Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου «Παραγωγή Ηλεκτρικής Ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), Συμπαραγωγή Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (ΣΗΘΥΑ) και λοιπές διατάξεις»

Ομιλία κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου «Παραγωγή Ηλεκτρικής Ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), Συμπαραγωγή Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (ΣΗΘΥΑ) και λοιπές διατάξεις»

E-mail Εκτύπωση PDF
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η παραγωγή, η κατανάλωση και η διαχείριση των ενεργειακών πόρων σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο έχει γίνει ένα από τα κυρίαρχα θέματα της εποχής μας. Έχει γίνει τελευταία η αιτία των λεγόμενων ειρηνικών πολέμων και οποιαδήποτε χάραξη οικονομικής πολιτικής από πλευράς επενδύσεων, απασχόλησης, αλλά και κατανάλωσης, είναι πλέον ξεκάθαρο ότι σχετίζεται με το πώς λειτουργούν οι ενεργειακές αγορές. Και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία να το κατανοήσουμε και εμείς εδώ. Η χώρα μας, άλλωστε τα τελευταία δύο χρόνια, το έχει κατανοήσει πάρα πολύ καλά. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου ασκεί μεγάλες πιέσεις στην οικονομία μας και από την άλλη πλευρά οι επενδυτές οι οποίοι θέλουν να μπουν στην απελευθερωμένη αγορά ενέργειας πιέζουν προς όλες τις κατευθύνσεις και εκβιάζουν, προκειμένου να κάνουν τις επενδύσεις τους, για την άνοδο των τιμών και από την άλλη πλευρά κρατούν τον εθνικό μας ενεργειακό φορέα, τη Δ.Ε.Η., περιορισμένο από πλευράς ανάπτυξης και τη χώρα βέβαια σε μία διαρκή αγωνία και σε συχνά black outs στις περιόδους αιχμής. Από την άλλη πλευρά, όμως, έχει επανεκτιμηθεί ο ρόλος της ενέργειας, ιδιαίτερα στον τομέα της παραγωγής, εφόσον αυτή συμβάλλει στη δημιουργία του φαινομένου του θερμοκηπίου. Και πραγματικά η παγκόσμια κοινότητα έχει δει τα θέματα της ενέργειας συνδεδεμένα με τα θέματα της προστασίας του περιβάλλοντος. Για το λόγο αυτό έχει δοθεί μία ώθηση στην ανάπτυξη και στην εκμετάλλευση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι οποίες υποκαθιστούν τις καθιερωμένες συμβατικές ενεργειακές πηγές, πολλές από τις οποίες εξαντλούνται ταχύτατα και αποτελούν σήμερα ένα βασικό εργαλείο των τεχνολογικά αναπτυγμένων χωρών. Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι πλούσια σε όλες τις μορφές ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, εν τούτοις η αξιοποίησή τους, με λίγες εξαιρέσεις μόνο, παραμένει ακόμα σε εμβρυακό στάδιο, συγκρινόμενη με άλλες χώρες και βέβαια συγκρινόμενη με αυτές τις ίδιες τις δυνατότητες της χώρας. Χωρίς υπερβολή, η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μέσα στα επόμενα χρόνια πρέπει να θεωρηθεί ως μία υπ’ αριθμόν ένα πρόκληση στον τομέα της ενέργειας τόσο για το κράτος, όσο και για τους ιδιώτες. Γι’ αυτό είχαμε προτείνει την ενίσχυση του ορισμού του άρθρου 1. Περίπου 2 χρόνια, μετά την ενεργοποίηση του Πρωτοκόλλου του Κιότο (16/2/2005) και έπειτα από είκοσι έξι μήνες διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η Κυβέρνηση δείχνει αδύναμη να χαράξει μία προσαρμοσμένη στις ανάγκες αυτές ενεργειακή πολιτική, όταν γνωρίζει τα μέτρα που λαμβάνονται σε άλλες χώρες και το σημαντικότερο, όταν από τα πιο πρόσφατα στοιχεία προκύπτει ότι η Ελλάδα έχει ήδη αυξήσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 25% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990 και αναμένεται να αγγίξει το 39% μέχρι το 2010. Μέχρι σήμερα η αιχμή των ΑΠΕ στην Ελλάδα ήταν η υδραυλική ενέργεια. Τα τελευταία χρόνια προωθείται ιδιαίτερα η αιολική, που τελεί βέβαια, όπως και οι λοιπές ανανεώσιμες μορφές, υπό ειδικό προστατευτικό και επιδοτούμενο καθεστώς και δεν εντάσσεται στο ανταγωνιστικό τμήμα της απελευθερωμένης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως εκτιμά το Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, το 15% των αναγκών σε ηλεκτρισμό της χώρας μας μπορεί να παραχθεί από αιολικά πάρκα. Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά την κατάσταση στη χώρα μας. Η ανάπτυξη, όπως είπα, των ΑΠΕ είναι υπαρκτή στην Ελλάδα, αλλά προχωρά με πολύ αργούς ρυθμούς. Η αιχμή ήταν η υδραυλική ενέργεια, ενώ από εδώ και μπρος προωθείται η αιολική με τους ευνοϊκούς όρους που ανέφερα. Η σημερινή εγκατεστημένη ισχύς από ανανεώσιμες πηγές σε μεγαβάτ, (στοιχεία του 2004 της Δ.Ε.Η.), είναι: Για το διασυνδεδεμένο σύστημα 3.600 μεγαβάτ από υδροηλεκτρικούς σταθμούς και μόλις 7 μεγαβάτ από τις υπόλοιπες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Στα νησιά 1 μεγαβάτ από υδροηλεκτρικά και 30 μεγαβάτ από τις υπόλοιπες μορφές ενέργειας. Ακόμη, η αξιοποίηση των ΑΠΕ, επειδή τελεί υπό το ειδικό αυτό προστατευτικό και επιδοτούμενο καθεστώς και δεν εντάσσεται στον ανταγωνιστικό τομέα, έχει τα γνωστά προβλήματα των ιδιωτών επενδυτών. Από τη μια πλευρά όλη τη διαδικασία εμπορίας των αδειών και των ψευτοεπενδυτών και από την άλλη πλευρά τις συνεχείς πιέσεις προς την πολιτεία προκειμένου να αυξηθούν τα τιμολόγια, ώστε επιτέλους να επενδύσουν σε αυτή τη διαδικασία. Παρόλο που στην Ελλάδα η ηλιακή ενέργεια σημείωσε σημαντική πρόοδο και το 20% των ελληνικών νοικοκυριών έχει εγκατεστημένο ηλιακό θερμοσίφωνο, εντούτοις το παρόν νομοσχέδιο ούτε στους ορισμούς του δεν έχει συμπεριλάβει τα θέματα της υποκατάστασης ενέργειας από την ηλιακή ενέργεια κ.ο.κ. Το υφιστάμενο πλαίσιο αξιοποίησης των ΑΠΕ κατηγορήθηκε ως πολύπλοκο, χρονοβόρο και πελατειακό. Τα περισσότερα προβλήματα εντοπίστηκαν στις μελέτες αυτών που ζητούσαν την άδεια, στην ανυπαρξία του χωροταξικού σχεδιασμού, στις περιβαλλοντολογικές και διοικητικές ελλείψεις, στα προβλήματα ανεπάρκειας έργων επέκτασης και ενίσχυσης των δικτύων, στις τοπικές αντιδράσεις για τη διάθεση των απαιτούμενων εκτάσεων κατασκευής έργων ΑΠΕ, στις καθυστερήσεις διαδικασιών ανάκλησης των αδειών, με αποτέλεσμα την δέσμευση αιολικού δυναμικού και των αντίστοιχων εκτάσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το αρχικό σχέδιο νόμου, που είχε αποσταλεί στους φορείς τον Απρίλιο του 2005, φάνηκε να κάνει ένα πρώτο βήμα για την προώθηση των ΑΠΕ. Ακολούθησε το δεύτερο προσχέδιο που δόθηκε για δημόσια διαβούλευση, το οποίο ήταν ανεπαρκές και προκάλεσε απογοήτευση και αντιρρήσεις από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. Οι παραπάνω αδυναμίες και οι παλινδρομήσεις δείχνουν ότι η χώρα μας στο δύσκολο και ανταγωνιστικό περιβάλλον της απελευθερωμένης αγοράς ενέργειας προχωρά χωρίς εθνική ενεργειακή στρατηγική και σχεδιασμό και ότι υποτιμούνται οι δυνατότητές της από το φυσικό περιβάλλον που έχει για την εξοικονόμηση της ενέργειας, για τη μείωση της εξάρτησής της από το πετρέλαιο, για την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών, για την καθαρή –αλλά εδώ σημειώνω- και φθηνή ενέργεια. Οι κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Νέας Δημοκρατίας διαρκώς πανικοβάλλονται και υπαναχωρούν από τις πιέσεις των περίφημων ιδιωτών παραγωγών ενέργειας, οι οποίοι σε ένα προστατευόμενο και επιδοτούμενο τελικά καθεστώς δεν αποφασίζουν να επενδύσουν, αν δεν επιτύχουν και την αύξηση των τιμολογίων ρεύματος. Επομένως, αυτή τη -θα έλεγα- η δογματική προσήλωση των δυο μεγάλων κομμάτων στην άρον- άρον απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας και στη σημαντική, θα έλεγα, παροχή επιδοτήσεων και άλλων προνομίων στους ιδιώτες, θα πρέπει να την αναθεωρήσουν επιτέλους. Ακόμη και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση με τις πρόσφατες Οδηγίες της έχει αναθεωρήσει πάρα πολλά πράγματα και έβαλε ορισμένες ουσιαστικές δικλίδες ασφαλείας τουλάχιστον για τις χώρες, όπως η δική μας, που έχουν μια πολυμορφία –νησιά κ.λ.π.- και σημαντικές ανάγκες για φθηνή ενέργεια και από την άλλη πλευρά για τους βασικούς εθνικούς φορείς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, όπως είναι η ΔΕΗ και όπως έχουν και τα άλλα κράτη. Παρ’ όλα αυτά, θεωρούμε κατ’ αρχήν ότι αυτό το νομοσχέδιο είναι ένα πρώτο βήμα για την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών και για την προσαρμογή της χώρας στις δεσμεύσεις του Κιότο. Έρχεται όμως με μεγάλη καθυστέρηση, έχει κενά και ελλείψεις και δεν έχει προϋποθέσεις και δεσμεύσεις και έτσι φαίνεται εξωπραγματική η επίτευξη των υποχρεώσεων που έχει η Ελλάδα για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κατά 20,1% μέχρι το 2010 –Οδηγία 2001/77- και κατά 29% έως το 2020, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Κιότο. Πολύ περισσότερο που και σ’ αυτό το νομοσχέδιο, όπως και στα νομοσχέδια που προηγήθηκαν για την ηλεκτρική ενέργεια, το φυσικό αέριο κ.λ.π., δεν περιλαμβάνονται διατάξεις, δεν υπάρχει η λογική της ορθολογικής χρήσης και της εξοικονόμησης της ενέργειας. Πολλοί από μας έχουμε υποστηρίξει ότι η εξοικονόμηση ενέργειας αποτελεί μία ξεχωριστή και ανεκμετάλλευτη πηγή ενέργειας και αυτό διότι είναι τεράστια τα περιθώρια στη χώρα μας για την εξοικονόμηση ενέργειας απ’ όλες τις ενεργοβόρες δραστηριότητες. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα μας είναι το πιο ενεργοβόρο και το πιο ρυπογόνο κράτος απ’ όλα τα άλλα μικρά κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα επί του νομοσχεδίου: Το παρόν νομοσχέδιο, παρόλο που στο τέλος ευτυχώς το θυμήθηκε να αναφέρει, στο ακροτελεύτιο άρθρο, τις δεσμεύσεις που έχει η Ελλάδα από το Πρωτόκολλο του Κιότο, όπως είπαμε είναι μεν ένα πρώτο βήμα, αλλά ο στόχος που εμείς θέλουμε και που είναι η προώθηση των Α.Π.Ε. να γίνει με το μεγαλύτερο κοινωνικό όφελος και την όσο το δυνατόν μικρότερη επιβάρυνση του καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας σε καμία περίπτωση δεν επιτυγχάνεται. Δεν επιτυγχάνεται αυτός ο στόχος. Από τη μία μεριά δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις και οι δεσμεύσεις για την επίτευξη των περιβαλλοντολογικών στόχων, αλλά και από την άλλη πλευρά ο κοινωνικός στόχος του να έχουμε καθαρή και φθηνή ενέργεια δεν επιτυγχάνεται με αυτό το νομοσχέδιο. Ευνοούνται οι μεγάλοι επενδυτές. Δεν απλουστεύονται οι διαδικασίες. Απλώς τίθενται μικρότερα χρονικά όρια. Παραμένει η γραφειοκρατία, η οποία θίγει κυρίως τους μικρούς επενδυτές. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο κείμενο του νομοσχεδίου αναφέρονται περί τις έντεκα υπουργικές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων και ο σχετικός Κανονισμός για τις αδειοδοτήσεις κ.λ.π. Εμείς προβληματιζόμαστε για την ανάγκη –τα είπα και στην Επιτροπή- διατήρησης της άδειας παραγωγής. Θα μπορούσε να υπάρξει μία άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας, η οποία άδεια να έχει ολοκληρωμένη την έγκριση περιβαλλοντολογικών επιπτώσεων. Διότι η ανακάλυψη τώρα της προκαταρκτικής περιβαλλοντολογικής εκτίμησης και αξιολόγησης για μας είναι μία πρόσθετη ασάφεια και ούτε θα αποτρέψει την κατάσταση της εμπορίας των αδειών και όλων αυτών των ψευτοεπενδυτών, μέχρι να οριστικοποιηθεί τελικά η επιλογή του χώρου της επένδυσης. Είναι γνωστό ότι σημαντικές επενδύσεις δεν προχώρησαν λόγω της έλλειψης του ειδικού χωροταξικού σχεδιασμού. Τι προσπαθεί τώρα να κάνει το νομοσχέδιο; Με την ομιχλώδη αυτή έννοια της προκαταρκτικής περιβαλλοντολογικής αξιολόγησης θα ξεπεράσει το μεγάλο πρόβλημα που έχει και η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και που είχε και το ΠΑΣΟΚ στη μη εκπόνηση -και δεν το θέτει καθόλου εδώ στο νομοσχέδιο- αυτού του λεγόμενου ειδικού σχεδιασμού που θα εντάσσεται σ’ έναν εθνικό χωροταξικό σχεδιασμό; Από την άλλη πλευρά δεν υπάρχουν σαφή και ορθολογικά κριτήρια γι’ αυτό. Δεν υπάρχει θεσμοθέτηση και αναφορά στον ειδικό χωροταξικό σχεδιασμό. Δεν αντιμετωπίζεται και είναι κρίσιμο αυτό. Το είπε και ο εισηγητής της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Είναι το μεγάλο πρόβλημα της έλλειψης έργων υποδομής για την μεταφορά της ηλεκτρικής ενέργειας από έργα Α.Π.Ε. Ο κορεσμός των δικτύων σε ορισμένες περιοχές είναι δεδομένος. Υπάρχει και πρόσφατη αναφορά του Προέδρου της Ρ.Α.Ε. που αναφέρεται στα έργα των τριών μεγάλων επενδυτών και που λέει ότι η ισχύς τους αγγίζει τα όρια του συστήματος. Τελικά τι καταφέραμε; Να αυξήσουμε τις τιμές, μειοδοτικούς διαγωνισμούς να μην κάνουμε και προϋποθέσεις να μην υπήρχαν. Τελικά τα δίκτυα παραμένουν ανεπαρκή, ίσα-ίσα γι’ αυτούς τους τρεις μεγάλους επενδυτές. Είναι σαφή τα πράγματα. Από την άλλη πλευρά, εμείς επιμένουμε στην ανάγκη καθορισμού μέσα απ’ αυτό το νομοσχέδιο συγκεκριμένων κριτηρίων και δεσμευτικών στόχων για κάθε μορφή Α.Π.Ε. για τη συμμετοχή στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας, ούτως ώστε να επιτύχουμε τους στόχους 20,1% για το 2010 και 29% για το 2020. Θέλουμε τη διενέργεια δημόσιων ανοικτών μειοδοτικών διαγωνισμών τουλάχιστον για μεγάλα έργα Α.Π.Ε. πάνω από 1.000 έως 1.500 μεγαβάτ. Θέλουμε να τονίσουμε ιδιαίτερα ότι πρέπει να ενισχυθούν ακόμη περισσότερο η Τοπική Αυτοδιοίκηση και οι μικρές εταιρείες στις περιοχές αυτές, όπως και ο εξοπλισμός ο οποίος παράγεται για τη λειτουργία των εργοστασίων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Για τα θέματα τιμολόγησης θα τα πω και στη δευτερολογία μου. Δεν συμφωνούμε με τις δύο μεθόδους αναπροσαρμογής. Εμείς θέλουμε τη δεύτερη μέθοδο που είναι πιο λογική και κοντά στην πραγματικότητα. Έχουμε πολύ σημαντικές αντιρρήσεις με την επιδότηση κόστους. Και αύξηση τιμών και επιδότηση. Πού θα πάει αυτό; Κοιτάξτε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Εδώ αυτό το σύστημα της απελευθερωμένης αγοράς, όπως προάγεται, έχει δημιουργήσει ένα ψευτοδίλημμα. Και η χώρα μας και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν δύο τομείς παραγωγής ενέργειας, τον επιδοτούμενο και τον ανταγωνιστικό. Ο επιδοτούμενος στην προκειμένη περίπτωση ευνοεί την ανάπτυξη των Α.Π.Ε., άρα μπορεί -και αυτό προωθείται- να προωθήσει τη βιώσιμη ανάπτυξη. Μπαίνει το δίλημμα στον καταναλωτή: Θέλουμε καθαρή ενέργεια, θέλουμε βιώσιμη ανάπτυξη; ʼρα θα πάμε στην επιδοτούμενη ενέργεια η οποία όμως αναφέρεται στους ιδιώτες παραγωγούς και γίνεται ακριβή ενέργεια. Έτσι δεν μπορεί να προχωρήσει το σύστημα και πρέπει όλοι μαζί να σκεφθούμε πάλι αυτές τις προτάσεις. Θα πρέπει να δημιουργηθούν όλες αυτές οι ασφαλιστικές δικλείδες ούτως ώστε να μην συνδεθεί το θέμα της καθαρής ενέργειας, με τον επιδοτούμενο και μόνο τομέα των παραγωγών. Τα θέματα του ειδικού χωροταξικού σχεδιασμού και τα θέματα της ασάφειας ως προς τη χρήση δασικών εκτάσεων, ακόμη και της ασάφειας ως προς τη χρήση προστατευόμενων περιοχών πρέπει επιτέλους να λήξουν και να δεσμευτεί και αυτή η Κυβέρνηση για τον ειδικό χωροταξικό σχεδιασμό. ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ Είπαμε ότι, παρ’ όλο που το νομοσχέδιο είναι ένα θετικό βήμα, γιατί όλοι μας θέλουμε την αξιοποίηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και την προώθησή τους, γιατί πραγματικά η χώρα μας και ανάγκες έχει για την περιβαλλοντική προστασία αλλά και αξιόλογες πηγές για να τις εκμεταλλευτεί και μέχρι τώρα και οι ρυθμοί εκμετάλλευσης αυτών των πηγών ήταν σχεδόν μηδενική, εμείς όμως επιμένουμε ότι έπρεπε και ο ορισμός 1 να εμπλουτιστεί και διάφορες άλλες δικλείδες ασφαλείας να υπάρχουν στο νομοσχέδιο, που δεν υπάρχουν, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η προώθηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας με όσο το δυνατόν μεγαλύτερο περιβαλλοντικό και κοινωνικό όφελος και όσο το δυνατόν μικρότερη επιβάρυνση του καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας. Δεν πρέπει να μπούμε στο ψευτοδίλημμα ότι η καθαρή ενέργεια είναι η ακριβή ενέργεια. Αυτό πρέπει να το καταλάβουμε όλοι, πρέπει να το φροντίσουμε όλοι. Είτε δεχόμαστε το μη απελευθερωμένο περιβάλλον αγοράς είτε θέλουμε το απελευθερωμένο περιβάλλον, έχουμε υποχρέωση στον Έλληνα πολίτη να διατηρήσουμε γι’ αυτόν τη μικρότερη επιβάρυνση του καταναλωτή στην ενέργεια. Επιμένω ότι δεν προστατεύεται ο μικρός επενδυτής και δεν απαλλάσσεται το σύστημα από γραφειοκρατικές διαδικασίες που πάλι αυτές επιβαρύνουν τον μικρό επενδυτή, ακόμη και το μεμονωμένο, ο οποίος θα ήθελε με μεγαλύτερη άνεση και ένα μικρό φωτοβολταϊκό να βάλει στο σπίτι του και μια μικρή ανεμογεννήτρια κ.λπ.. Δεν είμαστε γενναιόδωροι σε αυτό, δεν βάζουμε πράγματι την κοινωνία και στον έλεγχο αλλά και στη χρήση και στην παιδεία για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Επιμένω στα θέματα της τιμολόγησης ότι δεν χρειάζεται να γίνεται σε συνάρτηση με τα τιμολόγια της Δ.Ε.Η., είναι άλλες οι καταστάσεις που διαμορφώνουν τα τιμολόγια της Δ.Ε.Η.. Εδώ πραγματικά το καύσιμο δεν είναι κυρίαρχο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και θα έπρεπε να έχει σχέση με τη δεύτερη μέθοδο που προτείνετε, το 80% κάθε φορά του πληθωρισμού, της διαμόρφωσης των τιμών εν πάση περιπτώσει. Έγιναν πάρα πολλές παρεμβάσεις εκατέρωθεν από τους κυβερνητικούς εκπροσώπους, από τον Υπουργό κ.λπ., για τα θέματα του χωροταξικού σχεδιασμού. Εάν εσείς ρίχνετε κροκοδείλια δάκρυα, τι να κάνουμε εμείς της Αριστεράς; Δηλαδή κάθε μήνα, κάθε εξάμηνο, δεν ξέρω πόσες επερωτήσεις και ερωτήσεις κάνουμε γι’ αυτόν τον εθνικό και τους ειδικούς χωροταξικούς σχεδιασμούς της χώρας. Επιτέλους αφήστε αυτές τις αντιπαραθέσεις, μπείτε στην ουσία και δείτε τα προβλήματα που σας οδήγησαν αυτήν τη στιγμή η χώρα να μην έχει ειδικό χωροταξικό και να μην μπορεί επί της ουσίας να προωθήσει. Είναι γράμμα κενό ακόμα το νομοσχέδιο αυτό.