Home Ομιλίες Ομιλία κατά την Επερώτηση του ΣΥΝ για τις Μ.Μ.Ε.

Ομιλία κατά την Επερώτηση του ΣΥΝ για τις Μ.Μ.Ε.

E-mail Εκτύπωση PDF
Είναι γεγονός ότι η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται με σχετικά υψηλούς ρυθμούς, υψηλότερους από τους μέσους ρυθμούς της ευρωζώνης. Οι εκτιμήσεις σχετικά με τις αιτίες και τη δυνατότητα συνέχισης αυτών των ρυθμών διίστανται. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι έχουμε μπει σε τροχιά διαρκούς και αυτοτροφοδοτούμενης ανάπτυξης, που θα συνεχισθεί, ενώ η αντιπολίτευση θεωρεί ότι αυτοί οι ρυθμοί πολύ σύντομα θα ανατραπούν όταν θα σταματήσουν τα έργα των Ολυμπιακών Αγώνων και οι εισροές από τα κοινοτικά προγράμματα και το τελευταίο Γ΄ Κ.Π.Σ. Συνεπώς, τίθεται αμείλικτο το ερώτημα για το «μετά» της ελληνικής οικονομίας, κυρίως γιατί, όπως έχει σαφώς καταγραφεί, παρά τους σχετικά καλούς ρυθμούς ανάπτυξης, τα αποτελέσματα στο πεδίο του παραγωγικού μετασχηματισμού της οικονομίας, της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, και σ΄ εκείνο της εξασφάλισης απασχόλησης και μείωσης της ανεργίας ήταν πενιχρά. Η οικονομία μας δεν έγινε διεθνώς ανταγωνιστική. Η στρατηγική στήριξης των κυρίαρχων επιχειρήσεων στη χώρα μας, δεν οδήγησε σε εξωστρεφείς, διεθνώς ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, όπως υποτίθεται ήταν ο στόχος της, αλλά αναλώθηκε σε ένα πλέγμα διαπλοκής και σ’ έναν αγώνα διαπλοκής και μονοπωλιακού ελέγχου της εγχώριας αγοράς και των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της χώρας. Οι ευνοϊκές δυνατότητες κατανοήθηκαν περισσότερο ως δυνατότητες ευκολίας και βολέματος των ήδη βολεμένων, η δε παγκοσμιοποίηση κατανοήθηκε ως ευκολία εισαγωγών και διεύρυνσης των εναλλακτικών καταναλωτικών επιλογών. Οδηγηθήκαμε έτσι σε στρεβλώσεις, όχι μόνο οικονομικού αλλά και πολιτισμικού και ιδεολογικού χαρακτήρα. Στο νέο περιβάλλον που δημιουργεί η συμμετοχή στην ΟΝΕ, και υπό το βάρος νέων καταστάσεων διεθνούς ύφεσης, των αυξημένων ανταγωνιστικών απαιτήσεων και των νέων κοινωνικών αναγκών, τίθεται το κεντρικό δίλημμα: θα αντιμετωπισθεί επιτέλους η απειλούμενη κρίση με όρους παραγωγικού συστήματος, σύγχρονων τεχνολογικών απαιτήσεων και κοινωνικών αναγκών ή θα συνεχισθεί η γνωστή «συνταγή» των επιλογών ευκαιρίας και λύσεων ευκολίας όπως η λογική των άκρατων ιδιοτικοποιήσεων με την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας προς όφελος των μεγάλων οργανωμένων συμφερόντων και επιχειρήσεων; Με επαπειλούμενη μάλιστα την επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράκ και τις αλυσιδωτές αντιδράσεις που θα έχει στη διεθνή οικονομία, με την εύθραυστη κατάσταση στις διεθνείς χρηματαγορές, την περιθωριοποίηση κοινωνικών στρωμάτων, τα έντονα προβλήματα στο περιβάλλον, προβάλλει πιο επιτακτική η ανάγκη για την εφαρμογή ενός πρότυπου ανάπτυξης που να «έχει μέλλον», να εξασφαλίζει δηλαδή το μέλλον της οικονομίας μας, που να δημιουργεί και απασχόληση και περιφερειακή σύγκλιση μιας ανάπτυξης και κοινωνικής και διεθνώς ανταγωνιστικής με αύξηση των εξαγωγών και παράλληλα με φροντίδα για το περιβάλλον. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, Τα τελευταία δέκα τουλάχιστον χρόνια, οι οργανώσεις που εκπροσωπούν τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες θέτουν συνεχώς το ζήτημα της εγκατάλειψής τους από το κράτος, της συρρίκνωσής τους, της έλλειψης μέτρων και κλαδικών πολιτικών που θα ενίσχυαν τις επιχειρήσεις αυτές, οι οποίες, ενώ αποτελούν την ψυχή της εθνικής οικονομίας, καθημερινά αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης. Τα αιτήματά τους είναι εύλογα και δίκαια. Δυστυχώς, η κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει, είναι αποτέλεσμα, όπως προανέφερα, της πολιτικής που εφαρμόζεται, και η οποία βοηθά τη συγκέντρωση του κεφαλαίου και τη δημιουργία ολιγοπωλίων (επαναεισροή των διαφυγόντων κεφαλαίων με κίνητρο τις φοροαπαλλαγές απελευθέρωση ωραρίου καταστημάτων, ισχυροποίηση των ολίγων – μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων με εξαφάνιση των μικρομεσαίων κ.α.), άρα εξ αντικειμένου αποδυναμώνει και εξαφανίζει τις μικρές επιχειρήσεις, καθώς επίσης το άδικο και ελλιπές φορολογικό σύστημα επιδεινώνει την κατάστασή τους, η συρρίκνωση των μισθών μέσω των εισοδηματικών πολιτικών λιτότητας περιορίζει δραστικά τη ζήτηση, πράγμα που έχει άμεσο αρνητικό αντίκτυπο στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Συνεπώς, χρειάζεται συνολικά μια διαφορετική οικονομική πολιτική, και γενναία μέτρα, προκειμένου να ενισχυθούν πραγματικά, και όχι στα λόγια και στις παχιές διακηρύξεις οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συμβάλλουν αποφασιστικά στην οικονομική ανάπτυξη, στην παραγωγή, στην απασχόληση, στην αποκέντρωση και στην κοινωνική συνοχή κάθε χώρας. Όπως αναφέρει η Ο.Κ.Ε. της Ευρωπαϊκής Ένωσης «όλες οι παρεμβάσεις που δεν έλαβαν υπόψη την ιδιαιτερότητα των Μ.Μ.Ε. ενδέχεται να αποβούν πραγματικό εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη και στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης». Το παράδειγμα της χώρας μας είναι άκρως αποκαλυπτικό. Σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Πλεκτικής Ετοίμου Ενδύματος Ελλάδος, στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, δραστηριοποιούνται περισσότερες από 400 ελληνικές επιχειρήσεις ένδυσης, οι οποίες «μετακόμισαν» εκεί –κυρίως από τη Βόρεια Ελλάδα- προσφέροντας εργασία σε περίπου 45.000 εργαζόμενους στις χώρες αυτές. Εξ αιτίας αυτής της μεταφοράς των επιχειρήσεων χάθηκαν την τελευταία μόνο πενταετία, απ΄αυτόν τον κλάδο, περισσότερες από 30.000 θέσεις εργασίας στην Ελλάδα, και κυρίως στις περιοχές της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας και στη Θεσσαλία. Πώς λοιπόν να λύσεις το πρόβλημα της ανεργίας στη χώρα σου, όταν οι επιχειρήσεις μετακομίζουν στο εξωτερικό; Πώς να ενισχύσεις την εθνική οικονομία όταν μειώνονται οι ελληνικές εξαγωγές, όταν το ελληνικό εξωτερικό εμπόριο παρουσιάζει διαχρονική διεύρυνση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου, το οποίο μάλιστα έλλειμμα, σύμφωνα με πρωτότυπη έρευνα του ΙΟΒΕ, τις δύο τελευταίες δεκαετίες αυξήθηκε κατά 230,7%; Όταν την τελευταία πενταετία, δυστυχώς, αποτελούμε τη μοναδική χώρα στην Ε.Ε. που σημείωσε μείωση της αξίας των εξαγωγών της, ενώ η Ισπανία σημείωσε αύξηση κατά 90%, η Δανία κατά 47% κτλ. Όταν, σύμφωνα με την ίδια έρευνα του ΙΟΒΕ, το 52% των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων παρουσίασε σημαντική μείωση των πωλήσεων τα τρία τελευταία χρόνια, ενώ το ίδιο διάστημα το αντίστοιχο ποσοστό στην Ιρλανδία, στην Ιταλία, Πορτογαλία, Ισπανία και Βρετανία ανήλθε στο 30,4% των επιχειρήσεων. Το τελευταίο μάλιστα στοιχείο, επιβεβαιώνει εν μέρει το γεγονός ότι η Ε.Ε., σε αντίθεση με τη χώρα μας, και παρά τα όσα διαφορετικά ισχυρίζεται η κυβέρνηση, ασκεί πολιτική ενίσχυσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Στη λογική αυτή, η Ισπανία εξήγγειλε φέτος τετραετές πρόγραμμα προωθητικών ενεργειών για τον κλάδο της ένδυσης αξίας 46 εκατ. ευρώ. Η κυβέρνηση της Γαλλίας αποφάσισε την απαλλαγή επί δύο χρόνια των εργοδοτών στον κλάδο ένδυσης-κλωστοϋφαντουργίας από τις εργοδοτικές εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία, τις οποίες κατέβαλε το κράτος, ενώ η Πορτογαλία εξασφάλισε τον εκσυγχρονισμό του ίδιου κλάδου από ειδικό κλαδικό πρόγραμμα της Κοινότητας την περίοδο 1995-1999, ενώ η χώρα μας δεν πέτυχε κάτι ανάλογο. Αυτό, γιατί όλοι κατανοούν ότι, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ειδικά σήμερα, στις νέες συνθήκες παγκοσμιοποίησης και του οξυνόμενου ανταγωνισμού, έχουν ανάγκη ιδιαίτερης στήριξης. Στη χώρα μας, ο ΕΟΜΜΕΧ, που ιδρύθηκε το 1977, αποτέλεσε το επίσημο όργανο εφαρμογής της κρατικής πολιτικής ανάπτυξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων τις τελευταίες δεκαετίες. Δυστυχώς όμως, και αυτός ο φορέας, παρά το σημαντικό έργο που είχε να επιτελέσει, λειτούργησε στα πλαίσια της γνωστής «κομματικής συνταγής», με ότι αυτό συνεπάγεται σε κακοδιαχείριση και αναποτελεσματικότητα. Δεν είναι τυχαίο, ότι, παρά το γεγονός ότι διακινήθηκαν σημαντικά ποσά μέσω αυτού, επί 15 περίπου χρόνια ο ΕΟΜΜΕΧ δε συνέτασσε ισολογισμό!! Παρόλα αυτά, η συρρίκνωσή του τα τελευταία χρόνια και η έλλειψη του δικτύου υποστήριξης που παρείχε είναι εμφανής στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η ίδρυση διαφόρων Κέντρων Ανάπτυξης Επιχειρήσεων δε μπόρεσε να καλύψει το κενό μιας ουσιαστικής στήριξης που είχαν ανάγκη οι Μ.Μ.Ε. Πέρα από αυτό, δεν υπάρχει ένας κεντρικός φορέας υποστήριξης που θα υλοποιεί την πολιτική της Πολιτείας, αλλά αυτή περνάει μέσα από τις Περιφερειακές και Νομαρχιακές δομές, με πενιχρά αποτελέσματα μέχρι τώρα. Τα σημαντικότερα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι Μ.Μ.Ε. στη χώρα μας έχουν σχέση με: 1) Τη χρηματοδότησή τους. Ο βαθμός πρόσβασης στον τραπεζικό δανεισμό για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις της χώρας μας είναι ο μικρότερος της Ε.Ε. (29%, έναντι 39% της Πορτογαλίας, 57% του Βελγίου κ.α.). Δεν έχουν πρόσβαση στα κεφάλαια του χρηματιστηρίου, ενώ δε μπορούν να αξιοποιήσουν τα νέα χρηματοδοτικά προϊόντα. Αποκλείονται εμμέσως από τα αναπτυξιακά κίνητρα του ν. 2601/98. Δεν έγινε εφικτή η χρηματοδότησή τους από τις συνεταιριστικές τράπεζες, παρότι ιδρύθηκαν δεκατέσσερις. Η πρόσφατη θεσμοθέτηση Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και πολύ Μικρών Επιχειρήσεων είναι θετικό κατ΄αρχήν γεγονός, αλλά με πολλά κενά και παραπομπές σημαντικών ζητημάτων σε ΚΥΑ. Επιπλέον, με τα κριτήρια που θα λειτουργήσει, θα μεταφέρει το κόστος εγγυήσεων και καταπτώσεων στους δανειολήπτες, χωρίς να προβλέπει ευνοϊκότερα κριτήρια χρηματοδότησης και κόστους για όσες Μ.Μ.Ε. έχουν την εγγύηση. Ακόμη και η χρηματοδότησή τους μέσω του Γ΄ Κ.Π.Σ. είναι προβληματική, αφού μόνον το 3,7% από αυτό, δηλαδή περίπου 660 δις δρχ. για έξι χρόνια, αφορά αμιγώς δράσεις για τις ΜΜΕ. Σύμφωνα μάλιστα με τις προϋποθέσεις συμμετοχής στα ΠΕΠ (όρια τζίρων και αριθμός εργαζομένων ανά επιχείρηση), αποκλείονται από αυτά εξ ορισμού 63.000 σε σύνολο 70.000 μεταποιητικών επιχειρήσεων στην Αττική και Θεσσαλονίκη, και σημαντικό ποσοστό σε άλλες περιοχές. Τα σημερινά στοιχεία, ημέρα που λήγει η προθεσμία υποβολή των αιτήσεων, επιβεβαιώνουν τραγικά τις παραπάνω προβλέψεις μας, όπως τις είχαμε επισημάνει στην επερώτησή μας όταν την καταθέσαμε, στις 6/12/2002. Μόλις 225 αιτήσεις κατατέθηκαν μέχρι χθες στην Εθνική Τράπεζα, και υποθέτω πολύ λιγότερες στις άλλες. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η δήλωση του κ. Πάχτα (Ημερήσια 16/1/2003) ότι «τα κεφάλαια που δε θα διατεθούν θα μεταφερθούν σε έναν δεύτερο κύκλο, τον οποίο το Υπουργείο προσανατολίζεται να ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα, αφού πρώτα βελτιωθούν οι προϋποθέσεις συμμετοχής των ενδιαφερομένων στο πρόγραμμα». Πρόκειται για δημόσια δήλωση παραδοχής των προβλημάτων στους όρους και προϋποθέσεις συμμετοχής στα ΠΕΠ, που έγκαιρα είχε επισημάνει και η ΓΣΕΒΕΕ. Προτείνουμε, στο δεύτερο κύκλο, αν τελικά θα γίνει, η κυβέρνηση να πάρει σοβαρά υπόψη της τις προτάσεις της ΓΣΕΒΕΕ. Και εδώ, θα ήθελα να τονίσω, ότι το μικρό ουσιαστικά ενδιαφέρον της κυβέρνησης για τους μικρομεσαίους φαίνεται και από το γεγονός ότι ελάχιστα συνομιλεί με τους επίσημους εκπροσώπους τους, και μάλιστα στην πολυμελή Επιτροπή Παρακολουθήσης, η οποία καθορίζει και τους όρους εφαρμογής αυτών των προγραμμάτων συμμετέχει μόνον ένας εκπρόσωπος της ΓΣΕΒΕΕ. Αυτές που μένουν λοιπόν να χρηματοδοτηθούν, αξιοποιώντας τους πόρους του Γ΄ Κ.Π.Σ., είναι κατά βάση μεγάλες επιχειρήσεις, κυρίως ΑΕ. ʼλλωστε, ανάλογο γεγονός συνέβηκε και στα αντίστοιχα Π.Ε.Π. του Β΄Κ.Π.Σ., αφού οι ΑΕ και οι ΕΠΕ αποτελούσαν το 68% των επιχειρήσεων που έτυχαν χρηματοδότησης. 2) Τη φορολόγησή τους. Επί σειρά ετών, με εξωλογιστικά συστήματα και επαχθείς ρυθμίσεις που αύξησαν υπέρογκα τους φόρους, ιδίως των πολύ μικρών επιχειρήσεων, και «απαγόρευαν» την ύπαρξη ζημιών. Σήμερα δε, ακόμη και η φορολογική μεταρρύθμιση που προωθεί το λογιστικό προσδιορισμό των κερδών, υπονομεύεται ευθέως από τη διατήρηση του εξωλογιστικού προσδιορισμού του Φ.Π.Α. και των κερδών ανά τριετία (συνάφεια). Έντονες είναι οι διαμαρτυρίες των μικρομεσαίων σχετικά με τη νέα παράταση ρύθμισης των υποθέσεων μέχρι 31/3 που έδωσε η κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι η ΓΣΕΒΕΕ από την αρχή της εφαρμογής της ρύθμισης ζήτησε την αναστολή της και διάλογο για κλείσιμο των υποθέσεων χωρίς νέα βάρη. 3) Την έλλειψη σχεδιασμού και εφαρμογής ειδικών κλαδικών αναπτυξιακών πολιτικών, στη βάση ιδιαίτερων και διαφοροποιημένων ρόλων που παίζουν κλάδοι ή ομάδες επιχειρήσεων εντός κλάδων και χρήζουν κινήτρων. 4) Τη ραγδαία και χωρίς έλεγχο εξάπλωση των πολυκαταστημάτων, με οδυνηρές συνέπειες για χιλιάδες Μ.Μ.Ε. Οι Μ.Μ.Ε. πρέπει να προστατευθούν από τον αθέμιτο ανταγωνισμό με πρακτικές όπως οι πωλήσεις κάτω του κόστους, τα είδη «κράχτες», οι επιβαρύνσεις για πρόσβαση στο ράφι κ.ά., καθώς και οι καταναλωτές από τις δήθεν προσφορές και εκπτώσεις σε αμφιβόλου ποιότητας προϊόντα. Ιδιαίτερο πρόβλημα θα δημιουργηθεί για τις Μ.Μ.Ε. εάν ισχύσει ο κανονισμός που προωθείται στην Ε.Ε., που προβλέπει ότι τα κράτη μέλη δεν θα επιβάλλουν περιορισμούς και απαγορεύσεις στις πρακτικές προώθησης πωλήσεων, όπως φαίνεται και από τις αντιδράσεις φορέων και άλλων κρατών μελών της Ε.Ε. και του ίδιου του Ευρωκοινοβουλίου. Η επιχειρούμενη απελευθέρωση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων, υπό την πίεση των πολυεθνικών, όπως επιχειρείται, δηλαδή: • με την πρόθεση του Υπ. Εργασίας να επεκτείνει το ωράριο όλων των καταστημάτων των τουριστικών περιοχών μέχρι 23.00, «βαφτίζοντας» τουριστική περιοχή όλη την Ελλάδα, • την ανοχή σε παραβιάσεις του ωραρίου σε πολλούς νομούς κατά την εορταστική περίοδο, • το αίτημα του «Αθήνα 2004» για απελευθέρωση του ωραρίου, • η απόφαση του Νομάρχη Ανατ. Αττικής για λειτουργία των καταστημάτων και τις Κυριακές στην περιοχή Μαρκόπουλου κ.ά. θα έχει οδυνηρές συνέπειες στη λειτουργία και στην επιβίωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. 5) Χωροταξικά προβλήματα, που εντοπίζονται σε: • έλλειψη Βιοτεχνικών Πάρκων και Βιοτεχνικών Ζωνών με τις ανάλογες υποδομές, παρότι εξαγγέλθηκαν από το 1980. Ειδικότερα για τα Π.Σ. Αθήνας και Θεσσαλονίκης και Πάτρας, επείγει η δημιουργία τους. • συναρμοδιότητα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης να καθορίζει τις χρήσεις γης στα όρια των Δήμων, η οποία οδηγεί πολλές φορές σε έξωση πολλών επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Οι αποφάσεις που πήραν ορισμένοι Δήμοι για αλλαγή χρήσης γης ορισμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων, δημιουργεί προβλήματα εγκατάστασης στις Μ.Μ.Ε. • περιβαλλοντικά ζητήματα, όπως οι δυνατότητες τήρησης των κανόνων προστασίας περιβάλλοντος, αλλά και η καθυστέρηση στην έκδοση των Υπουργικών Αποφάσεων που προβλέπονται από το ν.2965/2001, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση και της αδειοδότησης χιλιάδων βιοτεχνιών, που αποκλείονται έτσι και από κοινοτικά αναπτυξιακά προγράμματα. 6) Το πλαίσιο λειτουργίας των συνεταιρισμών και των κοινοπραξιών, που δεν ευνοεί τις μορφές συνένωσης, που σε πολλές περιπτώσεις είναι απαραίτητες για την επιβίωση των Μ.Μ.Ε. Επιπλέον, τα προγράμματα συνεργασίας των Μ.Μ.Ε. (Glasters) που προβλέπονταν ακόμη από το Β΄Κ.Π.Σ., δεν αξιοποιήθηκαν από τις Μ.Μ.Ε. της χώρας μας, επειδή το νομικό πλαίσιο που υπάρχει περιέχει σημαντικά αντικίνητρα, όπως ο συντελεστής φορολόγησης 35% στους συνεταιρισμούς, και επιπλέον δεν είναι εναρμονισμένο προς το αντίστοιχο ευρωπαϊκό, που προβλέπει ευνοϊκότερους όρους για τις κοινοπραξίες και τους συνεταιρισμούς των Μ.Μ.Ε., με αποτέλεσμα να χάνονται σημαντικά ποσά. 7) τα δημοτικά τέλη διαφόρων κατηγοριών, που ανέρχονται σε δεκαπέντε περίπου, είναι υψηλά, και καθορίζονται ανεξάρτητα από τον πληθωρισμό ή άλλο προσδιοριστικό παράγοντα, πλην της αναφοράς σε μελλοντικές ανταποδοτικές υπηρεσίες. 8) Τα ζητήματα ασφάλισης των μικρομεσαίων επιχειρηματιών, οι οποίοι έχουν το δυσμενέστερο ασφαλιστικό καθεστώς, με ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της άμεσης καταβολής των 142 δις προς το ΤΕΒΕ, που εκ του νόμου οφείλει το κράτος, και η καταβολή τους αποτελεί ζήτημα επιβίωσης του Ταμείου. καθώς και η ολοκλήρωση της ενοποίησης του ΟΑΕΕ. Επίσης, πρόσφατα εξέφρασε τη διαφωνία της η ΓΣΕΒΕΕ σχετικά με το μικρό ποσοστό αύξησης των συντάξεων, οι οποίες παραμένουν συντάξεις πείνας, ενώ κρίνουν υπερβολικό το ποσοστό αύξησης των εισφορών, καθώς και με την υποχρεωτική μετάταξη χιλιάδων ασφαλισμένων από τη Ζ΄ στην Η΄ ασφαλιστική κατηγορία ΤΕΒΕ, που συνεπάγεται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση των ασφαλισμένων, χωρίς ανάλογη αύξηση των συντάξεών τους. Επίσης, σημαντικής σημασίας είναι και τα προβλήματα όπως: • Οι αδυναμίες πρόσβασης των Μ.Μ.Ε. στις κρατικές προμήθειες. • Οι δυσκολίες στη διαδοχή-μεταβίβαση επιχειρήσεων • Η ελλιπής σύνδεση επαγγελματικής κατάρτισης κα αγοράς εργασίας. • Η διευθέτηση των προβλημάτων τήρησης τεχνικού ασφαλείας. • Οι επαγγελματικές μισθώσεις κ.ά. Τέλος, βασική πρόταση της ΟΚΕ που έχει υιοθετήσει και το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας είναι ότι πρέπει να διατυπωθεί ένας εθνικός ορισμός για το χαρακτηρισμό των Μ.Μ.Ε., σε συνδυασμό με τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο ορισμός αυτός θα μπορούσε να διατηρήσει τις ονομασίες «αυτοαπασχολούμενοι» (0 απασχολούμενοι, «πολύ μικρές επιχειρήσεις» (μέχρι 9 εργαζόμενοι), «μικρές επιχειρήσεις» (άνω των 10 έως 30 ή 40 εργαζόμενοι), «μεσαίες επιχειρήσεις» (άνω των 40 εργαζομένων), αλλά και να προσαρμόζει το ύψος του τζίρου στα ελληνικά δεδομένα. Τελειώνοντας, θέλω να επαναλάβω ότι το ζητούμενο για μια ακόμη φορά είναι μια ανάπτυξη που θα δημιουργεί απασχόληση και περιφερειακή σύγκλιση, θα εξασφαλίζει κοινωνική συνοχή και θα είναι διεθνώς ανταγωνιστική, ενώ παράλληλα θα προστατεύει το περιβάλλον. Απασχόληση – ανταγωνιστικότητα – περιβάλλον είναι είτε αλληλο-αποκλειόμενοι ρόλοι ή κοινές αλληλένδετες ανάγκες της κοινωνίας. Εμείς λέμε το δεύτερο και αγωνιζόμαστε να γίνει εφικτό.