Ομιλία κατά την συζήτηση του Προϋπολογισμού του 2005

Κυριακή, 19 Δεκέμβριος 2004 02:00 Ομιλίες
Εκτύπωση
Κυρία και κύριοι συνάδελφοι της Κυβέρνησης και της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, είναι καιρός να προσγειωθούμε με την πραγματικότητα, να σταματήσουμε να παίζουμε με τις λέξεις και να παραδεχθείτε ότι οι ελληνικοί προϋπολογισμοί ήταν πάντοτε ελλειμματικοί. Ενώ το δημόσιο χρέος δεν εισήλθε ποτέ σε μια τροχιά αποκλιμάκωσης άλλα συνέχισε να διογκώνεται παρά τα σημαντικού ύψους κοινοτικά κονδύλια που εισέρευσαν τα τελευταία χρόνια στη χώρα, παρά την αύξηση του ΑΕΠ, παρά την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων χωρίς όρους και όρια από τη μια μεριά και τη συγκράτηση των μισθών και την ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας από την άλλη. Δυστυχώς το κράτος έγινε φτωχότερο και πιο χρεωμένο. Όπως ακριβώς και η πλειοψηφία των πολιτών. Η σημερινή οικονομία έχει τα τελευταία χρόνια στη διάθεση της ένα συνδυασμό ευνοϊκών παραγόντων όπως: οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, το άνοιγμα των βαλκανικών αγορών που θα έπρεπε να είχαν δημιουργήσει εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες για την οικονομική και πολύ περισσότερο για την ισόρροπη ανάπτυξη. Δεν έδωσε όμως ο συνδυασμός αυτός αποτελέσματα ούτε στο πεδίο του παραγωγικού μετασχηματισμού της οικονομίας, ούτε στο πεδίο της εξασφάλισης απασχόλησης σε ικανό για εργασία πληθυσμό, της μείωσης των περιφερειακών ανισοτήτων, της ενίσχυσης των έργων και δράσεων για την προστασία του περιβάλλοντος, για το κοινωνικό κράτος. Δεν έδωσε αποτελέσματα για την καλυτέρευση της ζωής του εργαζόμενου, του έλληνα αγρότη, του μισθωτού, του συνταξιούχου. Σ' αυτή τη σκληρή πραγματικότητα και καθημερινότητα του πολίτη πρέπει να στρέψουμε τη συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2005. Πραγματικότητα που θέτει κρίσιμα ερωτήματα. Γιατί δεν απέδωσαν οι μέχρι τώρα πολιτικές; Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα συνεχίσει με μια πιο συντηρητική και με καθαρόαιμα νεοφιλελεύθερες επιλογές πολιτική; Ποιοι θα κληθούν να πληρώσουν και πάλι την ήπια προσαρμογή και τα νέα ελλείμματα; Οι εργαζόμενοι βέβαια. Ποιοι θα είναι οι ωφελημένοι; Το ιδιωτικό, τραπεζικό και χρηματοοικονομικό σύμπλεγμα συμφερόντων. Ας δούμε, κύριοι συνάδελφοι, σε σχέση με τον προϋπολογισμό, ειδικότερα τους τομείς της αγροτικής ανάπτυξης, της περιφερειακής, των υποδομών και του περιβάλλοντος. Ο αγροτικός τομέας εξακολουθεί να βρίσκεται σε κρίση. Παρατηρείται μια σταθερή μείωση των απασχολούμενων στην γεωργία κάθε χρόνο. Το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα παραμένει καθηλωμένο στο 50% του μέσου κοινοτικού πλαισίου. Και το 35% των Ελλήνων αγροτών ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Το επόμενο ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι αν μπορεί η ελληνική γεωργία να γίνει βιώσιμη και ανταγωνιστική. Αν μπορεί, δηλαδή, να επιτευχθεί η σύγκλιση. Ο ίδιος ο προϋπολογισμός όμως απαντά αρνητικά. Αφού επιπλέον εθνικοί πόροι δεν διατίθενται, ενώ η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να περιορίσει την ποσοστιαία συμμετοχή των γεωργικών δαπανών στον προϋπολογισμό είναι γνωστή και δεδομένη. Τρία Κοινοτικά Πλαίσια ξοδεύτηκαν χωρίς να προσφέρουν στη γεωργία τις διαρθρωτικές αλλαγές και τα έργα υποδομής που απαιτούνταν. Και αυτό έγινε γιατί τα κονδύλια για τη βελτίωση του αγροτικού τομέα αποτέλεσαν απλά παροχές κάθε είδους. Οι ειδικές δράσεις του Προϋπολογισμού για την αγροτική ανάπτυξη με δεδομένη την απουσία μιας εθνικής αγροτικής πολιτικής -άκουσα τον κύριο Υπουργό, τον κ. Μπασιάκο, και δεν διέβλεψα μια τέτοια εθνική αγροτική πολιτική, βιώσιμη για την ελληνική γεωργία και με τους όρους που τίθεται από την ΚΑΠ- φαίνεται ότι τελικά δεν θα επιτευχθούν. Οι καλλιέργειες πολλών ορεινών και αλιευτικών περιοχών θα εγκαταλειφθούν γιατί δεν θα αντέξουν στους όρου της ανταγωνιστικής γεωργίας. Η Κυβέρνηση εξακολουθεί όμως να μην παίρνει αποφάσεις για τα ποσοστά της αποδέσμευσης στα βασικά αγροτικά μας προϊόντα, να μην αναλαμβάνει πρωτοβουλίες που απαιτούνται για τη δημιουργία υπηρεσιών και μηχανισμών στήριξης της αγροτικής πολιτικής. Τέλος, σ' αυτό τον Προϋπολογισμό δεν εξασφαλίζεται η σταθερή χρηματοδότηση στο ύψος των ετήσιων αναγκών του ΕΛΓΑ. Αντί αυτού, η Κυβέρνηση διατηρεί το καθεστώς ενός καταχρεωμένου οργανισμού. Όσον αφορά την περιφερειακή ανάπτυξη, οι χαμηλοί ρυθμοί απορρόφησης των κοινοτικών προγραμμάτων, αλλά και η ένδεια εθνικής χρηματοδότησης, φρενάρουν επικίνδυνα το Γ' Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης και η απώλεια κοινοτικών πόρων είναι πλέον δεδομένη. Με τον Προϋπολογισμό του 2005, παρά τις διακηρύξει του κυρίου Πρωθυπουργού ότι ήρθε η ώρα της περιφέρειας, η κατάσταση όχι μόνο δεν είναι αναστρέψιμη, αλλά βαίνει επιδεινούμενη. Οι ελληνικές περιφέρειες εξακολουθούν να παρουσιάζουν χαμηλούς δείκτες ανάπτυξης, με την ανεργία να αυξάνεται, αφού η περιβόητη ανάκαμψη από το Γ' Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης γονάτισε από το βάρος του διογκούμενου κόστους των Ολυμπιακών Αγώνων και από την ανεπάρκεια της διοίκησης και των δομών που είχαν επιλεγεί για τη διαχείριση και υλοποίηση των προγραμμάτων. Όπως είχαμε τονίσει και πέρσι, τα μεγαλύτερα προβλήματα του Προϋπολογισμού, τόσο για το 2004 όσο και για το 2005 και φοβάμαι για πολλά χρόνια ακόμη, εντοπίζονται στο πρόγραμμα των δημοσίων επενδύσεων σε σχέση με τις δαπάνες για τα έργα του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, αλλά και τα άλλα περιφερειακά έργα που περιλαμβάνονται στο εθνικό σκέλος του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων. Το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, όπως πέρσι έτσι και φέτος, μειώνεται σημαντικά. Κι έτσι η ένδεια εθνικής χρηματοδότησης, που άλλωστε πρέπει να προκαταβληθεί για τα έργα του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, είναι πραγματικότητα πλέον ότι φρενάρει επικίνδυνα την πρόοδο υλοποίησής του. Η Κυβέρνηση προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα με την κατασκευή ακόμη και των μικρότερων έργων της περιφέρειας με τις συμβάσεις παραχώρησης, όταν ακόμη και αυτές που πρωτοδημοπρατήθηκαν το 2000 βρίσκονται σε χειμέρια νάρκη και όταν κανένα νομοθετικό πλαίσιο για τη διαχείρισή τους δεν έχει ακόμη κατατεθεί. Το δυστύχημα είναι ότι σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος του ΥΠΕΘΟ, εκτός από τους συνεχιζόμενους χαμηλούς ρυθμούς απορρόφησης των κοινοτικών κονδυλίων -30% για τα Υπουργεία και 22% μόλις για την περιφέρεια- μη ικανοποιητική κρίνεται και η πορεία των νομικών δεσμεύσεων σε πολλά προγράμματα του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, ιδιαίτερα των φτωχότερων περιφερειών. Με τους ρυθμούς να επιβραδύνονται, αντί να αυξάνονται, χαμηλότερη θα είναι και η δημόσια δαπάνη και πολύ μεγάλη θα είναι η απώλεια των κοινοτικών πόρων. Τα προστιθέμενα όμως ελλείμματα στην ανάπτυξη της χώρας, ιδιαίτερα της περιφέρειας, αυξάνονται κατακόρυφα και μαζί μ' αυτά η ανεργία, οι κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες. Εμείς λέμε, αντί για την περικοπή των έργων, να ενισχυθούν οι φορείς και οι υπηρεσίες της περιφέρειας για την προώθηση των προγραμμάτων, για τον δημοκρατικό προγραμματισμό και τον χωροταξικό σχεδιασμό. Γιατί η ανάπτυξη της χώρας μας εξακολουθεί να πορεύεται άναρχα και στρεβλά, χωρίς ολοκληρωμένο χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, χωρίς συγκεκριμένες προϋποθέσεις για αποτελεσματική και συστηματική ανάπτυξη του ελληνικού χώρου, χωρίς δασολόγιο και Εθνικό Κτηματολόγιο, ενώ συστηματικά εκτοξεύονται αντιφατικές και ελλιπείς ρυθμίσεις νόμου, όπως αυτές του δασοκτόνου νόμου, οι συνεχείς νομιμοποιήσεις των αυθαιρέτων, όπως και η τακτική της νέας Κυβέρνησης να κατευθύνει τελικά το χωροταξικό σχεδιασμό και τις χρήσεις γης ανάλογα με τα "φιλέτα" της δημόσιας γης που θέλει να πουλήσει ή να δώσει στους ιδιώτες για εκμετάλλευση. Το περιβάλλον βέβαια, παρά τις διακηρύξεις, είναι στα αζήτητα του Προϋπολογισμού. Αρνητική εξέλιξη παρουσιάζουν τα μεγέθη που αφορούν επενδύσεις ζωτικής σημασίας για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και την εθνική υποχρέωση που απορρέει από το Πρωτόκολλο του Κιότο. Η απίσχνανση πόρων ζωτικής σημασίας για το περιβάλλον που προβλέπονται στις πιστώσεις του 2005 για τις περιφέρειες, έχει μείωση της τάξης του 50% ή και 60%. Δείχνουν έτσι κάθε εγκατάλειψη περιφερειακής πολιτικής, ή πολιτικής αειφόρου ανάπτυξης. Τελικά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο κρατικός Προϋπολογισμός του 2005 επιβεβαιώνει και αυτός, σε συνέχεια με τον πρόσφατο αναπτυξιακό και φορολογικό νόμο, ότι η οικονομική πολιτική που ακολουθεί η Κυβέρνηση, είναι βαθιά συντηρητική και διευρύνει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της προηγούμενης Κυβέρνησης. Οι ίδιοι οι αριθμοί μαρτυρούν ότι η ελληνική κοινωνία είναι η κοινωνία των μεγάλων ανισοτήτων. Ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς έχει καταθέσει μία σειρά προτάσεων νόμων και ρυθμίσεων, με κορυφαία και δυνατό να υλοποιηθεί άμεσα την πρόταση για την καθιέρωση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, γιατί το ποσοστό του 25% των πολιτών που ζουν κάτω από το όριο της φτώχιας στη χώρα μας είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, γιατί η ελληνική κοινωνία δεν θα αντέξει άλλο τις μεγάλες ανισότητες, γιατί ο πολίτης του 21ου αιώνα έχει δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή διαβίωση και κοινωνική ασφάλιση, καθώς και σε ποιότητα στο περιβάλλον. Επιτέλους, κύριοι συνάδελφοι, που επικοινωνιακά ανταλλάσσετε τα πυρά σας, ας δείτε τουλάχιστον αυτό το μεγάλο ποσοστό των πολιτών που ζει υπό κοινωνικό αποκλεισμό.