Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού του 2007

Ομιλία κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού του 2007

E-mail Εκτύπωση PDF
Τον προϋπολογισμό του 2007 τον χαρακτηρίζει και τον διαπερνά, η υιοθέτηση της νεοφιλελεύθερης πρότασης για την αντιμετώπιση του οικονομικού και κοινωνικού προβλήματος της χώρας. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ. έχει εγκαταλείψει κάθε προγραμματική διαδικασία σχεδιασμού της ανάπτυξης και με απόντα τον κοινωνικό έλεγχο, επιμένει ότι θα επιτύχει < την ισχυρή>, όπως την χαρακτηρίζει, ανάπτυξη με την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων, των απορρυθμίσεων των Δημόσιων Οργανισμών και των εργασιακών σχέσεων, με την απελευθέρωση της αγοράς από το δημόσιο και τον κοινωνικό έλεγχο. Επιδεικνύει, όπως έκανε και το ΠΑΣΟΚ ως Κυβέρνηση, τους δείκτες αύξησης του εθνικού εισοδήματος (πάνω από 3,5%), έστω και αν όλοι διερωτώνται αν υπάρχει κοινωνικό και αναπτυξιακό αποτέλεσμα; Ποια ήταν τέλος πάντων η προστιθέμενη αξία των επενδύσεων μέχρι σήμερα και ποια η αναπαραγωγή της ανάπτυξης ; Εκείνο όμως που έχουν καταλάβει πολύ καλά οι πολίτες είναι ότι η ανάπτυξη στη χώρα μας: - Ότι στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο δανεισμό των νοικοκυριών, δανεική ανάπτυξη όπως λέμε. - Δημιουργεί υπερκέρδη στις τράπεζες κυρίως, και σε πολλές επιχειρήσεις, που συνήθως ελέγχουν τους κλάδους είτε με καρτέλ ( είναι διαπιστωμένο επιτέλους και από την επιτροπή ανταγωνισμού το καρτέλ του γάλακτος) είτε χωρίς καρτέλ και οι οποίες εν τέλει προσδιορίζουν το περιεχόμενό της ανάπτυξης. - Ότι συρρικνώνει αντί να ενισχύει τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις, τρέφεται από τις εισαγωγές και δημιουργεί τεράστια ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο και στο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών γι’ αυτό οι άρον - άρον ιδιωτικοποιήσεις και βέβαια - Ότι δεν δημιουργεί ούτε πολλές ούτε σταθερές θέσεις απασχόλησης - πέρυσι το 2005 το 25% των θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν ήταν θέσεις μερικής απασχόλησης. Παραμένει δηλαδή ως δομικό πρόβλημα αυτής της ισχυρής δήθεν ανάπτυξης η ανεργία. - Επί πλέον και το σημαντικότερο ότι δεν προάγει την κοινωνική ευημερία, δεν βελτιώνει τη ζωή των ανθρώπων, δεν μειώνει τις ανισότητες και δεν περιορίζει τη φτώχεια. Πρόσφατα και ο κ. Γκαργκάνας ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, επιβεβαίωσε στη Βουλή αυτό που εμείς τονίζουμε τόσα χρόνια ότι δηλαδή: «Παρά την ισχυρή ανάπτυξη που έχουμε στην Ελλάδα οι βασικοί δείκτες φτώχειας και ανισότητας υπερβαίνουν τους μέσους όρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια παραμένει μάλλον σταθερός ο κίνδυνος της φτώχειας και καλύπτει το 20%-23% του πληθυσμού, δηλαδή πάνω από δύο εκατομμύρια πολίτες> , όπως επισημαίνει και ο κ. Γκαργκάνας. Παρόλα αυτά η Κυβέρνηση με σημαία τις «μεταρρυθμίσεις» έχει τελικά απορυθμίσει και τον δικό της κυβερνητικό ιστό, όπως και τον παραγωγικό της χώρας και αδυνατεί να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για μια ανάπτυξη που θα συμβάλει στην απασχόληση, στην αύξηση της παραγωγής και των εξαγωγών, στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής , στην άμβλυνση των περιφερειακών ανισοτήτων, στην προστασία του περιβάλλοντος και του πολιτιστικού πλούτου της χώρας. Τι τελικά επιτυγχάνει με τις «μεταρρυθμίσεις» - Την πλήρη απελευθέρωση των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών, που συνδέθηκε με την άνοδο των τιμών και την εγκατάλειψη <άγονων γραμμών>, ακολουθεί σήμερα η παραχώρηση με σκοπό την πώληση των πιο κερδοφόρων δραστηριοτήτων και εγκαταστάσεων των λιμένων Πειραιά και Θεσσαλονίκης σε διεθνείς ναυτιλιακούς φορείς. Τους χειρισμούς του ΥΠΕΝ διακρίνει η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού, η τακτική της απαξίωσης των Οργανισμών, η αδιαφάνεια και η αδιάλλακτη στάση προς τους εργαζόμενους, που συνεχίζουν δυναμικά τις κινητοποιήσεις τους και η σύμπλευση με τα συμφέροντα του εφοπλιστικού λόμπυ. - Η διαδικασία απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, δεν είναι τίποτα άλλο για τη χώρα παρά η πλήρης απορρύθμιση των ισχυρών Δημόσιων Οργανισμών της, με αποκορύφωμα την διαλυτική και αντιαναπτυξιακή πολιτική στη ΔΕΗ και η εγκατάλειψη κάθε μεσοπρόθεσμου και μακροχρόνιου εθνικού σχεδιασμού για την ενεργειακή επάρκεια στη χώρα, μέσα σένα δύσκολο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο ενεργειακό γίγνεσθαι και με πολλές υποχρεώσεις για καθαρή ενέργεια, θέμα επιβίωσης του πλανήτη. - Η ολοκλήρωση της ιδιωτικοποίησης του Τραπεζικού συστήματος, άμεσος στόχος της ΝΔ, με τελευταία την Αγροτική, δημιούργησε μεταξύ των άλλων ένα νέο μονοπώλιο στα θέματα δανεισμού, εγγυητικών επιστολών, όπως και συμμετοχής στα έργα σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, που επηρεάζει καθοριστικά τον αναπτυξιακό σχεδιασμό, την παραγωγή και κατανομή των δημόσιων έργων της χώρας. - Τα παραπάνω και η δια πραξικοπήματος κατάθεση στη Βουλή της τροπολογίας για τον ΟΤΕ και το περιεχόμενό της, δείχνουν ότι η Κυβέρνηση εκλαμβάνει την εμπιστοσύνη των πολιτών ως λευκή επιταγή για την απορρύθμιση του δημόσιου τομέα και το ξεπούλημα Οργανισμών και υπηρεσιών, που φτιάχτηκαν για να εξασφαλίσουν τα αναγκαία κοινωνικά αγαθά και στις επόμενες γενιές, την βιωσιμότητα της ανάπτυξης, ενώ αποτελούν βασική συνιστώσα της εθνικής κυριαρχίας και ασφάλειας. Τώρα πως είναι δυνατόν το κράτος με μονοψήφιο έως μηδενικό ποσοστό μετοχών στον ΟΤΕ να έχει το πάνω χέρι και να κατέχει ή ελέγχει τον στρατηγικό επενδυτή και το μάνατζμεντ, ας το εξηγήσει επιτέλους ο Πρωθυπουργός, γιατί η διγλωσσία και η κρυφή αντζέντα των Υπουργών του προκαλούν τους πολίτες και όλη την Αντιπολίτευση. Ας δούμε το επενδυτικό σκέλος του προϋπολογισμού, τις υποχρεώσεις που δεν εκπληρώνονται και τους πόρους που χάνονται. Ο πυρήνας της πολιτικής της Κυβέρνησης και η επαναλαμβανόμενη αιτιολογία για την ανάγκη μείωσης του ελλείμματος, έχει ως βασικό θέμα τις δημόσιες επενδύσεις. Υπονομεύονται έτσι οι μακροχρόνιες προοπτικές της ίδιας οικονομίας, η βιωσιμότητα της ανάπτυξης και η κοινωνική σύγκλιση φαίνεται τελικά ότι η αναπτυξιακή πορεία του τόπου πολιτικά εγκαταλείπεται στις δυνάμεις της αγοράς. Στον τομέα των δημοσίων επενδύσεων συνεχίζεται με τον προϋπολογισμό του 2007 να υπάρχει στασιμότητα ή και επιδείνωση της κατάστασης, ποιοτική και ποσοτική . Η ποιοτική υποβάθμιση συνεχίζεται με την υποταγή καταρχήν του ΠΔΕ στη συγχρηματοδότηση των έργων του Γ΄ΚΠΣ. Συνεχίζεται η στρέβλωση που αντί το Κοινοτικά Προγράμματα να λειτουργήσουν προσθετικά προς τους εθνικούς πόρους και υποστηρικτικά προς ένα πρόγραμμα εθνικών επιλογών και προτεραιοτήτων συνέβη το αντίστροφο : οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις υποκατέστησαν εθνικούς πόρους και η διάθεση των τελευταίων εξαρτήθηκε από τα έργα που ήταν επιλέξιμα από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η προσθετικότητα των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων στους εθνικούς πόρους, που ούτε στο παρελθόν είχε επιτευχθεί, είναι μία από τις προϋποθέσεις της πραγματικής σύγκλισης. Σε αυτό θα προστεθεί και η υποταγή των σημαντικών και απαραίτητων για το κοινωνικό σύνολο έργων, στην <επιλέξιμότητά> τους από τους ιδιώτες μέσω των ΣΔΙΤ , για να αποπληρωθούν αργότερα και με πανωτόκι, με την επιβολή νέων τελών και εισφορών από τους πολίτες. Η ποσοτική υποβάθμιση συνεχίζεται και δεν αποτελεί συγκυρία η συρρίκνωση των δαπανών αλλά εγγράφεται ως πολιτική αδυναμία της Κυβέρνησης να εξασφαλίσει δημόσιες επενδύσεις στο επίπεδο που αντιστοιχεί στις απαιτήσεις προόδου και στις θυσίες του ελληνικού λαού. Οι συνολικές δαπάνες διαμορφώνουν για το 2007 στο 4,2% του ΑΕΠ, στο χαμηλότερο ποσοστό την τελευταία δεκαετία, με διαρκώς αυξανόμενα τα κονδύλια για τα συγχρηματοδοτούμενα έργα. Τα μικρά και μεσαία έργα, κατά κανόνα στην Περιφέρεια, που αφορούν κυρίως υποδομές στην Παιδεία , στην Υγεία , στην ύδρευση-αποχέτευση, και γενικότερα στη βελτίωση της καθημερινότητας, έργα στοιχειώδους υποδομής, που δεν είναι επιλέξιμα και παράγονται από το εθνικό σκέλος του ΠΔΕ συνεχίζουν να είναι οι μεγάλοι χαμένοι. Αφού οι αμιγώς εθνικοί πόροι στο ΠΔΕ μειώνονται ακόμη περισσότερο φέτος, φθάνουν μόλις 2.400 εκατ ευρώ, έναντι των ήδη χαμηλών της τάξεως 2.600 εκατ. ευρώ το 2006 και το 2005 και έναντι 4.600εκατ. ευρώ το 2004. Το έλλειμμα της περιφέρειας κυρίως, αυτή δηλαδή η στρέβλωση που είχαμε όταν συγκεντρώθηκαν πολλοί πόροι στην Αθήνα λόγω Ολυμπιακών , παραμένει και διευρύνεται. Αν δούμε την δομή του Προγράμματος Δημ. Επενδύσεων και την κατανομή των πόρων , το μεγαλύτερο μέρος τμήμα του απορροφούν τα μεγάλα έργα υποδομών και κυρίως των οδικών αξόνων (1.850. εκατ ευρώ) . Για τα έργα του γεωργικού τομέα δεσμεύονται 525 εκατ. ευρώ, ενώ για τις δράσεις στη βιομηχανία και βιοτεχνία 463εκατ. ευρώ. Η έρευνα και η τεχνολογία παρά τις διακηρύξεις και τις ανάγκες μόνο (85Σ+5ΕΠ) εκατ.ευρώ. Τα περιφερειακά Προγράμματα έχουν μία μικρή αύξηση , ενώ για τα Νομαρχιακά υπάρχει προς το παρόν μία σημαντική μείωση. Ιδιαίτερη ανησυχία θέλω να δια τυπώσω όσον αφορά τις πιστώσεις που εγγράφονται για την Εγνατία Οδό ΑΕ , μόλις 250εκατ ευρώ όταν πέρσι απορρόφησε πλέον των 550εκατ. ευρώ και οι ανάγκες για το μοναδικό μεγάλο έργο της Βόρειας Ελλάδας ξεπερνούν για φέτος τα 600εκατ ευρώ. Στην πραγματικότητα ούτε το σκέλος των συγχρηματοδοτούμενων από την κοινότητα έργων του ΠΔΕ αυξάνεται, όπως ισχυρίζεται η Κυβέρνηση διότι το 2006 είχε προβλεφθεί επίσης το ίδιο ποσό με το 2007, δηλαδή 6.400εκατ. ευρώ από το οποίο λόγω των γνωστών αδυναμιών απορροφήθηκε μόνο τα 5.500εκ.ευρώ. Αύξηση λοιπόν δεν υπάρχει, ενώ εδραιώνεται η ανησυχία ότι και φέτος βρισκόμαστε μπροστά στον κίνδυνο για μία ακόμη σημαντική απώλεια πόρων από το Γ΄ΚΠΣ , επειδή η χώρα δεν θα έχει να καταβάλλει την Εθνική συμμετοχή και κυρίως μπροστά στην στασιμότητα παραγωγής έργων, ιδιαίτερα στη Περιφέρεια όπου η ανεργία εντείνεται και η τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας μέσα από τις αναπτυξιακές διαδικασίες του κράτους είναι στοίχημα επιβίωσης για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις. Οι προγραμματικές και διαχειριστικές αδυναμίες στη υλοποίηση των Κοινοτικών Προγραμμάτων και η μειωμένη απορρόφηση των πόρων δυστυχώς συνεχίζονται και έχουν δημιουργήσει μη αναστρέψιμες καταστάσεις. Η χώρα αδυνατεί να αξιοποιήσει και να απορροφήσει το 2007 -2008 το μισό Γ’ ΚΠΣ (πλέον των 17.500εκατ. ευρώ) και το προστιθέμενο ένα πέμπτο του Δ’ ΚΠΣ (ΕΣΠΑ) και έτσι μία ακόμη μεγάλη απώλεια πόρων θα προστεθεί σε αυτές του παρελθόντος. Η τέταρτη Προγραμματική περίοδος ( ΕΣΠΑ 2007-2013 ) αρχίζει με απώλειες, αφού δεν έχουν προβλεφθεί ικανά ποσά για την έναρξή του, και είναι άγνωστο αν αυτό οφείλεται στην έλλειψη ώριμων έργων ή στις αδυναμίες του διοικητικού μηχανισμού και του νέου διαχειριστικού πλαισίου. Αρχίζει με αποδυναμωμένους τους κρατικούς φορείς διαχείρισης, ενισχυμένες τις Τράπεζες και τους ιδιώτες και με αρχική κατανομή που δίδει τα περισσότερα στις επιχειρήσεις. Όσον αφορά τον αγροτικό τομέα Οι οικονομικές ενισχύσεις στον αγροτικό τομέα επαναλαμβάνονται στερεότυπα και σ΄ αυτόν τον Προϋπολογισμό. Οι ίδιοι στόχοι για μια αναπτυξιακή πολιτική τίθενται για το 2007, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει κανείς για ποιους λόγους ενώ είχαν τεθεί ως προτεραιότητα τον προηγούμενο χρόνο δεν πραγματοποιήθηκαν και τότε προβλεπόταν μια ανάλογη αύξηση των πιστώσεων, περίπου 9%. Μπορούμε να μιλάμε λοιπόν με στοιχεία για αποτυχημένη πολιτική στον αγροτικό τομέα. Η Κυβέρνηση με την ιστορική απόφασή της να αποδεσμεύσει τις ενισχύσεις από την παραγωγή ανέλαβε την ευθύνη της συρρίκνωσης της αγροτικής παραγωγής, την εξαφάνιση των μικρομεσαίων αγροτικών εκμεταλλεύσεων και τη μείωση του αγροτικού πληθυσμού. Τα αποτελέσματα αυτής της απόφασης είναι ήδη ορατά. Η περίπτωση του καπνού με τη μείωσή του κατά 80% μέσα σε ένα χρόνο ήταν αναμενόμενη και επιβεβαιώνει τις προβλέψεις μας. Η Κυβέρνηση μόλις τώρα αρχίζει να ανησυχεί και αναζητεί για διαρθρωτικές αλλαγές. Οι πολυαναμενόμενες 13 περιφερειακές μελέτες, που τις υποσχέθηκαν αλλά δεν τις παρουσίασαν ακόμη, δεν θα έχουν να προσφέρουν πλέον λύση στην εγκατάλειψη της γεωργίας. Όταν θα΄ρθουν θα αποδειχθούν άχρηστες. Την πραγματική εικόνα της πορείας του αγροτικού εισοδήματος κατέγραψε η Eurostat. Παρά τη μείωση κατά 1,1% του αγροτικού πληθυσμού, το μέσο πραγματικό (αποπληθωρισμένο) εισόδημα του έλληνα αγρότη σημείωσε κάμψη κατά 3,6% (ενώ το 2004 είχε αυξηθεί κατά 2,8%). Αυτό αποτελεί ένα ασφαλές δείγμα εσφαλμένων επιλογών για την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα της χώρας μας. Στους στόχους του προϋπολογισμού ξαναμπαίνει η προώθηση και προβολή των αγροτικών προϊόντων. Η διεύρυνση όμως του ελλείμματος στο αγροτικό εμπορικό ισοζυγίου συνεχίζεται και μάλιστα για το 2006 είχαμε ραγδαία αύξηση κατά 9% σε σύγκριση με το ίδιο διάστημα του 2005. Η επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας είναι συνεχής τα τελευταία χρόνια. Είχαμε λιγότερα αγροτικά προϊόντα αλλά όχι καλύτερα. Σε κλίμα λοιπόν γενικής συρρίκνωσης και εγκατάλειψης έρχεται να προστεθεί και το πρόστιμο των 236 εκατ. ευρώ που ζητάει η Κομισιόν να πληρώσουμε για τις παρατυπίες που διαπίστωσε στη διαχείριση των ευρωπαϊκών γεωργικών ταμείων από το 1999 ως το 2004. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη επιστροφή πόρων που ζητείται από τη χώρας μας τα τελευταία χρόνια και αντιστοιχεί στο 88% απ΄ αυτά που καλούνται να πληρώσουν όλες μαζί οι χώρες της Ε.Ε.! Μπορείτε να είστε περήφανοι για το ρεκόρ αυτό, όχι γιατί το δημιουργήσατε αλλά γιατί το νομιμοποιήσατε με την απόφαση για την πλήρη αποδέσμευση. Κουκουλώσατε το πρόβλημα, σε συναίνεση με το ΠΑΣΟΚ, και στερείτε σήμερα τη χώρα μας από κονδύλι 236 εκατ. ευρώ γιατί δεν έγιναν τα αναγκαία και αυτονόητα. Το ελαιοκομικό μητρώο, οι έλεγχοι των δηλώσεων καλλιέργειας, οι επιτόπιοι έλεγχοι. Τελειώνοντας θέλω να τονίσω και πάλι να μην ψάχνει σε άλλες νεοφιλελεύθερες συνταγές η Κυβέρνηση, να μην συνεχίσει την πολιτική της αρπαγής του δημόσιου πλούτου και της ανισοκατανομής των εισοδημάτων με μια αναπτυξιακή πολιτική, που έχει ως θύματα τους εργαζόμενους, το κοινωνικό κράτος και το περιβάλλον. «Δεν θεμελιώνεται Ανάπτυξη με την απορρύθμιση και εκποίηση των δημόσιων Οργανισμών και συλλογικών αγαθών» Απαιτείται αξιοποίηση των εθνικών και κοινοτικών πόρων, δημοκρατικός προγραμματισμός και σχεδιασμός, όπως και σύστημα διαχείρισης αμερόληπτο και αποτελεσματικό, ώστε να κατανέμονται ισόρροπα τα οφέλη, να θεμελιώνεται η κοινωνική συνοχή και η μακροχρόνια βάση της ανάπτυξης. Γιαυτό εμείς, ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ καταψηφίζουμε τον Προϋπολογισμό του 2007 και λέμε στον ελληνικό λαό να αγωνιστούμε για την ανατροπή της υπάρχουσας πολιτικής και για να υπάρξει μία εναλλακτική πολιτική, στη βάση την μείωση των ανισοτήτων , τη μακροχρόνια προοπτική και βιωσιμότητα της ανάπτυξης, την προστασία του περιβάλλοντος, την διαφανή, αμερόληπτη και αποτελεσματική λειτουργία των διοικητικών και εκτελεστικών οργάνων του κράτους.