Home Ομιλίες Ομιλία κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης «Σύσταση Συμβουλίου Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής - Ρύθμιση θεμάτων Υπουργείου Ανάπτυξης»

Ομιλία κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης «Σύσταση Συμβουλίου Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής - Ρύθμιση θεμάτων Υπουργείου Ανάπτυξης»

E-mail Εκτύπωση PDF
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, με το σχέδιο νόμου «Σύσταση Συμβουλίου Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής και ρύθμιση άλλων θεμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης» μάς δίνεται η ευκαιρία να ξανασυζητήσουμε το μεγάλο πρόβλημα όχι μόνο της χώρας μας, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο θέμα της ενεργειακής επάρκειας, της επάρκειας του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας μας, της λειτουργίας αυτής της απελευθερωμένης αγοράς ενέργειας, τα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί, τις ανάγκες προσαρμογής που υπάρχουν, θέματα τα οποία συζητήσαμε και μέχρι τώρα μέσα από τα διάφορα νομοσχέδια, δηλαδή και της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου και των βιοκαυσίμων. Ο Συνασπισμός έχει τονίσει πάντα ότι θεωρεί ότι είναι ιδιαίτερα σοβαρά και κρίσιμα τα θέματα στον ενεργειακό τομέα, ιδιαίτερα μετά τη νεοφιλελεύθερης έμπνευσης πολιτική που ξεκίνησε και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και συνεχίζει η Νέα Δημοκρατία στον τομέα αυτό. Από το 1999, που άρχισαν οι τομές στο ενεργειακό σύστημα της χώρας, είχαμε προβλέψει και επισημάνει τα προβλήματα που θα προκύψουν στην ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και στην επάρκεια της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από τη στρεβλή διείσδυση του φυσικού αερίου στο ενεργειακό ισοζύγιο, την αλλοπρόσαλλη προσαρμογή της ελληνικής ενεργειακής αγοράς στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, τη χαριστική για τα ευρωπαϊκά δεδομένα διευκόλυνση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας για την εγγυημένη -εντός εισαγωγικών- επιχειρηματική διείσδυσή της στην αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου, που αποτελέσματα δεν είχαμε μέχρι τώρα. Είχαμε επιστήσει την προσοχή προς όλες τις κατευθύνσεις ότι ο τομέας της ενέργειας δεν προσφέρεται για κερδοσκοπικά και χρηματιστηριακά παιχνίδια, ενώ το άνοιγμα των ενεργειακών αγορών έπρεπε να γίνει με μεγάλη προσοχή και με τη συμβολή και την εγγύηση των έμπειρων δημόσιων επιχειρήσεων, που δραστηριοποιούνται στους αντίστοιχους τομείς. Γι αυτό η ανάγκη ενός μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού ήταν πιεστικό αίτημα της Αριστεράς, όπως και άλλων φορέων. Του Συνδικαλιστικού Κινήματος της ΔΕΗ, του Τεχνικού Επιμελητηρίου, της ΟΚΕ και άλλων. Ο Συνασπισμός, λοιπόν, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και στις προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ -ιδιαίτερα μετά το εγχείρημα αυτό της προσαρμογής στην απελευθερωμένη αγορά ενέργειας- πίεζε με ερωτήσεις και παρεμβάσεις του για τη χάραξη της ενεργειακής στρατηγικής της χώρας, για την κατάρτιση ενός μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού, στο πλαίσιο του οποίου οι κυβερνήσεις, με την ευθύνη της διακυβέρνησης και τα πολιτικά κόμματα στον προγραμματικό τους ρόλο ως αντιπολίτευση, θα σχεδίαζαν και θα εφάρμοζαν και τα μεσοπρόθεσμα και τα βραχυπρόθεσμα προγράμματά τους. Μία ενεργειακή στρατηγική που θα είναι αποτέλεσμα μιας βαθιάς και πολύπλευρης πολιτικής ανάλυσης των διεθνών δύσκολων συνθηκών, αλλά και των εθνικών συνθηκών και αντικείμενο συζήτησης όλων των συναρμόδιων φορέων. Παρόλα αυτά μέχρι σήμερα δεν έχει έρθει στη Βουλή, όπως ήταν και η επιταγή του άρθρου 3 του ν. 2773/1999, ένα σχέδιο μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού σε 5ετή και 10ετή -όπως λέει το άρθρο αυτό- κυλιόμενη βάση, που να προσλαμβάνει τη μορφή υπουργικής απόφασης και να γνωστοποιείται στη Βουλή. Μέχρι τώρα δεν έχουμε αυτό το αποτέλεσμα. Μέσα, λοιπόν, σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον και από την έλλειψη αυτού του μακροχρόνιου και μεσοπρόθεσμου και βραχυπρόθεσμου ενεργειακού σχεδιασμού, είχαμε ως αποτέλεσμα η χώρα να ζήσει ένα μεγάλο έλλειμμα στην επάρκεια της ηλεκτρικής ενέργειας μέσα από την αποδιάρθρωση της ΔΕΗ, να καρδιοχτυπήσει λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες με το black out στο εθνικό διασυνδεδεμένο σύστημα παραγωγής και μεταφοράς, να βρεθεί μπροστά σε εκβιαστικού χαρακτήρα απεργίες επενδύσεων των υποψήφιων νέων ιδιωτών - παραγωγών, να κινδυνεύσει η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού τους με το κλείσιμο της βάνας του φυσικού αερίου από την Ουκρανία. Επίσης, με τις πρόσφατες κακοκαιρίες αποδεικνύεται δραματικά ότι οι ευάλωτες περιοχές της χώρας μας, τα νησιά μας, παραμένουν ακόμα ανοχύρωτα και ότι τα δίκτυα μέσης και υψηλής τάσης έχουν τεράστια ελλείμματα συντήρησης. Όλα αυτά τα προβλήματα θα μπορούσαν να είχαν πάρει το δρόμο της επίλυσης μέσα από την εφαρμογή ενός μεσοπρόθεσμου και βραχυπρόθεσμου προγράμματος ενεργειακού σχεδιασμού, πολύ περισσότερο σήμερα που τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα, διότι ελλοχεύουν σοβαροί κίνδυνοι στον ενεργειακό τομέα. Ο κόσμος οδεύει σε απροσδιόριστη κατεύθυνση με βάση την αλόγιστη εκμετάλλευση των παγκόσμιων ενεργειακών αποθεμάτων και την καταστροφή του περιβάλλοντος που τη συνοδεύει. Η πρόσφατη ενεργειακή κρίση, που αυτή τη φορά είναι μόνιμη, ξεκίνησε με την εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και συνεχίστηκε με τα παιχνίδια του φυσικού αερίου σε βάρος της Ευρώπης, που ως γνωστόν είναι πλήρως εξαρτημένη από τις εισαγωγές ενέργειας. Εάν οι πρόσφατες και οι παλαιότερες έρευνες των διεθνών επιστημονικών κέντρων αποδειχθούν ακριβείς για τα ενεργειακά αποθέματα πετρελαίου -και όχι μόνο γι αυτά- πλησιάζουμε με ταχείς ρυθμούς σε ένα σημαντικό ιστορικό σταυροδρόμι με τεράστιες συνέπειες. Από την άλλη πλευρά, για τη χώρα μας είναι άγνωστη η έννοια της εξοικονόμησης ενέργειας σε αντίθεση με τη σπατάλη που ανθεί. Η Ελλάδα είναι το πιο ενεργοβόρο και από το πιο ρυπογόνα μικρά κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις οδικές μεταφορές ξοδεύει πολύ περισσότερους τόνους πετρέλαιο σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το δημόσιο, που θα μπορούσε να λάβει μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας, δεν προχωράει και δεν υλοποιεί ακόμη και ουσιαστικές νομοθετικές ρυθμίσεις που κατά καιρούς έχει ψηφίσει η Βουλή. Παραδείγματος χάρη, δεν προχωράει στη σύνταξη του Κανονισμού εξοικονόμησης ενέργειας, δεν εφαρμόζει την αντίστοιχη Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εμείς έχουμε καταθέσει πάρα πολλές φορές ερωτήσεις και στις προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και στη σημερινή Κυβέρνηση για όλα αυτά τα θέματα. Σ’ αυτές τις δύσκολες λοιπόν συνθήκες η Ευρωπαϊκή Ένωση και τώρα τελευταία όλοι οι συναρμόδιοι φορείς στα θέματα της ενέργειας ψάχνονται για το αποτέλεσμα αυτής της προσαρμογής και η χώρα μας συμπεριφέρεται λίγο-πολύ σαν να διαθέτει απεριόριστες δυνατότητες. Η πολιτική της Κυβέρνησης βέβαια συνοδεύεται από διεθνείς πρωτοβουλίες, όπως η κατασκευή αγωγών φυσικού αερίου (Τουρκία, Ιταλία), πετρελαίου (Ρωσία, Βουλγαρία) κλπ, τις οποίες θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ως θετικές επενδυτικές επιλογές. Όμως αυτές, αν θα αποδώσουν, θα αποδώσουν στο μέλλον. Για το παρόν, για την πενταετία και τη δεκαετία, αυτή τη στιγμή δεν έχουμε σχεδιασμό που να απαντάει στα μεγάλα προβλήματα ασφάλειας ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας. Τι γίνεται, λοιπόν, μ’ αυτό το νομοσχέδιο; Η Κυβέρνηση, αντί να αποσαφηνίσει ποια αρχή τελικά θα ρυθμίζει τις αγορές ηλεκτρισμού και αερίου -φυσικά δεν μπορεί να είναι άλλη από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, για την οποίαν η Κυβέρνηση, καλώς, έχει επενδύσει τα μέγιστα και συνεχίζει και με το άρθρο 6 να δίνει κι άλλες δυνατότητες στη ΡΑΕ- εμφανίζει τώρα ένα νέο όργανο. Θα προσπαθήσουμε να δούμε μέσα απ’ αυτή την ανάγκη πράγματι της ενεργειακής στρατηγικής της χώρας, για την οποίαν εμείς εδώ και χρόνια λέμε, ενός ενεργειακού σχεδιασμού, που θα ανταποκρίνεται όμως στις εθνικές ανάγκες, που θα μπορεί να διαμορφώνει μια πολιτική για την ενέργεια, η οποία θα είναι προς όφελος του ελληνικού λαού, των ευάλωτων περιοχών, της διαδικασίας ανάπτυξης της χώρας. Φοβούμαι ότι με αυτό το νέο όργανο θα επέλθει ένας αποπροσανατολισμός από τις συνθήκες ενός αποτελεσματικού ρυθμιστικού περιβάλλοντος, ενός περιβάλλοντος που και η Ευρωπαϊκή Ένωση με τις τελευταίες Οδηγίες της επιδιώκει να πετύχει για τους πολύ δύσκολους, όπως διαφάνηκε, κοινούς κανόνες της ενιαίας εσωτερικής αγοράς ενέργειας. Να προσεγγίσουμε λίγο τα θετικά του νομοσχεδίου, αυτής της πρότασης: Θέλει να αντιμετωπίσει το θέμα του μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού. Όπως είπα, υπήρξε και πιεστικό αίτημα χρόνια τώρα της Αριστεράς και πολλών φορέων της ελληνικής κοινωνίας. Το νέο συμβούλιο έχει σαν βάση του, μεταξύ των άλλων, και την εκπόνηση σχεδίου, το οποίο θα μελετάει τον καλύτερο συντονισμό στις κυβερνητικές υπηρεσίες και θα μπορεί να μελετάει τα θέματα εξοικονόμησης ενέργειας. Και βέβαια, όπως είναι υποχρέωση και από προηγούμενη νομοθεσία, το συμβούλιο αυτό μετά την εκπόνηση του σχεδίου θα το καταθέτεις στο αρμόδιο Υπουργείο Ανάπτυξης και θα έρχεται στη Βουλή για συζήτηση. Θα έλεγε κανείς ότι εφοδιάζει το Υπουργείο Ανάπτυξης με ένα σημαντικό εργαλείο για την άσκηση ενεργειακής πολιτικής, γιατί είναι γεγονός ότι οι υπηρεσίες σήμερα του Υπουργείου Ανάπτυξης δεν έχουν την απαιτούμενη στελέχωση και αναλίσκονται κυρίως σε γραφειοκρατικά καθήκοντα. Θα μπορούσε παράλληλα να δει κανείς και τα αρνητικά αυτής της πρότασης: Κίνδυνοι εμπλοκής με άλλες συναρμόδιες υπηρεσίες, η εξοικονόμηση ενέργειας ασκείται σε μεγάλο βαθμό από το ΥΠΕΧΩΔΕ για την κατανάλωση κτιρίων, από το Υπουργείο Συγκοινωνιών για τις μεταφορές. Επομένως, ο συντονισμός είναι απαραίτητος. Δεν προβλέπεται από το νομοσχέδιο. Δεν υπάρχουν σ’ αυτό το συμβούλιο εκπρόσωποι απ’ αυτά τουλάχιστον τα δύο κατ’ εξοχήν αρμόδια Υπουργεία για θέματα εξοικονόμησης ενέργειας. Από την άλλη πλευρά δημιουργείται πληθώρα οργάνων, συμβουλίων και αρχών. Δημιουργείται, έτσι, ένα πολύπλοκο σύστημα, που δεν ξέρουμε εάν θα αποδώσει, ενώ συνεπάγεται και σημαντικό κόστος. Στην ουσία οι αρμοδιότητες που προδιαγράφονται, αποτελούν φυσικές αρμοδιότητες των υπηρεσιών του Υπουργείου Ανάπτυξης. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να συγκροτηθεί κάποιο συμβούλιο ανάλογης σύνθεσης από υπηρεσιακούς παράγοντες των φορέων (Υπουργείο Ανάπτυξης, άλλα Υπουργεία, ΔΕΗ, ΔΕΣΜΙΕ κ.λ.π.) και των εκπροσώπων, ούτως ώστε και οι υπηρεσίες ανάπτυξης να ενισχυθούν και η διαδικασία να είναι πιο γρήγορη και η συνεργασία με τα άλλα Υπουργεία να είναι πιο αποτελεσματική. Εν πάση περιπτώσει, εμείς για τα άρθρα 1 και 2 δεν είμαστε αρνητικοί. Συμφωνούμε με τη φιλοσοφία να δημιουργηθεί ένα αποτελεσματικό όργανο. Θα το βλέπαμε καλύτερα, εάν ήταν ένα όργανο στο Υπουργείο Ανάπτυξης μέσα από την ενίσχυση, την ενδυνάμωση, την περαιτέρω στελέχωση με ειδικούς επιστήμονες των υπηρεσιών του Υπουργείου Ανάπτυξης και των άλλων Υπουργείων, που ασχολούνται με θέματα ανάπτυξης. Από την άλλη πλευρά, επιθυμούμε διακαώς να υπάρξει αποτέλεσμα, χωρίς να θίγεται η Ανεξάρτητη Αρχή Ενέργειας, χωρίς να είναι ένα όργανο το οποίο θα παρακολουθεί μόνο την πορεία υλοποίησης μίας νεοφιλελεύθερης πρότασης για τον ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας, αλλά να είναι ένα όργανο το οποίο πράγματι να διαμορφώνει μία ενεργειακή στρατηγική, μια ενεργειακή πολιτική για τις ανάγκες αυτής της χώρας, που από τη μία μεριά έχει φυσικές πηγές, αλλά από την άλλη έχει και σημαντικά προβλήματα σε σχέση με το περιβάλλον και σημαντικούς βαθμούς εξάρτησης από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Είναι μία χώρα που έχει ορεινές και ευάλωτες περιοχές, μία χώρα που θέλει όσο τίποτε άλλο να υπάρχει κοινωνική πολιτική στην ενεργειακή της πολιτική. Σε αυτές, λοιπόν, τις κατευθύνσεις και τα πλαίσια θα βλέπαμε ένα ουσιαστικό και αποτελεσματικό όργανο ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας. Όσον αφορά στα άλλα άρθρα του νομοσχεδίου, τα άρθρα 6 και 8 προβλέπουν ένα μέρος των εσόδων από τη φορολόγηση των καυσίμων να πηγαίνει για τη στέγη της Ανεξάρτητης Αρχής Ενέργειας, για άλλους τεχνολογικούς φορείς κ.λ.π. Εμείς θα θέλαμε ένα μέρος αυτής της φορολόγησης να πηγαίνει για κοινωνικούς σκοπούς, όπως, για παράδειγμα αυτό τον καιρό, ως επίδομα θέρμανσης στους ευάλωτους πολίτες στις ευάλωτες περιοχές και όχι να καλύπτει ανάγκες στέγης της Ειδικής Γραμματείας κ.ο.κ. Εμείς βεβαίως συμφωνούμε και θέλουμε τη χρηματοδότηση των φορέων της έρευνας. Πάντοτε προτείνουμε ότι πρέπει να υπάρξει μία γενναία απόφαση για μία γενναία χρηματοδότηση αυτών, αλλά μέσα από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, μέσα από τον ετήσιο Προϋπολογισμό της χώρας, ούτως ώστε να καταλάβουμε κάποτε ότι στα θέματα της τεχνολογικής έρευνας, ενώ έχουμε ένα πάρα πολύ καλό δυναμικό, υστερούμε σε πόρους. Είμαστε οι τελευταίοι, πολύ πιο κάτω από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα διαφωνήσω με το άρθρο 10. Το Ταμείο Εγγυοδοσίας των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων δεν έχει σταθεί ακόμα στα πόδια του, δεν έχει αποδώσει το σκοπό του, ιδιαίτερα για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Δεν χρειάζεται, λοιπόν, αυτή τη στιγμή να το διευρύνουμε και σε επιχειρήσεις με πολύ περισσότερους εργαζόμενους, με σαράντα εννέα εργαζόμενους και ούτε βέβαια σε επιχειρήσεις συμμετοχών. Δεν θα συμφωνήσουμε μ’ αυτή τη ρύθμιση. Όσον αφορά στο άρθρο 11, συμφωνούμε με τη φιλοσοφία του. Έχουμε συζητήσει πάρα πολλές φορές για τον ΕΦΕΤ, αλλά και για τις άλλες υπηρεσίες, τις κεντρικές υπηρεσίες, αλλά κυρίως τις υπηρεσίες της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, οι οποίες επιτελούν το μεγάλο έργο του ελέγχου των τροφίμων, ενός ελέγχου σε έναν περιβάλλον που συνεχώς συσσωρεύονται διατροφικά σκάνδαλα. Πάλι στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα θέματα των διοξινών είναι σε μεγάλη ένταση. Η χώρα μας, εξαρτημένη κατά 60-65% τουλάχιστον στις ζωικές εισαγωγές από αυτές τις χώρες, είναι σίγουρο ότι θα υποστεί πάρα πολύ μεγάλες συνέπειες στην προστασία της υγείας των πολιτών. Από την άλλη πλευρά, η κτηνοτροφία μας δεν μπορεί να αντέξει σ’ αυτόν τον ανταγωνισμό, όταν αυτά τα μεγάλα κέντρα, οι μεγάλες αυτές επιχειρήσεις πάρα πολύ εύκολα παραβιάζουν βασικές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θέλουμε λοιπόν εμείς αυτή τη λειτουργική διασύνδεση του ΕΦΕΤ με τις υπηρεσίες της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, με τις άλλες υπηρεσίες, γιατί η χώρα μας δεν έχει την πολυτέλεια σε πολλά κέντρα και εργαστήρια ελέγχου των τροφίμων. Θα βλέπαμε σε θετική κατεύθυνση όλα αυτά τα προβλήματα. Κάναμε μία καλή συζήτηση και στην Επιτροπή με τους εκπροσώπους της ΕΝΑΕ μέσα από την επίλυση ορισμένων προβλημάτων που θέτουν και οι εργαζόμενοι στον ΕΦΕΤ αλλά και οι εργαζόμενοι στην αυτοδιοίκηση ούτως ώστε όχι μόνο να μην απομειώνεται ο ρόλος κανενός αλλά να ενισχύεται και να συμβάλλουν όλοι μαζί με την καλή τους συνεργασία και την ενίσχυσή τους σε προσωπικό, σε μέσα και σε πόρους σε αυτό το μεγάλο πρόβλημα της προστασίας του Έλληνα πολίτη από τα μεγάλα διατροφικά προβλήματα. Δευτερολογία Εγώ δεν θα διαφωνήσω βέβαια ότι η κατάσταση της χώρας σε σχέση με το μεγάλο θέμα των υποκλοπών είναι κρίσιμη, αλλά ας αναλογιστούν και οι προηγούμενοι κυβερνήσαντες και οι καινούργιοι ότι, ενώ έχουμε ένα θεσμικό πλαίσιο για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών, συνεχώς με τις συμφωνίες που κάνουν με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με τις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και με το να αφήνουν ανενεργό αυτό το θεσμικό πλαίσιο, ανίσχυρο και αποδυναμωμένο φτάνουμε σε αυτά τα οποία φτάνουμε. Οι υποκλοπές γίνονταν, γίνονται και πολύ φοβάμαι ότι και πάλι μέσα από την επικοινωνιακή αυτή τακτική δεν θα μπορέσουμε να διορθώσουμε την κατάσταση. Επί του προκειμένου, ενεργειακός σχεδιασμός γίνεται στη χώρα μας; Αμ, δεν γίνεται. Ακόμη και από το 1999, που ξεκίνησε η αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου και έγινε ο πρώτος νόμος για την προσαρμογή της χώρας στην απελευθερωμένη αγορά της ενέργειας, ο οποίος προέβλεπε τις διαδικασίες της σύνταξης μακροχρόνιου σχεδιασμού, τι θα λαμβάνει υπ' όψιν του, πώς θα έρθει στη Βουλή κ.λπ. σε πενταετή βάση, σε δεκαετή βάση κ.ο.κ., δεν είχαμε αποτελέσματα. Και δεν είχαμε αποτελέσματα και δεν έχουμε ακόμη σε μια περίοδο που τα πράγματα και στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο στον ενεργειακό τομέα είναι πάρα πολύ δύσκολα, όταν και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση βλέποντας τα προβλήματα που δημιουργεί η άρον-άρον απελευθέρωση σε μια περιοχή που έχει τρομερές εξαρτήσεις από πηγές ενέργειας έξω απ’ αυτήν προσπάθησε με τις οδηγίες 54-55 να επισημάνει την ανάγκη ύπαρξης ενός αποτελεσματικού ρυθμιστικού καθεστώτος με σαφείς και προσδιορισμένες λειτουργίες, αρμοδιότητες και διοικητικές εξουσίες, ούτως ώστε να επιτευχθεί συνεργασία και συντονισμός των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και άλλων οργάνων των κρατών-μελών και να προωθηθεί η ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς ενέργειας με κάποια αποτελεσματικότητα. Ποιο είναι, λοιπόν, το ζητούμενο για τη χώρα μας; Το ζητούμενο για τη χώρα μας είναι να υπάρξει αυτή η εθνική ενεργειακή στρατηγική, να υπάρξει ένα αποτελεσματικό όργανο, να αναλάβει το Υπουργείο Ανάπτυξης τις ευθύνες του και από το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο και από το νέο νομοθετικό πλαίσιο. Τώρα αυτό -κακώς για εμάς- συστήνεται με νόμο και έχουμε και πρόσθετες καθυστερήσεις, συστήνεται ένας φορέας, κατά την Αντιπολίτευση μόνο και μόνο για να προσληφθούν κάποια άλλα παιδιά, λες και την άλλη φορά προσλαμβάνονταν ως σύμβουλοι τα παιδιά όλης της Ελλάδας. Αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα της κομματικής παρέμβασης σε ουσιαστικές λειτουργίες και αναπτυξιακές της δημόσιας διοίκησης και του κράτους, που πήγε πάρα πολύ πίσω γιατί δεν είχε αξιόλογα στελέχη και δεν ενίσχυσε αυτά τα αξιόλογα στελέχη -τα έβαζε στο ψυγείο- για να μπουν σ’αυτή την αναπτυξιακή διαδικασία, μέσα από το δημόσιο τομέα. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΝΙΑΤΗΣ: Τώρα ως εκπρόσωπος του Συνασπισμού τα λέτε αυτά; ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΤΥΡΗ-ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑΡΗ: Βεβαίως ως εκπρόσωπος του Συνασπισμού τα λέω αυτά, ποιους είχατε διορισμένους και σε όλα τα συμβούλια. Λοιπόν εμείς επιμένουμε ότι και αυτό το όργανο θα μπορούσε να είναι μέσα στο Υπουργείο Ανάπτυξης, να είναι διευρυμένο και με τους εκπροσώπους των φορέων, ΔΕΗ, ΔΕΣΜΙΕ, ΡΑΕ κ.λπ. Να είναι διευρυμένο με αξιόλογους υπαλλήλους-εκπροσώπους, που έχουν την ευθύνη στο ΥΠΕΧΩΔΕ για τα θέματα εξοικονόμησης της ενέργειας, στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και αντίστοιχα θέματα, στο Υπουργείο Εξωτερικών για τα θέματα των συνεργασιών κ.ο.κ. Εμείς επιμένουμε ότι ένα όργανο μέσα στο Υπουργείο Ανάπτυξης, διευρυμένο με όλα αυτά που σας είπα, θα μπορεί να αποτελέσει ένα στήριγμα της Κυβέρνησης, ένα στήριγμα του Υπουργείου, για να υλοποιηθεί ένας αξιόλογος ενεργειακός σχεδιασμός. Πού έχουν φθάσει όμως οι αξιόλογοι υπάλληλοι μέχρι τώρα σ’ αυτά τα Υπουργεία, που ασκούσαν αυτές τις αρμοδιότητες; Λίγο πολύ περιορίστηκαν στα γραφειοκρατικά τους καθήκοντα. Τέθηκαν στο ψυγείο όπως σας είπα πριν, δεν είχαν ρόλο σ’ αυτό. Ρόλο είχαν οι πρωτοκλασάτοι σύμβουλοι των εκάστοτε Υπουργών κ.ο.κ. Γι αυτό δεν υπάρχει συνέχεια στο κράτος, γι αυτό δεν υπάρχει αποτελεσματικός σχεδιασμός. Εμείς δεν διαφωνούμε καθόλου που το όργανο αυτό είναι όργανο του δημόσιου τομέα. Αλλά θέλαμε να αξιοποιεί στελέχη του δημόσιου τομέα, που αναδεικνύονται μέσα από ουσιαστικές διαδικασίες, αξιοκρατικές, για να μπορέσουν να αναλάβουν αυτές τις ευθύνες για ένα σωστό εθνικό ενεργειακό σχεδιασμό. Εν πάση περιπτώσει, ας συμφωνήσουμε κύριοι συνάδελφοι όλοι εδώ για τις ευθύνες που υπάρχουν μέχρι τώρα στα δύο κόμματα τα οποία έχουν κυβερνήσει, ότι δεν έχουμε ένα αποτελεσματικό σχεδιασμό, ότι η Χώρα μας πράγματι είναι εκτεθειμένη στα θέματα της επάρκειας του εφοδιασμού, ότι μέσα σ’ αυτό το κλίμα δημιουργείται συνεχώς μία απορύθμιση στη ΔΕΗ, μία ανασφάλεια κ.λπ. Ότι οι ευάλωτες περιοχές μας εξακολουθούν να είναι ευάλωτες, με τελευταίο το παράδειγμα της Κεφαλονιάς κ.ο.κ. Ας είμαστε λοιπόν αποτελεσματικοί, ας γίνει μία προσπάθεια από το Υπουργείο για να συμβιβάσουμε τα πράγματα διεύρυνσης αυτού του οργάνου με τους εκπροσώπους από τα τρία ακόμη Υπουργεία, τα επιτελικά και από το Τεχνικό Επιμελητήριο και να κλείνουμε μ’ αυτό το θέμα, να έλθει κάποτε μία έκθεση ενεργειακού σχεδιασμού για να ελέγχουμε και την Κυβέρνηση, στο τι κάνει σ’ αυτόν τον τομέα.