Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου: «Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, όσον αφορά στην πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και ανέλιξη, στους όρους και στις συνθήκες εργασίας και άλλες συναφείς διατάξ

Ομιλία κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου: «Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, όσον αφορά στην πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και ανέλιξη, στους όρους και στις συνθήκες εργασίας και άλλες συναφείς διατάξ

E-mail Εκτύπωση PDF
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τα τελευταία χρόνια έχουμε μιλήσει –και σωστά το κάνουμε αυτό- πολλές φορές για την ανάγκη της ίσης συμμετοχής των γυναικών και των ανδρών, για την ισότιμη και εναλλακτική συμμετοχή των γυναικών σε όλα τα κέντρα λήψης των αποφάσεων, σε όλες τις διεργασίες του κοινωνικού και πολιτικού βίου. Αυτή η ισότιμη συμμετοχή είναι από τις βασικότερες αρχές και τις προϋποθέσεις για μία δίκαιη και με ποιότητα δημοκρατική κοινωνία. Όλοι θέλουμε αυτή η ισότητα των ευκαιριών και για τις γυναίκες να γίνει ένα πολύτιμο συλλογικό αγαθό, γιατί είναι ένα αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα συνυφασμένο πάντοτε με την εξέλιξη του πολιτισμού μας. Η ίση συμμετοχή των γυναικών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, οι ίσες ευκαιρίες στην απασχόληση, στη μόρφωση, στην ειδίκευση, στην επανειδίκευση, η καταπολέμηση της ανεργίας και της περιθωριοποίησης των γυναικών, η καταπολέμηση της βίας σε βάρος των γυναικών, έχουν πολύ μεγάλη σημασία, αφού η ισότητα των φύλων διευρύνει τη δημοκρατία, εκπολιτίζει την πολιτική, απελευθερώνει τις δυνατότητες των γυναικών και αποτελεί προϋπόθεση τελικά της βιώσιμης ανάπτυξης. Ο 20ος αιώνας χαρακτηρίστηκε και ως αιώνας ισότητας των φύλων. Για αυτό και σήμερα, στην αρχή του 21ου αιώνα, η ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στα μέτρα λήψης των αποφάσεων στην εργασία θεωρείται βασικός δείκτης για τη θέση των γυναικών στην κοινωνία. Μπορεί, όμως, η έλευση του νέου αιώνα και στη χώρα μας να συνοδεύτηκε από ένα πλήρες θεσμικό πλαίσιο για την ισότητα των φύλων, παρ’ όλα αυτά η πραγματικότητα δεν επιβεβαιώνει τις προσδοκίες. Έντονοι είναι οι προβληματισμοί μας για τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στα θέματα της ισότητας, με πρώτο και κύριο ερώτημα αν, με τον τρόπο που προωθείται σήμερα η παγκοσμιοποίηση, η ισότητα των φύλων προάγεται στην πράξη. Η απελευθέρωση των αγορών, η τάση για άρση κάθε καθεστώτος προστασίας, ο σκληρός και ανελέητος ανταγωνισμός, η επικράτηση της ιδεολογίας της αγοράς πάνω στην κοινωνία και στους θεσμούς καθιστά τον αγώνα των γυναικών για την ισότιμη και ουσιαστική συμμετοχή τους εξίσου δύσκολη με αυτόν τον αγώνα που έκαναν πριν από αρκετά χρόνια για τη θεσμική κατοχύρωση της ισότητας. Δυστυχώς, η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και του εμπορίου δεν συνοδεύεται από την παγκοσμιοποίηση των δικαιωμάτων. Όσο περισσότερο η οικονομία μιας χώρας συνδέεται με τη διεθνή αγορά τόσο παρατηρείται μείωση των κρατικών οικονομικών παροχών και των δαπανών του κοινωνικού τομέα που είναι άρρηκτα δεμένος με την ισότητα. Τα παραπάνω δεν αποτελούν εκτίμηση των αριστερών κομμάτων, αλλά εκτίμηση του ίδιου του ΟΗΕ, κατά τη διαδικασία και τη συζήτηση του «ΠΕΚΙΝΟ ’95». Η ιδιωτικοποίηση που προωθείται άκριτα στους κρίσιμους για το φύλο τομείς της υγείας, της παιδείας και της κοινωνικής ασφάλισης θέτει εμπόδια στην ουσιαστική ισότητα. Η απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων και της αγοράς εργασίας αναστατώνει τη ζωή των νοικοκυριών, εισάγει την ανασφάλεια στη ζωή των ζευγαριών. Οι κατακτήσεις και οι απολαβές των εργαζομένων στηρίζονταν στο μοντέλο της σταθερής, εξαρτημένης, αορίστου χρόνου εργασίας. Η εισαγωγή της μερικής απασχόλησης και άλλων ελαστικών μορφών, που τείνουν να γενικευτούν, υπονομεύει τη βάση στην οποία στηριζόταν όλο το πλέγμα των απολαβών των εργαζομένων. Γίνεται, λοιπόν, αισθητή μία τραγική αντίφαση: Από τη μία γίνονται συνείδηση τα ανθρώπινα δικαιώματα, άρα και τα δικαιώματα των γυναικών -και αυτό είναι θετικό- αλλά από την άλλη επιδεινώνονται οι κοινωνικοί και οι οικονομικοί όροι πραγματοποίησης της ισότητας και εφαρμογής των δικαιωμάτων της γυναίκας. Το πρόβλημα της δουλειάς, της απασχόλησης για όλους και για όλες είναι το σημαντικότερο ζήτημα που απασχολεί σήμερα το γυναικείο κίνημα, αλλά και την κοινωνία γενικότερα. Το μεγάλο αίτημα των πολιτών της Ενωμένης Ευρώπης παραμένει ακόμη στοίχημα αυτών των πολιτών. Είναι το κοινωνικό κράτος, το κράτος της απασχόλησης, της ισότητας και της κοινωνικής συνοχής. Τα θέματα της απασχόλησης και της κοινωνικής πολιτικής είναι πάντα κορυφαία σε κάθε συζήτηση. Γι’ αυτό και στα ευρωπαϊκά συμβούλια του ʼμστερνταμ, της Λισσαβόνας και της Νίκαιας είχαν κυριαρχήσει. Στα πλαίσια, λοιπόν, αυτά τέθηκε στη Λισσαβόνα ο στόχος της αύξησης της συμμετοχής των γυναικών από 53% στο 60% μέχρι το 2010 και δόθηκε η εντολή να διερευνηθούν οι λόγοι για τις διαφορές που παρατηρούνται στην αγορά εργασίας. Καταγράφεται ότι οι άνδρες αμείβονται τουλάχιστον δεκατέσσερις φορές περισσότερο από τις γυναίκες. Η εκπροσώπηση των γυναικών είναι σημαντικά μικρότερη στις επιχειρήσεις, καθώς και σε κάθε πολιτικό και θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ βασικά δικαιώματα στο χώρο εργασίας δεν γίνονται σεβαστά. Παρά το γεγονός ότι οι διαφορές των δύο φύλων αμβλύνθηκαν σε όλες τις χώρες, το θέμα της απασχόλησης παραμένει σημαντικό με εντονότερο αυτό το ζήτημα στα νότια κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Ισπανία, στην Ελλάδα και στην Ιταλία. Πράγματι, στη χώρα μας ο εργασιακός χώρος για το γυναικείο πληθυσμό γίνεται όλο και πιο δυσπρόσιτος και ο κοινωνικός πιο δυσμενής σε σχέση με πολλούς και αντιφατικούς ρόλους της γυναίκας: Εργαζόμενη μέχρι δώδεκα ώρες την ημέρα, μητέρα και σύζυγος για εικοσιτέσσερις ώρες, πολλές και δύσκολες εργασίες για τις οποίες δεν πληρώνεται. Γι' αυτό, για την καταπολέμηση της ανεργίας των γυναικών, εκτός από τη θεσμική θωράκιση της ισότητας που και στη χώρα μας έγινε σε ικανοποιητικό βαθμό και συμπληρώθηκε με την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος, απαιτούνται, πέρα από τις γενικότερες αναφορές, καταρχήν κοινωνικές υποδομές που θα στηρίξουν την οικογένεια, για να μην αποτελεί εμπόδιο στην ένταξη ή επανένταξη των γυναικών στην εργασία, αλλά και επιμέρους βραχυπρόθεσμα και μακροχρόνια μέτρα για την πρόσβαση στην εργασία, την επαγγελματική προώθηση και κατάρτιση, τον έλεγχο των συνθηκών εργασίας, την προστασία και ασφάλεια της εργαζόμενης, τις αποδοχές της, γιατί εκτός από τα υψηλά ποσοστά ανεργίας έχουμε, όπως είπα και πριν, χαμηλές αμοιβές και συστηματική παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας. Στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν η προώθηση της ενσωμάτωσης και της διάστασης του φύλου σε όλες τις πολιτικές δράσεις. Αυτό το mainstream στηρίζεται στη λογική «ολοκληρωμένα σχέδια ισότητας», ότι δηλαδή οι σχετικές δράσεις είναι ζήτημα της κοινωνικής εταιρικής ευθύνης. Δηλαδή τι λέει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ή η Λισσαβόνα; Οι επιχειρήσεις και οι κοινωνικοί εταίροι θα αναλάβουν την ευθύνη για να ενσωματώσουν τους κοινωνικούς προβληματισμούς στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα και να εφαρμόσουν έτσι, μεταξύ των άλλων, και θετικές δράσεις υπέρ των γυναικών με λήψη μέτρων για την ενίσχυση και βελτίωση της θέσης τους και μάλιστα αυτό τονίζεται συνεχώς, όπως τονίζεται και στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, ότι θα γίνεται σε συνθήκες ανταγωνισμού. Όμως, οι επιχειρήσεις και οι κοινωνικοί εταίροι καλούνται να διαχειριστούν την κοινωνική αλλαγή, δηλαδή να προχωρήσουν την κοινωνική βιώσιμη ανάπτυξη, την ισότητα και κατ’ επέκταση την κοινωνική αλληλεγγύη σε συνθήκες ανταγωνισμού, πολλές φορές αθέμιτου, άκρατου, ή και κατευθυνόμενου από ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και κέντρα εξουσίας. Δεν είναι εύκολα αυτά τα πράγματα. Γι' αυτό και η δική μας βασική αρχή είναι ότι η κοινωνική ενσωμάτωση των γυναικών με το πιο σημαντικό μέσο στην εργασία είναι ευθύνη του Κράτους να την προωθήσει. Οι κοινωνικοί εταίροι και οι επιχειρήσεις θα έρθουν μετά για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τον καθορισμό των αποδοχών. Και τις είδαμε πώς έρχονται μετά. Και εδώ το Κράτος πρέπει πάλι να λάβει τα μέτρα και πρέπει πάλι να είναι πιο αυστηρό και γι' αυτό πρέπει η εποπτεία του Κράτους και το κατάλληλο κάθε φορά προσαρμοζόμενο θεσμικό πλαίσιο να ισχύει, για να μπορέσουμε να κάνουμε πράξη αυτή την ίση μεταχείριση, τη μη διάκριση, την ισότητα των δύο φύλων. Ας έρθουμε, λοιπόν, στο συζητούμενο νομοσχέδιο. Εμείς το βλέπουμε καταρχήν με θετική σκοπιά. Θα πρέπει, όμως, να σκεφτούμε αν η προώθηση, η καλυτέρευση, η βελτίωση του νομοθετικού μας πλαισίου πρέπει να συνοδευτεί και με ουσιαστικά μέτρα, ούτως ώστε πράγματι η γυναίκα να έχει ίσες ευκαιρίες. Όπως είναι γνωστό, ο ν. 1414/1984 ενσωμάτωσε την Οδηγία 76/207 και την 75/117 της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί της ισότητας των αμοιβών. Με το νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα γίνεται γενικά μια επιτυχημένη προσπάθεια ενσωμάτωσης της Οδηγίας 73/2002 στο ελληνικό δίκαιο, η οποία ενσωμάτωση -πρέπει να παρατηρήσουμε- έρχεται με σημαντική καθυστέρηση. Η Οδηγία 73/2002 τροποποίησε προς το καλύτερο την Οδηγία 76/207 με την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση, την προώθηση και τις συνθήκες εργασίας. Η Οδηγία αυτή είναι ένα μέσο για την πραγματοποίηση της ουσιαστικής ισότητας και έχει πεδίο εφαρμογής τόσο στο ιδιωτικό, όσο και στο δημόσιο τομέα της οικονομίας και της απασχόλησης. Διαπνέεται –και αυτό είναι σωστό- από την αντίληψη και την εξάλειψη των ανισοτήτων λόγω φύλου και όχι απλά λόγω διακρίσεων. Η Οδηγία 73/2002 αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους γενικής αρχής κανόνα της ισότητας των φύλων. Λόγω ακριβώς του θεμελιώδους αυτού χαρακτήρα της, η συνθήκη αυτή καθιστά την ισότητα των φύλων αποστολή και οριζόντιο στόχο και της Κοινότητας σε όλες τις δράσεις της, απαιτώντας να εξαλειφθούν οι ανισότητες και να προαχθεί η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών σε όλους τους τομείς. Αναφέρεται στα θετικά μέτρα ως μέσα για την εξασφάλιση της πλήρους ισότητας των ανδρών και των γυναικών στην πράξη. Έτσι δεν αρκεί η εξάλειψη των διακρίσεων με τη νομοθεσία, αλλά θα πρέπει να προωθηθεί ουσιαστικά και να επιτευχθεί αυτή η ισότητα. Αναφέρεται λοιπόν στα θετικά μέτρα για την αποτελεσματική εφαρμογή της, τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται κατά κύριο λόγο, αφού εκεί υστερούν υπέρ των γυναικών. Η ισότητα λοιπόν των φύλων δεν αποδέχεται αποκλίσεις. Η τροποποίηση της Οδηγίας 76 με την Οδηγία του 2002 έγινε κυρίως γιατί μερικές διατάξεις της –της Οδηγίας 76- και ιδίως εκείνες του άρθρου 2 παράγραφος 2, επέτρεπαν αποκλίσεις από την ισότητα στην πρόσβαση σε επάγγελμα ή σε απασχολήσεις, εφόσον λόγω της φύσεως ή των συνθηκών ασκήσεώς τους το φύλο συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας. Το ελληνικό Σύνταγμα, με το άρθρο 4 παράγραφος 2, κατοχυρώνει την ουσιαστική ισότητα των δυο φύλων, κατά την πρόσφατη δε αναθεώρησή του καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 11 που επέτρεπε αποκλίσεις και αντικαταστάθηκε με τη διάταξη που καθιερώνει τα θετικά μέτρα ως μέσο για την επίτευξη της ισότητας των φύλων και απαιτεί την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών. Έτσι συνιστά θετική αλλαγή η κατάργηση του άρθρου 10 του παλαιού νόμου 1414, που όπως είχα πει είχε επιτρέψει αποκλίσεις από τον κανόνα της ισότητας των φύλων ως προς την πρόσβαση στην απασχόληση. Το άρθρο 10 απηχούσε τις διατάξεις της υπό αντικατάσταση Οδηγίας 76, που και εκείνη επέτρεπε αυτές τις αποκλίσεις. Η δική μας θέση ήταν και είναι πάντα ότι σε καμία περίπτωση το φύλο δεν μπορεί να αποτελεί παράγοντα αποκλεισμού από το επάγγελμα, όπως αρκετές φορές το ζήσαμε τα τελευταία χρόνια, παραδείγματος χάριν συνοριοφύλακες και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Αυτό τον καιρό, όπως σας είπα και στην Επιτροπή, επανέφερα τρεις φορές την ερώτησή μου στον αρμόδιο Υπουργό για το ότι ούτε μια γυναίκα δεν προσλαμβάνεται στις προσλήψεις που γίνονται για την Αγροφυλακή. Στα θετικά του νομοσχεδίου που συζητάμε σήμερα είναι τα εξής: Εισάγεται στις διακρίσεις λόγω φύλου η σεξουαλική παρενόχληση και συνεπώς οι διακρίσεις αυτές απαγορεύονται και ποινικοποιούνται. Η σεξουαλική παρενόχληση τιμωρείται με φυλάκιση 6 μηνών έως 3 έτη και με πρόστιμο τουλάχιστον 1000 ευρώ. Το νομοσχέδιο απαγορεύει τη δυσμενή μεταχείριση που έχει άμεση ή έμμεση σχέση με την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα. Αυτό όμως δεν φτάνει. Πρέπει να απαγορεύει και τη δυσμενή μεταχείριση που έχει σχέση με την άδεια πατρότητας, τη γονική άδεια, την άσκηση γονεϊκών καθηκόντων και τη συμφιλίωση γενικότερα της εργασιακής και οικογενειακής ζωής. Όλα αυτά τα στοιχεία σήμερα θεωρούνται απαραίτητα από πλευράς κοινοτικού δικαίου προκειμένου να επιτυγχάνεται η ισότητα στην πράξη. Θεωρούνται θετικά μέτρα, όπως οι ποσοστώσεις που αποβλέπουν όχι απλά να καταργήσουν τις σεξιστικές διαφορές, αλλά να εξαλείψουν τις ανισότητες λόγω φύλου. Θετικό είναι το μέτρο που εισάγεται αναφορικά με την επιλογή του Συνηγόρου του Πολίτη ως φορέα ανεξάρτητου που θα παρακολουθεί την εφαρμογή των διατάξεων δια μέσου ειδικού βοηθού Συνηγόρου. Επισημαίνουμε και εμείς ότι η διατύπωση των διατάξεων πρέπει να είναι τέτοια, να είναι ρητή και σαφής, ώστε να δημιουργεί ασφάλεια δικαίου και να μην επιτρέπει τη διατήρηση ανισοτήτων ως αποκλίσεων. Η απαρίθμηση έτσι των καταργούμενων διατάξεων που γίνεται στο άρθρο 20 δεν μας αρκεί. Ως προς την αντιστροφή του βάρους της απόδειξης στο δικαστήριο για θέματα άνισης μεταχείρισης των φύλων στο άρθρο 18, προκειμένου αυτή η αρχή να εφαρμόζεται, απαιτούνται προσαρμογές στην ελληνική νομοθεσία, όπως υποδεικνύει και η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η ΕΕΔΑ. Θέλω να παρατηρήσω εδώ ότι η ΕΕΔΑ έχει κάνει πάρα πολύ καλή δουλειά. Αποδέχεται επί της αρχής το νομοσχέδιο και έχει κάνει πολύ καλές παρατηρήσεις και εποικοδομητικές προτάσεις και έχω προσέξει ότι αρκετές απ’ αυτές τις έχετε υιοθετήσει, κύριε Υπουργέ. Αντίστοιχη δουλειά έχει κάνει και η ΟΚΕ. Είναι γεγονός ότι το νομοσχέδιο έρχεται να καλύψει κενά. Όμως δεν αρκεί αυτό, όπως δεν αρκεί σήμερα για τις πιέσεις που ασκούνται στο περιβάλλον εργασίας το νομοθετικό μας πλαίσιο. Όπως είπα στην εισαγωγή μου, οι πιέσεις αυτές κατά κύριο λόγο ασκούνται στις γυναίκες. Η παγκοσμιοποίηση, ο ισχυρός ανταγωνισμός πλήττουν κατά κύριο λόγο τη γυναίκα. Μόλις πέτυχε θεσμικά την ισότητα, έρχεται ένας νέος αγώνας για να μπορέσει η ισότητα να γίνει πράξη. Χρειάζεται να υπάρχει ένα φιλικό κοινωνικό περιβάλλον προς την εργαζόμενη γυναίκα και το εργαζόμενο ζευγάρι με παιδιά και οικογενειακές υποχρεώσεις. Η χώρα μας το έχει πολύ περισσότερο ανάγκη αυτό. Κάτι τέτοιο δεν υπάρχει στη χώρα μας. Η ευελιξία υπαγορεύεται με όρους εργοδοτικούς και μονόπλευρους, που δεν λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των υποχρεώσεων των εργαζομένων. Η ανεπάρκεια των υποστηρικτικών δομών στην οικογένεια ομολογείται απ’ όλους μας. Θα πρέπει να γίνουν, λοιπόν, σοβαρές νομοθετικές παρεμβάσεις αναφορικά με τη χορήγηση της γονικής άδειας, που είναι προσωπικό και αυτοτελές δικαίωμα όλων των εργαζομένων, ανδρών και γυναικών, στην ιδιωτική ή στη δημόσια σφαίρα της οικονομίας. Θα πρέπει να υπάρξει αυστηρότερος έλεγχος, ενίσχυση του προσωπικού σ’ όλες τις κοινωνικές υπηρεσίες του Υπουργείου Απασχόλησης για όλα αυτά τα θέματα. Με λίγα λόγια, αγαπητές κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, χρειάζεται ένα σύνολο μέτρων πολιτικής, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός αυτού του νομοθετήματος, δηλαδή η ισότητα στην πράξη. Επί της αρχής, λοιπόν, θα ψηφίσουμε αυτό το νομοσχέδιο και επί των άρθρων έχουμε καταθέσει ορισμένες τροποποιήσεις που θέλουμε να γίνουν. Ορισμένες έγιναν αποδεκτές και στην αυριανή συζήτηση θα συζητήσουμε και τα υπόλοιπα.