Ομιλία κατά τη συζήτησης επερώτησης του ΠΑΣΟΚ, αρμοδιότητας Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σχετικά με τα αγροτικά προϊόντα

Δευτέρα, 06 Ιούνιος 2005 02:00 Ομιλίες
Εκτύπωση
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η επερώτηση επαναφέρει τρία σοβαρότατα ζητήματα που αφορούν την αγροτική παραγωγή και την αγροτική ανάπτυξη, στα οποία θα άξιζε με συντομία να σταθούμε, αλλά κάθε φορά κινδυνεύουμε να συνεισφέρουμε σε μία μονότονη και αδιέξοδη επανάληψη, όπου απουσίαζε και συνεχίζει να απουσιάζει η στρατηγική, η πολιτική βούληση και το κυβερνητικό ενδιαφέρον. ʼλλωστε, οι αντιπαραθέσεις σήμερα και από τις δύο πλευρές δείχνουν ότι δεν υπεισήλθαμε -έστω και στην ουσία- αυτών των ερωτημάτων που βάζει η επερώτηση. Για το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης και μάλιστα στο πλέον σημαντικό επιχειρησιακό πρόγραμμα της αγροτικής ανάπτυξης και ανασυγκρότησης της υπαίθρου, εξακολουθεί να υπάρχει καθυστέρηση, η οποία μεταφράζεται σε αδιάθετους κοινοτικούς πόρους, 445.000.000 ευρώ. Οι δεσμεύσεις, η συμβασιοποίηση δηλαδή των έργων σύμφωνα με τον κοινοτικό κανονισμό, πρέπει να έχει ολοκληρωθεί για το σύνολο των μέτρων του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου μέχρι τα τέλη του ερχόμενου έτους, διαφορετικά, όπως είναι γνωστό σε όλους μας, οι κοινοτικοί πόροι θα χαθούν. Αν εξαιρέσουμε το μέτρο των νέων αγροτών, όπου τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά σε επίπεδο αξιολογήσεων, η διαδικασία μετά το άνοιγμα των προκηρύξεων, αλλά και των μέτρων που δεν έχουν ανοιχτεί ακόμα -όπως είναι τα σχέδια βελτίωσης, ολοκληρωμένα προγράμματα και πόροι για μεταποίηση- αυτή τη στιγμή βρίσκονται πραγματικά στον αέρα, είναι έωλη. Όπως και πέρυσι, έτσι και φέτος, αποκλειστικός τροφοδότης των ρυθμών απορρόφησης των κοινοτικών κονδυλίων είναι τα επενδυτικά σχέδια που είχαν ενταχθεί μετά από προκηρύξεις το 2002 και το 2003. Απαιτείται εντός του έτους να απορροφηθούν περισσότερα από 300.000.000 ευρώ σε δράσεις του εν λόγω προγράμματος, με βάση τον κανόνα ν+2. Επίσης, όσον αφορά στην προκήρυξη για τα ολοκληρωμένα προγράμματα του άξονα 7, σχεδίαζε την προκήρυξη αυτή να την ενεργοποιήσει η Ειδική Γραμματεία του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης του Υπουργείου Ανάπτυξης από το Σεπτέμβριο του 2004, ενώ η προκήρυξη για τα σχέδια βελτίωσης του άξονα 1, με αδιάθετους πόρους 196.000.000 ευρώ, επρόκειτο να ανοίξει το Νοέμβριο του 2004, μετά την αναθεώρηση των προγραμμάτων. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτά τα σχέδια βρίσκονται ακόμα στο αρχικό στάδιό τους. Ένα δεύτερο μεγάλο θέμα -το μεγαλύτερο θέμα- είναι το εξής: Είναι κατανοητό γιατί στην επερώτηση των συναδέλφων του ΠΑΣΟΚ η ΚΑΠ αντιμετωπίζεται ως ένα τετελεσμένο γεγονός και δεν επιχειρείται ή δεν απομένει ούτε ίχνος κριτικής από το ΠΑΣΟΚ. Έμεινε μόνο και αποκλειστικό ζήτημα το πώς θα εφαρμοστεί καλύτερα και γρηγορότερα. Κι όμως, κύριοι συνάδελφοι! Στο ξεκίνημά της, η αναθεώρηση βρήκε τα όργανα των αγροτών και των συνεταιρισμών, ευρωπαϊκά και ελληνικά, έντονα αρνητικά, ενώ κατά την ολοκλήρωσή της τελικά η πολιτική αυτή έγινε σιωπηρά αποδεκτή. Ιδιαίτερα στη χώρα μας αυτή η στροφή δεν εξηγήθηκε ποτέ, παρ’ ότι δεν άλλαξε η κατεύθυνση της πολιτικής. Χωρίς να αναφερθούμε και πάλι στις ενστάσεις μας κατά της νέας ΚΑΠ, θα πρέπει τουλάχιστον να επισημάνουμε και να συζητήσουμε εδώ σοβαρά δυο μεγάλους κινδύνους. Την αποσύνδεση -στην οποία η επερώτηση δεν αναφέρεται- και την εφαρμογή των ορθών και περιβαλλοντολογικών πρακτικών. Η πρώτη, η αποσύνδεση δηλαδή, θα οδηγήσει -στην περίπτωση μάλιστα ολικής αποσύνδεσης- στη σταδιακή εγκατάλειψη της παραγωγής και στην περαιτέρω ερήμωση της υπαίθρου, στην εξαφάνιση δηλαδή των κατοίκων. Αυτή είναι, κυρία συνάδελφε, η ερήμωση η οποία συντελείται επί αρκετό καιρό τώρα, η εγκατάλειψη της υπαίθρου. Και η αποσύνδεση θα φέρει την περαιτέρω εγκατάλειψη, δηλαδή την ολική καταστροφή. Εδώ πρέπει όλοι να σταθούμε με πολύ μεγάλη σοβαρότητα και υπευθυνότητα απέναντι στο ελληνικό κράτος και τους Έλληνες πολίτες. Βέβαια, το ζητούμενο απ’ όλους μας είναι να αποτιμήσουμε ψύχραιμα τις επιπτώσεις στη γεωργική παραγωγή και ανάπτυξη και να πάψουμε να θεωρούμε συμφέρον της χώρας την εισροή πόρων, ανεξάρτητα από την αξιοποίησή τους. Σε κάθε περίπτωση έχει μεγάλη σημασία, αν το θέμα εξετάζεται βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα και αν εξετάζεται από τη σκοπιά του μεμονωμένου παραγωγού ή από τη σκοπιά της γεωργικής οικονομίας της χώρας. Χρειάζεται, λοιπόν, αντί της άκριτης αποδοχής της νέας ΚΑΠ, να γίνει μια ψύχραιμη αποτίμηση των επιπτώσεων. Υπάρχει μία κοινή διαπίστωση. Η χώρα μας -υπηρεσίες, μηχανισμοί, φορείς των αγροτών και κυρίως οι αγρότες- είναι απροετοίμαστη για να ανταποκριθεί στους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της ΚΑΠ. Μερικοί δε όροι και προϋποθέσεις ξεκινούν μέσα στο 2005. Η επερώτηση, βέβαια, επισημαίνει τις μεγάλες καθυστερήσεις προετοιμασίας για την εφαρμογή της νέας ΚΑΠ και συμφωνούμε στα περισσότερα απ’ αυτά. Κριτική για τις καθυστερήσεις έχουμε ασκήσει και στην κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Εδώ, όμως, υπάρχει ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα ενημέρωσης για τη λειτουργία της ΚΑΠ, το οποίο χρηματοδοτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο του Κανονισμού 814/2000. Το πρόγραμμα αυτό έπρεπε να αρχίσει στις αρχές του 2004 και θέλουμε, αντί να έχουμε αυτές τις αψιμαχίες κλπ., κύριε Υπουργέ, να μας πείτε επακριβώς, τι έχετε εφαρμόσει μέχρι τώρα από το πρόγραμμα αυτό. Να μας πείτε συγκεκριμένα, τα συνέδρια, τα σεμινάρια, τις ημερίδες κλπ. και όχι έτσι γενικά και αόριστα ή ότι κάναμε δέκα, δώδεκα επισκέψεις, κάναμε εκείνο κλπ. Είναι συγκεκριμένο το πρόγραμμα, συγκεκριμένα τα κονδύλια και πρέπει να προχωρήσει. Το τρίτο μεγάλο θέμα είναι το υψηλό κόστος στην παραγωγή των αγροτικών προϊόντων. Βέβαια, δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Αποτελεί ένα σχεδόν διαρθρωτικό πρόβλημα, με το οποίο ουδείς ασχολήθηκε σοβαρά, γιατί προϋποθέτει βούληση για τον έλεγχο της αγοράς αγροτικών εφοδίων και λοιπών εισροών, αλλά και ενίσχυση των παραγωγών με επιδοτήσεις και άλλες διευκολύνσεις κατά την αγροτική πολιτική. Η Κυβέρνηση Σημίτη είχε απορρίψει ως παράλογα τα αιτήματα των αγροτών για τη μείωση του κόστους αλλά μετά από μερικούς μήνες αναγκάστηκε να πάρει μέτρα, αμφίβολης δυστυχώς αποτελεσματικότητας, όχι αποδεχόμενος τη λογική των αιτημάτων, αλλά υπακούοντας σε πολιτική σκοπιμότητα μετά από τις δημοτικές εκλογές. Κανείς δεν αμφισβητεί πλέον ότι από τα επίσημα στοιχεία αποδεικνύεται ότι η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το υψηλότερο κόστος παραγωγής αγροτικών προϊόντων. Οι τιμές των ζωοτροφών, των λιπασμάτων, του πολλαπλασιαστικού υλικού και της αγροτικής γης σε πολλές περιπτώσεις είναι κατά πολύ υψηλότερες από χώρες, όπως η Γαλλία, η Ολλανδία, χώρες με εκμεταλλεύσεις εντατικής μορφής, αλλά και τις μεσογειακές χώρες, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, οι οποίες παράγουν ομοειδή με την Ελλάδα αγροτικά προϊόντα. Το χειρότερο είναι ότι το κόστος παραγωγής στη χώρα μας, όχι μόνο είναι υψηλό, αλλά μήνα με το μήνα αυξάνεται ολοένα και περισσότερο, ενώ την ίδια ώρα, οι τιμές παραγωγού στην πλειονότητα των αγροτικών προϊόντων ακολουθούν αντίστροφη πορεία. Μεμονωμένο -και δυστυχώς, θα έλεγα, δεν έχει δώσει ακόμη αποτελέσματα- είναι το μέτρο της σύστασης της ομάδας εργασίας με απόφαση των Υφυπουργών κ. Κοντού και κ. Παπαθανασίου, η οποία έχει σαν στόχο την ενασχόληση με την έρευνα και τον υπολογισμό του κόστους των εισαγομένων φυτοφαρμάκων. Φέρνω ένα παράδειγμα. Δώστε μας στοιχεία. Ξεκίνησε αυτή η ομάδα την έρευνα και τι στοιχεία έχουμε; Σύμφωνα, λοιπόν, με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας αυξήθηκε ο δείκτης εισροών το Μάρτιο του 2005 κατά 7% σε σχέση με τον Μάρτιο του 2004 έναντι αυξήσεων 4,7% που είχαν σημειωθεί κατά τις αντίστοιχες συγκρίσεις των δεικτών των ετών 2004 προς 2003 και 2002. Η Ελλάδα είναι η ακριβότερη χώρα μεταξύ των 15 παλαιών κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ό,τι αφορά το κόστος των εισροών στην γεωργία. Στοιχείο με ιδιαίτερη σημασία με δεδομένο ότι η πλειοψηφία των αγροτών στην Ελλάδα χαρακτηρίζονται ως μικρομεσαίοι. Πώς θα τους στηρίξουμε; Πείτε μια πολιτική. Ο δείκτης των τιμών των ζωοτροφών, ο δείκτης τιμών λιπασμάτων κ.ο.κ. είναι πάρα πολύ υψηλός. Και το άλλο πολύ μεγάλο θέμα είναι το εξής: Σε πολύ υψηλά επίπεδα, συγκρινόμενα μάλιστα με αυτά που επικρατούν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, βρίσκονται τα ενοίκια της αγροτικής γης. Αντιστοίχως, πολύ υψηλές είναι και οι τιμές για την αγορά αγροτικής γης στην Ελλάδα. Τα θέματα κόστους παραγωγής τέθηκαν και την περασμένη Δευτέρα κατά τη διάρκεια της συνάντησης των βαμβακοπαραγωγών της Θεσσαλίας με την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, χωρίς ωστόσο να υπάρξει κάποια απάντηση. Τα περί μείωσης του ΦΠΑ από 18% σε 8%, ή οι υποσχέσεις για την περαιτέρω μείωση του πετρελαίου για την αγροτική χρήση και όλες οι άλλες οι σχετικές προεκλογικές εξαγγελίες, αποδεικνύουν ότι δυστυχώς για μια ακόμα φορά είναι απλώς λόγια μεγάλα και ψεύτικα και όλα αυτά σε μια πραγματικότητα όπου η ψαλίδα μεταξύ της τιμής πώλησης του προϊόντος από τον αγρότη-παραγωγό και την τελική τιμή στον καταναλωτή, διαρκώς αυξάνεται. Επομένως, πρέπει όλοι μαζί να δούμε τι θα κάνουμε για τα πολύ μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο αγροτικός κόσμος.