότητα στις πληρωμές των έργων και άνοιξε ένα νέο κύκλο καθυστερήσεων και αναπτυξιακής απραξίας. Όλες αυτές οι καθυστερήσεις από κάθε αιτία μεταφέρουν για την επόμενη τριετία το βάρος της απορρόφησης του 60% του Γ ΚΠΣ , αφού μέχρι σήμερα έχει απορροφηθεί το 40% αυτού. Δηλαδή περίπου 14 δις ευρώ απομένουν για τα τρία ή μετά τις προχθεσινές αποφάσεις τα τέσσερα χρόνια και συγκεκριμένα 4,7δις ή 3,5δις.ευρώ ανά έτος αντίστοιχα . Η χώρα μας όμως στην καλύτερή της δεν έχει καταφέρει να εισφέρει εθνική συμμετοχή και παράλληλα να απορροφήσει μέχρι τώρα περισσότερο από 2,5δις ευρώ. ʼλλωστε και φέτος ο Προϋπολογισμός έχει συνταχθεί με την προϋπόθεση να εισπραχθούν 3,05δις. Έτσι η χώρα μας είναι τελευταία στις δαπάνες για την έρευνα και την ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών και έχει απορροφηθεί μόλις το 28,2% του Προγράμματος κοινωνία της πληροφορίας, με πολλαπλές καταγγελίες και υποθέσεις στο Ευρ. Δικαστήριο για θέματα περιβάλλοντος και έχει απορροφήσει μόλις το 33% του αντίστοιχου Προγράμματος. Θυσιάζονται από την Κυβέρνηση με τους τρεις τελευταίους Νόμους , στο βωμό της τόνωσης της ανταγωνιστικότητας, τα δικαιώματα και οι εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων, ενώ επιδόσεις της στην απορρόφηση του αντίστοιχου κοινοτικού προγράμματος είναι μόλις 37%. Παράλληλα η έλλειψη πόρων, αλλά και δομών ικανής και αποκεντρωμένης λειτουργίας της διοίκησης στη Περιφέρεια βρίσκει σήμερα την απορρόφηση των Περιφερειακών προγραμμάτων στο 33% κατά μέσο όρο και σε συνδυασμό με την τραγική υστέρηση πόρων, που προανέφερα στο εθνικό σκέλος του ΠΔΕ , τις περιφερειακές ανισότητες, τον οικονομικό μαρασμό και την ανεργία στις περιφέρειες να διευρύνονται επικίνδυνα. Και κάτι ακόμη που δεν επισημάνθηκε, η πρόσφατη συμφωνία προβλέπει απώλειες πόρων 300εκατ. Ευρώ από τα προγράμματα που συνδέονται με την ανάπτυξη της ελληνικής Περιφέρειας , όπως και τα προγράμματα αγροτουρισμού και γενικότερα αναγέννησης της υπαίθρου . Μήπως άραγε και αυτά θα αναπληρωθούν από τις ΣΔΙΤ. Ας μη ψάχνει σε άλλες νεοφιλελεύθερες συνταγές η Κυβέρνηση οι περισσότερες από τις χαμένες θέσεις εργασίας από τη γεωργία, τη βιομηχανία και άλλους κλάδους που χάθηκαν όπως και από τα Ολυμπιακά έργα, θα μπορούσαν να καλυφθούν και πολλές νέες να δημιουργηθούν τόσο από την κανονική και ισόρροπη απορρόφηση των κοινοτικών πόρων, όσο και από την ενίσχυση των πόρων του εθνικού αναπτυξιακού σκέλους του ΠΔΕ που θα συμβάλλει στη πραγματική σύγκλιση και τη δημοκρατική, λαική κατανομή των ωφελειών της ανάπτυξης. Δυστυχώς η αναπτυξιακή στρατηγική της Κυβέρνησης κάνει ακριβώς το αντίστροφο. Συνίσταται κυρίως στη μεταφορά πόρων από το δημόσιο τομέα και το κοινωνικό σύνολο προς τον ιδιωτικό, από τους εργαζόμενους προς το ιδιωτικό κεφάλαιο, τις μεγάλες επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να διευρύνονται οι ανισότητες και επιτείνεται ο ολιγαρχικός χαρακτήρας της ανάπτυξης. Όσον αφορά στον αγροτικό τομέα Τις οικονομικές ενισχύσεις στον αγροτικό τομέα επαναλαμβάνει στερεότυπα και αυτό το προσχέδιο του προϋπολογισμού, χωρίς μέτρα αναπτυξιακής πολιτικής (με βασικά κονδύλια αυτά του ΟΓΑ και των αποζημιώσεων από καταστροφές). Το 8,8% αύξηση δεν υπόσχεται ανάκαμψη του τομέα γεωργίας, όπως δε συνέβη και με την πρόβλεψη του προηγούμενου προϋπολογισμού για αύξηση κατά 7,4%. Αυτό που επιβεβαιώνεται στην πράξη αλλά και στα στατιστικά δεδομένα του Υπουργείου είναι ότι «παρόλο που οι πόροι οι οποίοι διατίθενται για τη στήριξη του αγροτικού εισοδήματος έχουν υπερβεί το 7,1 δισεκ. ευρώ ανά έτος έναντι μιας προστιθέμενης αξίας της γεωργικής παραγωγής από 8,7 δισεκ. ευρώ, το πραγματικό συνολικό εισόδημα φθίνει και μόνο το κατά κεφαλήν εισόδημα παραμένει σταθερό λόγω μείωσης του αγροτικού πληθυσμού (βλ. πίνακα 2). Συνεπώς έχουμε φθάσει σε δημοσιονομικό αδιέξοδο». Η μείωση λοιπόν του αγροτικού πληθυσμού θα αποτελέσει τον κεντρικό στόχο της αγροτικής πολιτικής, αυτό ακριβώς που προωθείται έμμεσα με την απόφαση για πλήρη αποδέσμευση της αγροτικής παραγωγής από τις ενισχύσεις. Οι επιστημονικές μελέτες, και του ίδιου του Υπουργείου, συγκλίνουν στην ταχεία από τον επόμενο χρόνο, εγκατάλειψη καλλιεργειών. Τα δύο τρίτα των εκμεταλλεύσεων στο νέο σύστημα θα εγκαταλειφθούν και η παραγωγή θα συγκεντρωθεί στο ένα τρίτο. Αυτό επιδιώκει η Κυβέρνηση; Να εξωθήσει τους μικρομεσαίους αγρότες να εγκαταλείψουν τη γεωργική απασχόληση; Η Κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα να εφαρμόσει ένα διαφορετικό σύστημα στο πλαίσιο της νέας ΚΑΠ, όπως εφάρμοσαν κι άλλες ευρωπαϊκές χώρες με σημαντική αγροτικό τομέα. Προτίμησε κατά την άποψή της την πιο εύκολη λύση, με το βασικό επιχείρημα, το ίδιο που έχει και το ΠΑΣΟΚ, ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο έχουν εξασφαλίσει για τη χώρα τα κονδύλια μέχρι το 2013. Το ερώτημα που προκύπτει είναι μέχρι πότε θα χορηγεί ένα «κοινωνικό επίδομα» ανεξάρτητα από την παραγωγή αγροτικών προϊόντων κι αν η προβλεπόμενη αναθεώρηση της ΚΑΠ το 2009 θα γίνει με νέα δημοσιονομικά κριτήρια. Διότι παρά τους πανηγυρισμούς τίποτα δεν έχει διασφαλισθεί μέχρι το 20013 και πολύ περισσότερο τα κονδύλια. Η ανησυχία για την ενδιάμεση αναθεώρηση το 2009 είναι δικαιολογημένη, αφού σύμφωνα με τις προτάσεις Μπαρόζο, που περιέχονται στην έκθεση για την «κοινωνική δικαιοσύνη και ανταγωνιστικότητα στην ΕΕ» τα κοινοτικά κονδύλια θα μειώνονται κάθε χρόνο κατά 1% από το 2009-2013. Κονδύλια δηλαδή που προορίζονται για τις επιδοτήσεις των ευρωπαίων αγροτών, τη μεταφορά μέρους των πόρων που θα περικοπούν στο λεγόμενο 2ο πυλώνα της ΚΑΠ και αλλαγές στο χρηματοδοτικό πλαίσιο της κοινοτικής γεωργίας από το 2009.