Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης: «Απελευθέρωση αγοράς φυσικού αερίου»

Ομιλία κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης: «Απελευθέρωση αγοράς φυσικού αερίου»

E-mail Εκτύπωση PDF
Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το παρόν νομοσχέδιο εισάγει στη χώρα μας το κοινοτικό δίκαιο ως προς την απελευθέρωση της αγοράς φυσικού αερίου στο πλαίσιο των Οδηγιών 98/30 και κυρίως 2000/355. Ο Συνασπισμός έχει αποσαφηνίσει τη θέση του σχετικά με την συγκρότηση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς ενέργειας, ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι ελλείψεις που παρουσιάστηκαν μετά την καθιέρωση της ενεργειακής αγοράς και οι προσπάθειες των Βρυξελλών με τις τελευταίες αναθεωρήσεις των Οδηγιών να βελτιώσουν την λειτουργία της, ώστε να διασφαλίζονται στοιχειωδώς τα δικαιώματα των ευάλωτων καταναλωτών και να αντιμετωπίζονται οι στρεβλώσεις της αγοράς, δικαιώνουν την αντίθεση του Συνασπισμού και τις σφοδρές του επιφυλάξεις για την επιλογή των πιο νεοφιλελεύθερων ρυθμίσεων που χρησιμοποιήθηκαν για την συγκρότηση της αγοράς ενέργειας στη χώρα μας. Η νέα διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας όχι μόνο δεν έλαβε υπ’ όψιν της τη μέχρι σήμερα πραγματικότητα της ενιαίας αγοράς, αλλά αντίθετα επιμένει στις ίδιες αποτυχημένες πολιτικές επιλογές που εφάρμοσε το ΠΑ.ΣΟ.Κ., οι οποίες δημιούργησαν στρεβλώσεις στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, προκάλεσαν κινδύνους στην ασφάλεια του εφοδιασμού και μεγάλες ελλείψεις στην επάρκεια ισχύος. Γι αυτό διαφωνούμε με τη φιλοσοφία που διέπει και αυτό το νομοσχέδιο για το φυσικό αέριο. Οι ρυθμίσεις που επιβάλλει βρίσκονται στα όρια των όσων ορίζει η Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2000/355. Όπως επισημάναμε και κατά την συζήτηση του νομοσχεδίου για την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η πείρα που αποκτήθηκε από την καθιέρωση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μεν σημαντική, αλλά πολλές φορές όχι ευχάριστη. Πέρα από τα διαφημιζόμενα οφέλη της ελεύθερης αγοράς εμφανίστηκαν ελλείψεις και αδυναμία στην λειτουργία της, ανισότιμοι όροι στην παραγωγή, ενίσχυση των κινδύνων για δημιουργία δεσπόζουσας θέσης και επιθετική συμπεριφορά στην αγορά, διακρίσεις στα τιμολόγια μεταφοράς και διανομής μέσω της παροχής πρόσβασης στα δίκτυα, μειωμένη προστασία των δικαιωμάτων των ευάλωτων καταναλωτών, κίνδυνοι στην ασφάλεια εφοδιασμού και στη επάρκεια των ενεργειακών συστημάτων. Ιδιαίτερα στην αγορά φυσικού αερίου εμφανίστηκαν σημαντικά εμπόδια που σχετίζονται με τα προβλήματα στην πρόσβαση στο δίκτυο, στην πρόσβαση στην αποθήκευση, στην τιμολόγηση των υπηρεσιών του δικτύου, στη διαλειτουργικότητα των συστημάτων και στη δημιουργία ανισοτήτων μεταξύ των κρατών - μελών στην προώθηση και στην προσαρμογή της αγοράς φυσικού αερίου. Σημαντικό ρόλο στη λειτουργία της αγοράς του φυσικού αερίου παίζει τώρα και θα παίξει και στο μέλλον η ύπαρξη αξιόπιστων και ανεξάρτητων ρυθμιστικών καθεστώτων ως εγγύηση των διακρίσεων πρόσβασης, προστασίας των τελικών καταναλωτών και τήρησης των προδιαγραφών περί των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Πρέπει να προσδιοριστούν με σαφήνεια οι αρμοδιότητές τους και ο ρόλος τους στην υλοποίηση μίας ενιαίας εσωτερικής αγοράς, που δίπλα στον έλεγχο της εύρυθμης λειτουργίας της θα προστατεύει τους τελικούς καταναλωτές από τη γραφειοκρατία και την αυθαιρεσία των μηχανισμών της αγοράς. Επιβάλλεται επίσης και η συγκρότηση ενός ευρωπαϊκού κέντρου, ενός ρυθμιστικού ομίλου παραδείγματος χάριν, ως γνωμοδοτικού και συντονιστικού οργανισμού των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, ώστε να διατηρηθεί ένα επίπεδο παροχής δημόσιας υπηρεσίας σε όλα τα κράτη-μέλη της Κοινότητας. Οι καταναλωτές πρέπει να απολαμβάνουν πλήρη ενημέρωση σχετικά με τα δικαιώματά τους, να προμηθεύονται φυσικό αέριο συγκεκριμένης ποσότητας σε λογικές τιμές, να διασφαλίζεται σταθερή μέριμνα για την προστασία των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Θεμελιώδης απαίτηση για την προστασία των καταναλωτών είναι η τήρηση των προδιαγραφών περί υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και ο καθορισμός των απαραίτητων και όχι των ελαχίστων προτύπων που έχουν ανάγκη τα κράτη-μέλη για την προστασία των καταναλωτών, την ασφάλεια του εφοδιασμού και την προστασία του περιβάλλοντος. Οι απαιτήσεις περί υπηρεσιών κοινής ωφέλειας θα πρέπει να ερμηνεύονται με σαφήνεια, ακρίβεια, πληρότητα και διαφάνεια. Σημαντικό ρόλο θα παίξει και η εφαρμογή των τεχνικών κανόνων ασφάλειας που θα καθορίζουν τις ελάχιστες προδιαγραφές σχεδιασμού, λειτουργίας, κατασκευής και αδειοδότησης των εγκαταστάσεων φυσικού αερίου. Το σύστημα χορήγησης αδειών πρέπει να είναι καθορισμένο αντικειμενικά και να μην εισάγονται διακρίσεις. Τα κριτήρια θα πρέπει να εφαρμόζονται με διαφάνεια και αντικειμενικότητα στις επιχειρήσεις που ζητούν άδεια κατασκευής ή εκμετάλλευσης ή φυσικού αερίου. Τα παραπάνω κανονιστικά πλαίσια, οι τεχνικοί κανόνες και οι προδιαγραφές δεν εισάγονται με το παρόν νομοσχέδιο και παραπέμπονται αόριστα στο μέλλον. Η παρακολούθηση της ασφάλειας του εφοδιασμού θα πρέπει να είναι πρωταρχική μέριμνα των κρατών-μελών. Επειδή η ζήτηση σε ενέργεια αναμένεται να αυξηθεί σε παγκόσμια κλίμακα και ιδιαίτερα οι εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα αυξηθούν, οι υπάρχουσες πηγές παραγωγής και διύλισης δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες. Θα προκληθούν επομένως συνθήκες ακόμη μεγαλύτερης εξάρτησης των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα από τους μεγάλους εισαγωγής. Επιβάλλεται γι αυτό η δημιουργία κοινής ενεργειακής πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να αποκτήσει υψηλό διαπραγματευτικό κύρος, να πιέζει για τις νέες επενδύσεις στους τομείς της εξόρυξης και της διύλισης πετρελαίου και φυσικού αερίου και να εξασφαλίζει με τους καλύτερους όρους την ασφάλεια του εφοδιασμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα όσον αφορά στην χώρα μας, η διείσδυση του φυσικού αερίου στην ελληνική αγορά πραγματοποιήθηκε μόλις στις αρχές του 1997 κατά στρεβλό τρόπο, με χρήση κατ’ εξοχήν στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, όπως ομολογείται και από τις κυβερνητικές ανακοινώσεις. Το γεγονός αυτό συμβάλλει στην διαιώνιση της παραδοσιακής σπατάλης που επικρατεί στον ενεργειακό τομέα. Η χώρα μας καταναλώνει τα περισσότερα υγρά καύσιμα απ’ όλες τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ξεπερνάει και την Σουηδία. Θερμαίνει τις κατοικίες της με ηλεκτρικό ρεύμα, το οποίο, για να παραχθεί, χρειάζεται τριπλάσια ποσότητα συμβατικών καυσίμων. Εμφανίζει την υψηλότερη κατά κεφαλήν κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Επιπλέον, η Ελλάδα προχώρησε αναγκαστικά για λόγους κυρίως ασφάλειας του εφοδιασμού στην εισαγωγή του φυσικού αερίου χωρίς να λάβει μέτρα για την άμεση διοχέτευσή του στα νοικοκυριά και την βιομηχανία για άμεση κατανάλωση. Δεν διαθέτει ούτε στοιχειώδη παραγωγική υποδομή για την κατασκευή συσκευών φυσικού αερίου και συσκευών ειδών μαγειρικής κ.λπ., για να προωθήσει την άμεση κατανάλωσή του. Αναγκάζεται γι αυτό κάτω από την υποχρέωση της μιας και μοναδικής σύμβασης φυσικού αερίου με τον μοναδικό αντιπρόσωπο της ρωσικής GASPRON να σπαταλά κυριολεκτικά το φυσικό αέριο που κοστίζει εξίσου ακριβά με το πετρέλαιο, είναι σπάταλο στον μετασχηματισμό του σε ηλεκτρισμό, ενώ το 50% της θερμογόνου δύναμής του σχεδόν παραμένει αχρησιμοποίητο. Από την άλλη πλευρά, δεν υποτιμώ καθόλου τις υποχρεώσεις της χώρας μας απέναντι στις ρυθμίσεις του πρωτοκόλλου του Κιότο σύμφωνα με τις οποίες μέχρι το 2010 το 20% της παραγόμενης ενέργειας θα πρέπει να προέρχεται από την χρήση του φυσικού αερίου. Η αναδυόμενη λοιπόν και απομονωμένη αγορά φυσικού αερίου στη χώρα μας πρέπει να μελετηθεί σταδιακά και προσεκτικά, γεγονός που διαπιστώνει και η Κοινοτική Οδηγία επιτρέποντας παρεκκλίσεις για την Ελλάδα στο άρθρο 28, για να μην αντιμετωπίσει η χώρα κινδύνους για την ασφάλεια του εφοδιασμού, για να μπορέσει να δημιουργήσει ένα σύστημα που θα εγγυάται την ορθολογική διαχείριση του φυσικού αερίου, την διαχείριση και την τιμολόγησή του, όπως και την διασφάλιση των μικρών και ευάλωτων καταναλωτών. Πιο αναλυτικά επί των άρθρων του νομοσχεδίου. Πιο αναλυτικά, όπως και η διοίκηση της ΔΕΠΑ επισημαίνει προς την ΡΑΕ, με το νομοσχέδιο προτείνεται ένα προωθημένο και σύνθετο μοντέλο της αγοράς στα νέα δεδομένα, πληθώρα υποχρεώσεων τόσο στο νέο διαχειριστή του συστήματος των ΕΣΦΑ όσο και στους ενδιαφερόμενους χρήστες, σημαντικό αριθμό υπουργικών αποφάσεων και κανονιστικών κειμένων που παραπέμπονται στο μέλλον, όπως και σημαντικών παρεμβάσεων -εγκρίσεων της ΡΑΕ σε όλο το φάσμα και παροχής υπηρεσιών. Κατ’ αρχήν, η επιχειρούμενη διάσπαση της ΔΕΠΑ δεν δικαιολογείται. Η κοινοτική Oδηγία επιτρέπει την ύπαρξη ανεξάρτητου διαχειριστή μεταφοράς εντός μιας καθετοποιημένης επιχείρησης. Δεν είναι αντιληπτό σε μία ασήμαντη αγορά να επιχειρείται διάσπαση μιας καθετοποιημένης μικρής δημόσιας επιχείρησης, που στην παρούσα φάση της ανάπτυξης της αγοράς φυσικού αερίου θα έπαιζε ένα σημαντικό ρόλο εξισορρόπησης και ρύθμισης. Η Ελλάδα είναι ίσως η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που διασπά ολοκληρωμένες δημόσιες επιχειρήσεις, χωρίς ουσιαστικό λόγο, για να υλοποιήσει τις κοινοτικές οδηγίες. Αποτελεί περίπτωση να πραγματοποιείται, μετά από διάσπαση των δημόσιων επιχειρήσεων, αποκλεισμός αυτών των επιχειρήσεων από τις όποιες προοπτικές ανάπτυξής τους κατά την παράβαση των κοινοτικών κανόνων που προβλέπουν με αυστηρούς όρους τη μη επιβολή διακρίσεων: άρθρο 3, παράγραφος 1, της κοινοτικής Οδηγίας 2003/55. Επίσης, μοναδικότητα αποτελεί από τη σκοπιά της αποτελεσματικότητας και της λειτουργικότητας ενός συστήματος διαχείρισης ενέργειας ο διαχωρισμός μεταξύ διαχειριστή και ιδιοκτήτη του δικτύου, έτσι ώστε άλλος να είναι ο ιδιοκτήτης, άλλος να είναι ο υπεύθυνος για την ανάπτυξη, τη λειτουργία και τη συντήρηση του δικτύου. Κατά το νομοσχέδιο, λοιπόν, προβλέπεται η απόσχιση από τη ΔΕΠΑ του δικτύου μεταφοράς του φυσικού αερίου, ιδρύεται η θυγατρική ανώνυμη εταιρεία, όπου μεταβιβάζονται τα πάγια και παραχωρούνται στο ΔΕΣΦΑ τα δικαιώματα λειτουργίας, διαχείρισης, εκμετάλλευσης και ανάπτυξής του. Με το νομοσχέδιο επιλέγεται ο ΔΕΣΦΑ να είναι ως 100% θυγατρική εταιρεία της ΔΕΠΑ. Αλλά και 100% δημόσιο χαρακτήρα η εταιρεία; Ας δούμε πώς διασφαλίζεται αυτός ο δημόσιος χαρακτήρας της εταιρείας και μέχρι ποιο ποσοστό. Όπως ξέρουμε, το 35% της ΔΕΠΑ κατέχουν τα ΕΛΠΕ, για τα οποία προχωρά γοργά η ιδιωτικοποίηση και το management σε λίγο θα δοθεί σε ιδιώτη, το οποίο θα διαμορφώνει με τις προτάσεις του τη σχέση ΕΛΠΕ και ΔΕΣΦΑ. Όπως μας διευκρινίσατε, κύριε Υπουργέ, και στην Επιτροπή, η μετοχική σύνθεση του ΔΕΣΦΑ δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ταυτόσημη με τη μετοχική σύνθεση της ΔΕΠΑ. Το ότι βέβαια οι λεπτομέρειες για την ίδρυση του ΔΕΣΦΑ, για ό,τι θα αφορά το ΔΕΣΦΑ, παραπέμπονται σε προεδρικό διάταγμα και δεν τις αναγνωρίζουμε μέσα σ’ αυτό το νομοσχέδιο, είναι τεράστιο πρόβλημα. Οποιαδήποτε λοιπόν μεταβολή γίνεται στη ΔΕΠΑ, αλλά και στα ΕΛΠΕ, θα μεταφέρεται ευθέως ανάλογα στο ΔΕΣΦΑ, ενώ το option της ΔΕΗ δεν φαίνεται να αξιοποιείται υπέρ της ΔΕΠΑ. Από το Γενικό της Διευθυντή πήραμε ασαφείς απαντήσεις. Από το Γενικό Διευθυντή των ΕΛΠΕ πήραμε την πρωταρχική απάντηση ότι όλα αυτά -δημόσιες επιχειρήσεις- βρίσκονται σε ανταγωνισμό. Και από κει και πέρα θα κανονίσουν -και η Δ.Ε.Η. και τα ΕΛΠΕ, κλπ- με βάση τις αρχές του ανταγωνισμού τι τους συμφέρει το καθένα να πράξει. Για εμάς αυτό είναι παραλογισμός πραγματικά. Είναι σαφέστατος λοιπόν ο κίνδυνος, κύριε Υπουργέ, για το ΔΕΣΦΑ, στον οποίο μεταφέρονται τα πάγια της ΔΕΠΑ, δηλαδή η δημόσια κτήση και η περιουσία του ελληνικού λαού και ότι με συνεχείς ιδιωτικοποιήσεις των ΕΛΠΕ και της ΔΕΠΑ -άλλωστε ζούμε σε μια περίοδο καταιγίδας- να απωλέσει ο ΔΕΣΦΑ το δημόσιο χαρακτήρα του, ακόμα να απωλέσει και το 51% των μετοχών του. Εμείς βέβαια θεωρούμε αδιανόητο να απωλέσει ο ΔΕΣΦΑ ακόμη και το 1% από τα περιουσιακά του στοιχεία. Η ίδρυση του ΔΕΣΦΑ, λοιπόν, μέσω προεδρικού διατάγματος μεταφέρει τις ανησυχίες όλων μας στο μέλλον. Τίποτα δεν είναι σαφές και τίποτα δεν διασφαλίζεται για το δημόσιο χαρακτήρα, αλλά και για τη δημόσια περιουσία του ΔΕΣΦΑ. Τυχόν λοιπόν ιδιωτικοποίηση της ΔΕΠΑ, εκτός της απώλειας των περιουσιακών στοιχείων, θα συμπαρασύρει και τον έλεγχο του ΔΕΣΦΑ και θα δημιουργήσει έτσι προβλήματα στη διαχείριση και στην επέκταση του δικτύου, ιδιαίτερα στις μη προνομιούχες περιοχές, για την αγορά του φυσικού αερίου. Γιατί οι κανόνες βέβαια της ιδιωτικής οικονομίας κάτι τέτοιο θα το θεωρούσαν ασύμφορο. Το κυρίαρχο λοιπόν ερώτημα είναι, αν το δημόσιο και πώς θα διατηρήσει μόνιμα τον έλεγχο του ΔΕΣΦΑ. Για μας και το έργο του φυσικού αερίου πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα δημόσιο ενεργειακό αγαθό, η πρόσβαση στο οποίο πρέπει να καταστεί δυνατή από το σύνολο των περιοχών της χώρας -όπως της Κρήτης, της Πελοποννήσου, της Ηπείρου- πράγμα που δεν προβλέπεται. Δεν υπάρχουν προοπτικές, δεν διασφαλίζεται κάτι από το παρόν νομοσχέδιο. Επιπλέον, στο νομοσχέδιο εισάγεται και μία ακόμη καινοτομία για μια μικρή και απομονωμένη αγορά. Πέρα από το εθνικό σύστημα φυσικού αερίου θεσμοθετούνται και τα ανεξάρτητα συστήματα φυσικού αερίου, τα οποία δεν προβλέπονται από την Οδηγία, ώστε να διευκολυνθούν υπό κρατική υποστήριξη τελικά και να αναπτυχθούν ιδιώτες προμηθευτές και διανομείς φυσικού αερίου πέραν του εθνικού συστήματος σε μία ασήμαντη, επαναλαμβάνω, αγορά μερικών δεκάδων δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων κατανάλωσης φυσικού αερίου. Στο νομοσχέδιο, όπως άλλωστε έγινε και στο προηγούμενο για την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, δεν αποτυπώνονται με πληρότητα και σαφήνεια οι διατάξεις του άρθρου 3 της Οδηγίας σχετικά με τις υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και προστασίας των καταναλωτών. Σύμφωνα με την Οδηγία, οι υποχρεώσεις αυτές πρέπει να ορίζονται σαφώς, να είναι διαφανείς, αμερόληπτες και επαληθεύσιμες. Από το νομοσχέδιο όμως αγνοούνται αυτές οι διατάξεις. Στο νομοσχέδιο δεν λαμβάνεται καμία μέριμνα, ώστε οι νέοι ιδιώτες-προμηθευτές να προωθούν την ορθολογική χρήση του φυσικού αερίου με τη διείσδυση σε καταναλώσεις άμεσης καύσης στη βιομηχανία και στα νοικοκυριά και όχι τη σπάταλη από πλευράς εξοικονόμησης ενέργεια για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος. Επίσης, οι διατάξεις του έκτου κεφαλαίου του νομοσχεδίου, που αφορούν στην προμήθεια φυσικού αερίου, μας βρίσκουν εντελώς αντίθετους. Είναι ακατανόητο να καθιερώνονται δίπλα στις εταιρείες διανομής φυσικού αερίου και μεταπράτες αεριτζήδες πωλητές φυσικού αερίου σε μία αγορά σοβαρή από πλευράς της δημόσιας ασφάλειας. Κύριε Πρόεδρε, τελειώνοντας, ήθελα να πω ότι πέρα από την επιτακτική ανάγκη να υπάρξει εθνικός ενεργειακός σχεδιασμός στη χώρα, πρέπει να αναλογιστούμε όλοι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τη διαφύλαξη του δημόσιου χαρακτήρα και της ΔΕΠΑ και των άλλων δημόσιων επιχειρήσεων. Δεν μπορούμε με νομοσχέδια αυτή την εποχή να βάλλουμε εναντίον τους, να διασύρονται και να εξωθούνται οι εργαζόμενοι, για να τις οδηγήσουμε έτσι στο εύκολο ξεπούλημά τους. Ο δρόμος του γυρισμού δεν θα είναι εύκολος, ενώ τα προβλήματα στην ενεργειακή επάρκεια, στους καταναλωτές, στις τιμές, στην οικονομία της χώρας μας, θα είναι πολλά. Ευχαριστώ. ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε. Έγινε πριν από λίγο συζήτηση -και με την παρέμβαση του κυρίου Υπουργού- για το βασικότερο θέμα που αποτέλεσε και προβληματισμό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αλλά ήταν η ουσία και του δικού μας προβληματισμού: τι θα κάνουμε με τη ΔΕΠΑ, με το ΔΕΣΦΑ, το διαχειριστή του δικτύου. Ο Υπουργός είπε ότι θεωρητικολογούμε λίγο πάνω σε αυτό το θέμα. Δεν θεωρητικολογούμε. Η Κυβέρνηση πρέπει να είναι σαφής σε αυτό και όχι να παραπέμπει όλη αυτήν τη διαδικασία στο προεδρικό διάταγμα, χωρίς να μας λέει τις βασικές αρχές ή χωρίς να απαντά στα θέματα που θέτουμε εμείς. Θα δείτε ότι από τη συζήτηση που έγινε μεταξύ Υπουργού και Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, δηλαδή της κ. Διαμαντοπούλου, δεν αναδείχθηκε η ουσιαστική διαφορά, γιατί τελικά δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά. Τι θα γίνει όχι μόνο με τα περιουσιακά στοιχεία της ΔΕΠΑ, που μεταφέρονται στο ΔΕΣΦΑ; Τελικά δεν ξέρουμε μετά από μία δεκαετία, ενδεχομένως και πριν από τυχόν ιδιωτικοποίηση της μητρικής ΔΕΠΑ, πόση ανάλογη ιδιωτικοποίηση θα φέρει και στο ΔΕΣΦΑ. Από την άλλη πλευρά, ο ΔΕΣΦΑ θα χάσει τον έλεγχο του δικτύου. Θα χάσει τις δυνατότητες της παρέμβασης για τις επεκτάσεις του δικτύου. Στην ουσία θα χαθεί ο δημόσιος έλεγχος. Όλα αυτά που συζητάμε για το χωριό το δικό μου και το δικό σας, με συγχωρείτε, αλλά δεν είναι πολιτική συζήτηση. Πολιτική συζήτηση είναι αν ο δημόσιος ΔΕΣΦΑ θα εξακολουθεί να είναι δημόσιος και να έχει πρώτον και κύριο προοπτική και υποχρέωση απέναντι στον ελληνικό λαό, που είναι η διασφάλιση του εφοδιασμού της χώρας και σε φυσικό αέριο. Επομένως, να κρίνει εκείνος και όχι τα οικονομικά συμφέροντα, που αργότερα με την ιδιωτικοποίηση θα υπεισέλθουν στο ΔΕΣΦΑ, ποιες είναι οι περιοχές της χώρας, όπου πράγματι θα πρέπει να γίνουν οι επεκτάσεις των δικτύων. Γιατί εδώ επί της ουσίας μεταξύ Καρδίτσας και Κοζάνης δεν ακούσαμε και από τους Βουλευτές της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης τι θα γίνει. Ούτε άκουσα τι θα γίνει με την Κρήτη, την Πελοπόννησο, την Ήπειρο. Ποιος θα διασφαλίσει αυτά τα πράγματα; Έως εδώ και τα δύο κόμματα συμφωνήσατε σε μία άρον-άρον απελευθέρωση μιας αγοράς που είναι αναδυόμενη, φτωχή και εξαρτημένη από έναν εισαγωγέα προς τον παρόν. Δηλαδή μεγαλύτερη εξάρτηση και μεγαλύτερο μονοπώλιο με τις κυβερνήσεις και της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που προηγήθηκαν δεν έχει ξαναγίνει! Όμως, μονοπώλιο προς τι; Όχι του κράτους, που ανησυχεί και ο κ. Χριστοδουλάκης. Μονοπώλιο σε συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα. Από την άλλη πλευρά, τα ΑΣΦΑ , τα ανεξάρτητα συστήματα, περιμένουν. Γιατί αυτήν την απάντηση δώσατε, κύριε Υφυπουργέ, στον κ. Μάνο στον άλλο προβληματισμό που είχε μη τυχόν και δεν ιδιωτικοποιηθεί πλήρως η αγορά, ότι δηλαδή ο ΑΣΦΑ με κρατική επιχορήγηση, τα ιδιωτικά πλέον συστήματα -δεν ξέρω με ποιους κανόνες αρχών και διαφάνειας- θα φροντίσει γι αυτές τις μη προνομιούχες ορεινές περιοχές της χώρας. Αυτός ο συλλογισμός αναπτύσσεται εδώ. Επί της ουσίας δηλαδή για δύο-τρία θέματα που θέτουμε και εμείς ως Αριστερά σε αυτό το δύσκολο απελευθερωμένο περιβάλλον δεν παίρνουμε απαντήσεις. Και δεν καταλαβαίνουμε και από τους Βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ποια είναι η δική τους προοπτική για την επίλυση αυτών των σοβαρών θεμάτων της κοινής ωφέλειας. Από τον εισηγητή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. καταλαβαίνω πολλά πράγματα και συμφωνώ σε πολλά σημεία. Όμως, από το διάλογο που αναπτύσσεται παραμένουμε μόνο σε επικοινωνιακού χαρακτήρα αντιδικίες και όχι στην ουσία των πραγμάτων. Τελειώνω με το εξής, που όλη αυτήν την εβδομάδα συζητάμε και αναδείχθηκε. Είπε ο κύριος Υπουργός ότι και η επιλογή του διευθύνοντος συμβούλου, που γίνεται αυτήν τη στιγμή με διορισμό δεκατέσσερις ημέρες πριν από τη δυνατότητα ενός ανοιχτού διαγωνισμού, είναι της απόλυτης εμπιστοσύνης της Κυβέρνησης κ.λπ. Της απόλυτης εμπιστοσύνης των κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν και οι περασμένες διοικήσεις, της απόλυτης εμπιστοσύνης και αυτές. Όμως, τι κάνατε με το νομοσχέδιο για τις ΔΕΚΟ; Το ζημιογόνο αποτέλεσμα το φορτώνετε στους εργαζόμενους. Εμείς, όμως, σας είπαμε και εκεί και τώρα σας λέμε ότι, βεβαίως, οι ΔΕΚΟ χρειάζονται εκσυγχρονισμό. Και οι κυβερνήσεις και οι διοικήσεις που διορίζονται είναι υπεύθυνες για τις χασούρες και για οτιδήποτε άλλο έχουν οι ΔΕΚΟ μέχρι τώρα στη χώρα μας και δεν έπρεπε να έχουν. Διότι διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα και επιτελούν θέματα δημοσίου συμφέροντος. Επομένως, αφήστε αυτόν το διάλογο επί των τύπων και των επικοινωνιακών και αποφασίστε τελικά αν θα διορίζετε τις διοικήσεις με την απόλυτη ευθύνη. Τότε θα αναλαμβάνετε και την απόλυτη ευθύνη και για τις χασούρες των ΔΕΚΟ και για τη μη εξέλιξη και ανάπτυξή τους. Μην τα φορτώνετε τελικά στους εργαζόμενους. Επιτέλους, να είμαστε ειλικρινείς στην πολιτική που εφαρμόζετε εσείς και σε αυτήν που θα ήθελε ο ελληνικός λαός.