Ομιλία στη συζήτηση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του Ν/Σ "Ζώα συντροφιάς, αδέσποτα ζώα συντροφιάς και άλλες διατάξεις"

Πέμπτη, 03 Ιούλιος 2003 02:00 Ομιλίες
Εκτύπωση
Κύριε Πρόεδρε, το νομοσχέδιο αυτό πραγματικά έρχεται με μια μεγάλη καθυστέρηση. Έχει ορισμένες θετικές διατάξεις όπως για παράδειγμα αυτές που αφορούν στη σήμανση, στην υιοθεσία των ζώων, στην τιμωρία αυτών που τα κακοποιούν και βέβαια διαπνέεται από το σκοπό ότι θέλει να προάγει την αρχή της ζωοφιλίας. Έχει, όμως, και διατάξεις μη θετικές όπως αυτή του άρθρου 7 για την οποία κάναμε αρκετή συζήτηση στην επιτροπή για να διορθωθεί και που έχει δημιουργήσει μεγάλη ανησυχία σε μας και τεκμηριωμένα το θέτουν όλο αυτό το θέμα οι ζωοφιλικές οργανώσεις. Κύριοι συνάδελφοι, η σχέση του ανθρώπου με τα ζώα είναι πράγματι ένα δείγμα πολιτισμού. Νομίζω, ότι όλοι μας που συζητήσαμε και στην επιτροπή και εδώ, επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας με αυτή τη λογική και τους στόχους μας για ένα νομοσχέδιο το οποίο θα πρέπει να απαντήσει στο σοβαρό και χρόνιο πρόβλημα των κατοικίδιων και των αδέσποτων ζώων στη χώρα μας. Επίσης, ένα νομοσχέδιο που θα πρέπει να επιχειρεί τη νομοθετική προσαρμογή στην πραγματικότητα και στις ευαισθησίες της σύγχρονης κοινωνίας. Και βέβαια, οι ευαισθησίες της ελληνικής κοινωνίας είναι σημαντικές στα θέματα των ζώων, αρκεί να πούμε ότι η Ελλάδα σήμερα αριθμεί περισσότερες από ογδόντα πέντε φιλοζωικές οργανώσεις ενώ σε 1.500.000 οι Έλληνες που έχουν κατοικίδια ζώα. Και βέβαια μιλούμε για τα καταγεγραμμένα. Ο πραγματικός αριθμός είναι μεγαλύτερος. Η σύγχρονη κοινωνία μας δεν κάνει μόνο τους υπερήλικες να θεωρούν τα ζώα ως συντρόφους τους αλλά σήμερα παρατηρείται και στις νεαρές ηλικίες ότι τα ζώα και κυρίως οι σκύλοι και οι γάτες δεν είναι πλέον ένα αντικείμενο για τα παιδιά και τους έφηβους αλλά είναι οι φίλοι τους και στις πιο δύσκολες στιγμές τους προσφέρουν πάρα πολλά πράγματα. Επί μια δεκαετία συζητάμε στη χώρα μας για το θέμα των αδέσποτων ζώων. Και βέβαια ενδεχομένως να μην χρειαζόταν να συζητάμε ούτε και σήμερα εάν σε ένα χρόνο δεν είχαμε τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Και η εικόνα που θα παρουσίαζε τότε η Αθήνα απλά θα επιβεβαίωνε όσα μας καταμαρτυρούν οι λοιποί Ευρωπαίοι και οι διεθνείς επικριτές μας. Το Υπουργείο Γεωργία σχεδίασε ένα νομοσχέδιο αμφιβόλου αποτελεσματικότητας. Και αυτό για ένα βασικό λόγο. Γιατί δεν εξασφαλίζονται οι αναγκαίοι πόροι. Κανείς δεν εκταμιεύει χρήματα για τα αδέσποτα, ακόμη και αν ο σκοπός είναι ιερός, η καλή εικόνα της Ολυμπιάδας. Έτσι αυτό που θα προκύψει ενδεχόμενα ως άμεσο υλοποιήσιμο από το σύνολο των προβλεπόμενων διατάξεων του νομοσχεδίου, είναι η ιατρική περίθαλψη και η στείρωση μόνο τριών χιλιάδων ζώων στους δεκατρείς δήμους της Αττικής που έχουν στα όρια ή στην περιοχή που υπάρχουν οι αθλητικές εγκαταστάσεις, ένα κόστος δηλαδή της τάξης των 290.000 ευρώ. Αυτό όμως που έχει ανάγκη η κοινωνία και που θα έβρισκε ανταπόκριση στα φιλοζωϊκά αισθήματα των ανθρώπων είτε τα έχουν ανάγκη ως ζώα συντροφιάς είτε όχι θα ήταν η θέσπιση κανόνων και ρυθμίσεων συνολικής μεταχείρισης, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με πολλούς από τους ορισμούς και τις έννοιες του νομοσχεδίου και κυρίως με τη μονιμότερη λειτουργία των ασύλων ιατρείων των ζώων και τη σωστή επανατοποθέτησή τους, μετά από στείρωση, εμβολιασμό, θεραπεία, σήμανση και επανένταξη στο περιβάλλον. Και βέβαια στο νομοσχέδιο δεν γίνεται καθόλου μνεία με ειδικότερες διατάξεις για τα ζώα και ιδιαίτερα τους σκύλους που αποτελούν πέρα από το σύντροφο συντροφιάς ένα βασικό εργαλείο υποστήριξης για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Κατά τη συζήτηση στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής είχαμε επισημάνει ότι σε κάποια θέματα το νομοσχέδιο ρύθμιζε θετικά πράγματα, στη σήμανση των ζώων, στο να εμποδίζει τον καθένα να εγκαταλείψει το ζώο που φιλοξενεί και που από κάποια στιγμή και ύστερα του είναι ανεπιθύμητο. Καταθέσαμε όμως τροποποιήσεις πολλές σχετικά με τα ζώα συντροφιάς με τον αριθμό των ζώων συντροφιάς που μπορεί να έχει ο καθένας μέσα στο σπίτι του, τη δυνατότητα παρουσίας των ζώων σε δημόσια κτίρια, την επιβολή ποινικών κυρώσεων ανάλογα με τον τρόπο θανάτωσης των ζώων, τις ελάχιστες διαστάσεις του χώρου διαμονής των ζώων για την εξασφάλιση υγιεινών συνθηκών καθώς και την αποκλειστικότητα των κτηνιάτρων για την ίδρυση κτηνιατρικών κλινικών που επιχειρεί να επιβάλλει το νομοσχέδιο. Καμία απ' αυτές τις παρατηρήσεις μας ή τις εισηγήσεις μας για τροποποίηση δεν έγιναν αποδεκτές. Αυτό όμως που κυρίως στοιχειοθετεί την αντίθεσή μας προς το νομοσχέδιο αυτό αποτελεί η καθιέρωση των χώρων συγκέντρωσης των αδέσποτων ζώων. Ενώ είναι παρήγορο ότι ρητά απαγορεύει την ευθανασία, δεν είναι το ίδιο σαφές πως αντιμετωπίζει την ασυλοποίηση των ζώων. Αρμόδιοι για την περισυλλογή των αδέσποτων σκύλων είναι οι δήμοι και οι κοινότητες. Έτσι αναφέρεται στο άρθρο 7 παρ. 1, χωρίς δηλαδή συμμετοχή των ζωωφιλικών σωματείων αλλά μόνο μετά από έγκριση του αρμόδιου δήμου ή της κοινότητας όπως χαρακτηριστικά δηλώσατε κύριε Υφυπουργέ και κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή. Δεν μπορούμε να υποχρεώσουμε είπατε την τοπική αυτοδιοίκηση από την αρχή σε συνεργασία με τα ζωωφιλικά σωματεία. Αν θέλει ο εκπρόσωπος του Ζωοφιλικού Σωματείου μπορεί να πάει. Γνωρίζουμε όμως όλοι ότι οι ζωοφιλικές οργανώσεις πρωτοστάτησαν σε όλα αυτά τα χρόνια για την περίθαλψη των ζώων. Έχοντας απέναντί τους την κρατική αδιαφορία και ό,τι όσα κυνοκομεία λειτούργησαν υπό την εποπτεία συγκεκριμένων δήμων, καταγγέλθηκαν δικαιολογημένα από τους φιλόζωους πολίτες και για τις απαράδεκτες συνθήκες φυλάκισης των ζώων αλλά και για οικονομικά σκάνδαλα που αφορούσαν τη χρηματοδότηση του κυνοκομείου, τόσο για την εγκατάστασή του όσο και για τη λειτουργία του. Επανερχόμαστε, λοιπόν, στο θέμα της οικονομικής κάλυψης των καταφυγίων που προβλέπει το νομοσχέδιο στο άρθρο 7. Και θέλω να πω εδώ ότι στην έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους η ετήσια δαπάνη είναι ακαθόριστη. Θυμίζουμε ότι χρειάζονται 300.000 ευρώ το χρόνο για να λειτουργήσει μία εγκατάσταση για εκατό ζώα. Και το ποσό αυτό θα πρέπει να το πολλαπλασιάσετε επί τις χιλιάδες που είναι τα αδέσποτα ζώα. Από πού θα εξασφαλιστούν αυτά τα κονδύλια, όταν οι περισσότεροι δήμοι είναι υπερχρεωμένοι; Μήπως το κόστος της πρότασης των φιλοζωικών σωματείων για στείρωση, θεραπεία, εμβολιασμό, σήμανση και επιστροφή στο περιβάλλον, είναι χαμηλότερο; Μήπως η λύση των δημοτικών ιατρείων ή ακόμη καλύτερα των κινητών μονάδων περίθαλψης μικρών ζώων, που μπορούν και να αυτοχρηματοδοτούνται είναι καλύτερη. Με δεδομένη την ασάφεια λοιπόν και την απουσία των οικονομικών στοιχείων που θα κάλυπταν τα τεράστια έξοδα που απαιτούνται, τόσο για την κατασκευή όσο και για την λειτουργία των καταφυγίων, είτε για τα έξοδα της παραμονής και της θεραπείας των ζώων, τελικά, επειδή δεν έγιναν και άλλες διορθώσεις που έχουμε προτείνει, θα καταψηφίσουμε και εμείς το παρόν νομοσχέδιο τουλάχιστον επί της αρχής και θα δούμε εκείνα τα άρθρα στα οποία εμείς θα συμφωνήσουμε και τα οποία θα ψηφίσουμε. Ενδέχεται τελικά να μην ενδιαφέρει το νομοθέτη και πολύ το ποσο αποτελεσματική θα είναι η ρυθμιση που προωθείται για τα αδέσποτα, οπότε χωρίς πόρους με αυτά τα καταφύγια, χωρίς συνεργασία με τις φιλοζωικές οργανώσεις, να οδηγηθούμε αναπόφευκτα σε αναγκαστικές λύσεις όπως είναι ο ισόβιος εγκλεισμός τους, η ασυλοποίηση και τελικά ο αφανισμός των αδέσποτων. Και δύο κουβέντες όσον αφορά τα θέματα τροποποιήσεων για τα ζητήματα του ΕΘΙΑΓΕ. Κατά τη συζήτηση του Ν.2945 για το εθνικό σύστημα προστασίας της αγροτικής δραστηριότητας είχαμε εκφράσει πολλές επιφυλάξεις και αντιρρήσεις κυρίως για τις αλλαγές που είχαν προωθηθεί στο οργανωτικό και λειτουργικό μέρος του ΕΘΙΑΓΕ. Είχαμε πει ότι δεν εξυπηρετούσαν το βασικό σκοπό του ιδρύματος τη σύνδεση της έρευνας με τον αγροτικό τομέα και τις ανάγκες της ελληνικής γεωργίας, με τον πρωτογενή τομέα κυρίως παραγωγής, την εφαρμογή της επιστήμης στο χωράφι, τη βοήθεια προς τον παραγωγό, τη προσαρμογή της ελληνικής γεωργίας στις σύγχρονες απαιτήσεις των καταναλωτών και της αγοράς. Οι τροποποιήσεις λοιπόν των Ν. 1845 και Ν. 2945 δεν διαφαίνεται ότι εξυπηρετούν τους πιο πάνω σκοπούς. Είχαμε επισημάνει ότι το κύριο πρόβλήμα στην αγροτική έρευνα είναι η χρηματοδότηση και η οργανωτική δομή. Δυστυχώς, μεχρι σήμερα καλύπτονται μόνο τα λειτουργικά έξοδα και η μισθοδοσία των ερευνητών. Το μοναδικό πρόγραμμα ύψους 3,5 δισεκατομμυρίων δραχμών προέρχεται από την Ευρωπαϊκή 'Ενωση. Και αυτό σύμφωνα με τους υπεύθυνους του ΕΘΙΑΓΕ δεν φθάνει για να εκπληρώσει τους σκοπούς τους ιδρύματος. Οι τροποποιήσεις που προωθούν κατά βάση το διαχωρισμό μεταξύ του διοικητικού μηχανισμού και τους ερευνητικού σώματος και λειτουργούν τελικά υπέρ του πρώτου, αφού το βάρος μετακινείται στην οικονομική διαχείριση, ιδιαίτερα των μονάδων που βρίσκονται στην περιφέρεια, ανεξάρτητα από το γνωστικό και επιστημονικό αντικείμενο δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. ʼλλωστε και στο τελευταίο νομοσχέδιο του Υπουργείου Γεωργίας για την αγροτική γη είχαμε να αντιμετωπίσουμε και εκεί θέματα διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων του ΕΘΙΑΓΕ. Την αναβάθμιση και την ενίσχυση της χρηματοδότησης για την επιστημονική έρευνα τελικά σε όλη αυτήν τη διαδικασία των τροποποιήσεων μέχρι σήμερα και στη σημερινή δεν την έχουμε συναντήσει. Το πρόβλημα και το ερώτημα παραμένει, κύριε Υπουργέ, και επί της ουσίας είναι ότι οι αλλαγές αυτές δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς και δεν δίνουν τα εργαλεία, για να εξυπηρετηθούν οι σκοποί της εφαρμοσμένης έρευνας.