Home Ομιλίες Ομιλία στη Συζήτηση επί της αρχής του Ν/Σ του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης: «Μερική απασχόληση και υπηρεσίες κοινωνικού χαρακτήρα»

Ομιλία στη Συζήτηση επί της αρχής του Ν/Σ του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης: «Μερική απασχόληση και υπηρεσίες κοινωνικού χαρακτήρα»

E-mail Εκτύπωση PDF
Το νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα είναι ένα νομοσχέδιο καθαρά προεκλογικό, πρόχειρο, αποσπασματικό και εντελώς άδικο, σε αναντιστοιχία με τις ανάγκες και τα προβλήματα του λαού μας, όσον αφορά το μεγάλο πρόβλημα της ανεργίας, το οποίο αντιμετωπίζει, την ποιότητα της απασχόλησης, την αμοιβή και την ασφάλιση της εργασίας του. Η ανεργία στην Ελλάδα παραμένει υψηλή. Μία μικρή μείωση που σημειώνεται είναι πλασματική, πρόσκαιρη και αφορά μόνο το λεκανοπέδιο της Αττικής. Στην υπόλοιπη Ελλάδα η ανεργία αυξάνεται. Δεν δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας και αυτές που δημιουργούνται –και μερικές φορές προστίθενται σαν να είναι μείωση της ανεργίας- είναι γιατί μειώνεται το εργατικό δυναμικό. Τελικά, στη βόρειο Ελλάδα έχουν χαθεί, από το 1998 μέχρι σήμερα, σαράντα πέντε χιλιάδες θέσεις εργασίας, παρ’ όλο που η χώρα μας έχει εισπράξει χρήματα δύο Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης και βρίσκεται στο μέσο του Γ’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, παρ’ όλο που έχει το χαρακτηριστικό που δεν έχει καμία άλλη χώρα, να αυξάνεται δηλαδή το ΑΕΠ και να επαίρεται γι’ αυτό η Κυβέρνηση, ενώ από την άλλη πλευρά η ανεργία και τα προβλήματα της απασχόλησης να παραμένουν αμείλικτα. Εδώ αντί να αναζητούμε λύσεις, να συζητάμε γιατί μέχρι τώρα δεν αξιοποιήσαμε τους σημαντικούς πόρους από την Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί δεν αξιοποιήσαμε τις θυσίες που έχει κάνει ο ελληνικός λαός -και τον οποίο καλείτε μέχρι σήμερα να συνεχίσει να κάνει, για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτό το μεγάλο πρόβλημα, της ανεργίας- ερχόμαστε με το πρόσχημα αυτό και με το δεύτερο πρόσχημα -τη μεγάλη δηλαδή αδυναμία που έχει το ελληνικό κράτος να καλύψει την κοινωνική φροντίδα και τις υπόλοιπες κοινωνικές ανάγκες των πολιτών- να φέρουμε ένα νομοσχέδιο το οποίο με μερική απασχόληση καλύπτει την κοινωνική φροντίδα. Τώρα, αν αυτό είναι πολιτική ή αν δεν είναι ένας πολιτικός ευφημισμός ή κάτι άλλο, εσείς θα μας το πείτε στην ομιλία σας. Εμείς λέμε ότι τα μεγάλα προβλήματα της ανεργίας δεν αντιμετωπίζονται έτσι. Όταν το μεγαλύτερο ποσοστό της ανεργίας παρατηρείται σήμερα στους νέους και μάλιστα στους νέους που είναι απόφοιτοι των πανεπιστημίων και των ΤΕΙ, όταν εξίσου μεγάλο ποσοστό της ανεργίας παρατηρείται στις γυναίκες και όταν επίσης αυτοί που έχουν χάσει την εργασία τους περιέρχονται πλέον στη δυσμενέστερη θέση γιατί δεν μπορούν να συμπληρώσουν ούτε το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα, είναι δυνατόν να τα αντιμετωπίσουμε όλα αυτά με ημίμετρα; Δηλαδή, με τη μερική απασχόληση σε αυτούς τους τομείς και όχι μέσω του δημόσιου τομέα προσλήψεων, αλλά μέσω ασαφών διατάξεων περί του ποιοι είναι αυτοί οι μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα κλπ. φορείς που θα προσλάβουν τους άνεργους νέους, γυναίκες, είναι δυνατόν να αντιμετωπίσουμε το χρόνιο και διαρθρωτικό πρόβλημα της απασχόλησης; Τι κάνει τελικά αυτό το νομοσχέδιο; Προσπαθεί με το πρόσχημα της ανάγκης μείωσης της ανεργίας να απορυθμίσει τελικά για μας το κοινωνικό κράτος και όχι να το αναβαθμίσει και από την άλλη πλευρά θα έλεγα επίσης να υποβαθμίσει αντί να βοηθήσει την κοινωνία των πολιτών και τους φορείς τους να συμμετάσχουν και αυτοί στα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα του τόπου. Φοβούμαστε ότι με αυτό το νομοσχέδιο προωθούνται πολιτικές που στο επίκεντρό τους έχουν την ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών και την παροχή τους από ιδιώτες. Πολιτικές που βέβαια επιλέγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπου με το πρόσχημα της γραφειοκρατίας και ακαμψίας του κράτους μετακυλίουν την ευθύνη άσκησης κοινωνικών προνομιακών υπηρεσιών εκτός του δημόσιου τομέα ευθύνης. Οι επιπτώσεις αυτές όμως των πολιτικών για τους εργαζόμενους, το κόστος και την ποιότητα ζωής τους και εντέλει την κοινωνική συνοχή είναι δυσμενέστατες, ενώ παράλληλα δεν παρατηρείται καμία ουσιαστική βελτίωση των παρεχόμενων αυτών κοινωνικών υπηρεσιών. Είναι γεγονός ότι στην Ευρώπη την τελευταία δεκαετία έχει ανοίξει το μεγάλο θέμα της κοινωνικής οικονομίας και το βασικό ρόλο που μπορούν να παίξουν σε αυτόν τον τρίτο, λεγόμενο, τομέα οι μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα φορείς, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι συνεταιριστικές οργανώσεις, τα ιδρύματα κ.α. Εδώ όμως, θα μπορούσε να υπάρξει ένας προβληματισμός για δύο βασικές προσεγγίσεις. Η μία είναι εντελώς αρνητική: ότι δηλαδή όλα αυτά είναι διαρθρωτικές, σκόπιμες και πρόσκαιρες, επεμβάσεις προκειμένου να καλυφθούν πολλά αδιέξοδα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, κυρίως στους τομείς του κοινωνικού κράτους που εκεί δημιουργούνται και τα μεγαλύτερα προβλήματα, όπως και στους τομείς της προστασίας του περιβάλλοντος που πάλι οι ανταγωνισμοί δημιουργούν εκεί τα μεγαλύτερα προβλήματα. Από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε να υπάρχει και μία φιλική, θα έλεγα, προσέγγιση όλης αυτής της κινητικότητας που υπάρχει στην κοινωνία των πολιτών και στις οργανώσεις τους να συμβάλουν στην επίλυση κοινωνικών προβλημάτων, προβλημάτων προστασίας του περιβάλλοντος. Όμως το νομοσχέδιο ούτε στην εισηγητική του έκθεση εισάγει ένα με τέτοιον προβληματισμό. Έτσι κάνει και ένα τρίτο κακό. Αφυδατώνει κάθε τέτοια προσπάθεια συζήτησης, αναγκαία για την κοινωνία μας και για την ίδια την πολιτική. Δηλαδή, πέρα από κυβερνητικές σκοπιμότητες, πέρα από κρατικοδίαιτες διατάξεις, πέρα από τον εναγκαλισμό και τη μη αναγνώριση της αυτονομίας αυτών των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, πώς θα μπορέσουμε πραγματικά και ουσιαστικά να εντάξουμε την προσφορά τους στην κοινωνία μας. Αυτό δεν το κάνει το νομοσχέδιο. Δεν το απασχολεί αυτό το ζήτημα, γιατί έχει μία άλλη αντίληψη εντελώς πελατειακής σχέσης με αυτούς τους φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Εμείς έχουμε μία εντελώς διαφορετική αντίληψη. Μία αντίληψη για μία αλληλέγγυα οικονομία, μία οικονομία ενταγμένη στην κοινωνία που εξυπηρετεί τις πραγματικές της ανάγκες με κύριο χαρακτηριστικό την εξυπηρέτηση του συλλογικού συμφέροντος χωρίς την επιδίωξη του κέρδους. Δεν θεωρούμε ότι σε καμία περίπτωση –και ούτε έχουν αυτήν την πρόθεση- οι οργανώσεις των πολιτών θα καλύψουν τον κοινωνικό μανδύα ή το πρασίνισμα του καπιταλισμού. Αλλά έχουν μία άλλη στρατηγική που επιχειρεί να στρέψει τον προσανατολισμό της αγοράς προς την αποκαλούμενη κοινωνική οικονομία με τους συνεταιρισμούς, με τα μικρά και μεσαία μεγέθη των επιχειρήσεων, με τον έλεγχο της αγοράς. Το νομοσχέδιο δεν ασχολείται με αυτά τα θέματα, δεν προβληματίζεται. Αλλά έχει σκοπό τελικά να προωθήσει την ημιαπασχόληση, τη μερική απασχόληση στην ελληνική κοινωνία. Διακρίνεται το νομοσχέδιο αυτό για την προώθηση πολιτικών μέσω της προώθησης της ημιαπασχόλησης και της εκ περιτροπής απασχόλησης με τη δημιουργία εργαζομένων δύο ταχυτήτων, πολιτικές που υπηρετούν το κυβερνητικό δόγμα για την αντιμετώπισης της ανεργίας. Τα τελευταία χρόνια είχαμε μια έξαρση της γενικευμένης εφαρμογής ελαστικών και υποβαθμισμένων μορφών απασχόλησης, με αποτέλεσμα να μη δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, αλλά να μοιράζονται οι υπάρχουσες. Αυτήν την πολιτική έρχεται να υπηρετήσει το νομοσχέδιο αυτό. Εμείς επανειλημμένα έχουμε επισημάνει ότι η διεύρυνση της μερικής απασχόλησης και των ελαστικοτήτων δεν θα μειώσει την ανεργία αλλά θα συμβάλει στο μοίρασμα της μιας θέσης εργασίας σε δύο ανέργους, θα βοηθήσει την υποαπασχόληση και τη φτώχεια στη χώρα μας, τη φτώχεια που με τη μέτρηση που γίνεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η μεγαλύτερη από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πλειονότητα των δράσεων που αναφέρονται σε αυτό το σχέδιο νόμου δεν είναι εποχιακού χαρακτήρα αλλά μόνιμου χαρακτήρα και εμείς αναρωτιόμαστε προς τι η μερική και όχι η μόνιμη απασχόληση. Είναι προφανές ότι οι κοινωνικού χαρακτήρα υπηρεσίες που θα παρέχονται δεν είναι εποχιακές και δεν δικαιολογείται έτσι η προτεινόμενη σύμβαση ορισμένου χρόνου με είκοσι τέσσερις μήνες μέγιστη διάρκεια μερικής απασχόλησης που υιοθετεί το νομοσχέδιο. Εάν αναρωτηθούμε για το λόγο που υιοθετείται η συγκεκριμένη μορφή εργασιακής σχέσης θα βγάλουμε το συμπέρασμα ότι γίνεται για να έχουμε εργαζόμενους με όσο το δυνατόν λιγότερα δικαιώματα. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η σύμβαση αυτή θα μπορεί να ανανεώνεται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες, δηλαδή ο ίδιος ο εργαζόμενος μετά από τη λήξη της πρώτης σύμβασης να προχωρά στην εκ νέου σύναψη της ίδιας σύμβασης κάτι που βέβαια αποτελεί καταστρατήγηση του εργατικού δικαίου σε ό,τι αφορά τις συμβάσεις αορίστου χρόνου. Το Γενικό Συμβούλιο της ΑΔΕΔΥ ομόφωνα απορρίπτει την εισαγωγή της μερικής απασχόλησης στο δημόσιο τομέα χαρακτηρίζοντάς με το κείμενο του την μερική απασχόληση ως αντιεργατικό θεσμό που αποτελεί την πιο βάρβαρη επίθεση στις εργασιακές σχέσεις. Από την άλλη πλευρά διερωτάται κανείς διασφαλίζει το νομοσχέδιο αυτό με σαφήνεια την εξεύρεση των πόρων για να εγγυηθεί ότι έστω και με αυτή τη μορφή θα υπάρξει αυτή η κοινωνική φροντίδα; Δεν υπάρχει αυτή η διασφάλιση. Δεν φαίνεται από πού θα εξευρεθούν οι αναγκαίοι πόροι ή αν υπάρχουν ή από πού θα προστεθούν. Μετά απ’ αυτές τις βασικές παρατηρήσεις το ερώτημα που παραμένει για μας είναι: αντιμετωπίζει το νομοσχέδιο αυτό τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες αλλά και τις προκλήσεις της εποχής ή παραμένει πιστό στην παράδοση συγκεντρωτικής πελατειακής διαχείρισης και δεν αναγνωρίζει την αυτονομία της κοινωνίας, αλλά επιμένει στον κρατικοδίαιτο χαρακτήρα των οργανώσεων της κοινωνίας, ενώ παράλληλα προσπαθεί να αποδυναμώσει το κοινωνικό κράτος, να απορυθμίσει τις σχέσεις εργασίας και παράλληλα να συντηρήσει και μάλιστα σε προεκλογική περίοδο τις πελατειακές σχέσεις. Τι έκανε στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές το ΠΑΣΟΚ; Υποσχέθηκε ότι αυτή η τετραετία θα είναι η τετραετία του κοινωνικού κράτους και της αντιμετώπισης της ανεργίας. Οι ασκούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, όμως, δείχνουν ότι η τετραετία αντί να είναι η τετραετία του κοινωνικού κράτους, είναι η τετραετία της κατεδάφισης των ισχνών δομών του στην Ελλάδα, η τετραετία της ιδιωτικοποίησης και αυτών ακόμη των κοινωνικών υπηρεσιών και η τετραετία προώθησης της ημιαπασχόλησης, της εκ περιτροπής απασχόλησης ως αντίμετρα στην αύξηση της ανεργίας. Οι προτεινόμενες στο νομοσχέδιο υπηρεσίες κοινωνικού χαρακτήρα σαφώς και είναι αναγκαίες από τη σημερινή πραγματικότητα. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο τις χειρίζεται η Κυβέρνηση, το μόνο πράγμα το οποίο εξυπηρετούν είναι η προώθηση της ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών αυτών. Ας αναφερθούμε στα προγράμματα για την παροχή κοινωνικής φροντίδας στο σπίτι. Είναι χαρακτηριστικές οι αλλεπάλληλες παλινωδίες της Κυβέρνησης, η οποία ξεκίνησε το 1998 με την παροχή αυτών των προγραμμάτων από τους δήμους, προχώρησε πρόσφατα στην ψήφιση νόμου για την κοινωνική φροντίδα –όπου αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο της παροχής τέτοιων υπηρεσιών και από ιδιώτες και έρχεται σήμερα με το παρόν νομοσχέδιο να νομοθετήσει ότι η αρμοδιότητα αυτή ανήκει μεν στο δημόσιο, δηλαδή στους δήμους και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όμως αυτοί θα αναθέτουν την παροχή των υπηρεσιών αυτών σε ιδιωτικές εταιρείες. Μάλιστα, θα τους αναθέτουν και το βασικότερο ρόλο, να κάνουν δηλαδή τις προσλήψεις αυτές οι εταιρείες και όχι η τοπική αυτοδιοίκηση και οι δημόσιες υπηρεσίες. Αυτό είναι ένα πάρα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Οι υπηρεσίες που περιγράφονται σε αυτό το νομοσχέδιο, από τη φύλαξη των σχολείων μέχρι την κοινωνική φροντίδα και τα θέματα προστασίας του περιβάλλοντος, δεν είναι δυνατόν να ασκούνται από άλλους, πλην από το δημόσιο και την τοπική αυτοδιοίκηση. Πολύ περισσότερο, δεν είναι δυνατόν να μεταφέρονται σε μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα οργανώσεις, για τις οποίες τελικά δεν υπάρχει κανένα, μα κανένα κριτήριο στο νομοσχέδιο -παρά τις επίμονες ερωτήσεις μας και στην αρμόδια επιτροπή- σχετικά με το ποια κριτήρια και προϋποθέσεις θα πληρούν. Θα ζητείται καμία προηγούμενη εμπειρία, κάποιος πριν την ψήφιση του νομοσχεδίου χρόνος λειτουργίας αυτών των φορέων; Θα ζητείται η γνώση σε σχέση με το αντικείμενο και στοιχεία εμπειρίας σε σχέση με το αντικείμενο που θα έρθουν να αντιμετωπίσουν; Ή τελικά αυτές θα κατασκευαστούν και θα δημιουργηθούν μετά την ψήφιση αυτού του νομοσχεδίου, για να αποτελέσουν τελικά το όχημα της Κυβέρνησης, προκειμένου να κάνει αυτές τις προσλήψεις «από το παράθυρο», εκτός ΑΣΕΠ -εκτός διαδικασιών του δημόσιου τομέα- και να εισάγει μέσω αυτών των φορέων και των οργανώσεων την ημιαπασχόληση, τη μερική απασχόληση και τελικά τις πελατειακές σχέσεις των ανέργων πολιτών που βρίσκονται πραγματικά σε μεγάλα αδιέξοδα αυτήν τη στιγμή με την Κυβέρνηση; Νομίζω, λοιπόν, ότι δεν μπορούμε να προχωρήσουμε έτσι. Αυτό το νομοσχέδιο πρέπει να αποσυρθεί. Αυτούς τους πόρους που εσείς προσδοκάτε να έχετε- δεν μας τους λέτε επακριβώς- για να καλύψετε τις ανάγκες αυτού του νομοσχεδίου που φέρνετε, μπορείτε να τους δώσετε στην τοπική αυτοδιοίκηση ή στις αρμόδιες υπηρεσίες κοινωνικού χαρακτήρα, οι οποίες μπορούν, παρ’ όλα τα προβλήματα τα οποία έχουν, να κάνουν αυτές τις προσλήψεις μέσα από τις κανονικές διαδικασίες και ας χρησιμοποιήσουν την τεχνογνωσία, την ευαισθησία, την αυτοθυσία των μη κυβερνητικών οργανώσεων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ως ένα στοιχείο στήριξης σε αυτήν τους την προσπάθεια. (από "δευτερολογία") Ο κύριος Υφυπουργός δεν μας έδωσε απαντήσεις στα θέματα τα οποία τέθηκαν, με τη δικαιολογία ότι εδώ υπάρχει ένα ειδικό θέμα και δεν μπορούμε να μιλάμε γενικά για την ανεργία. Παρ’ όλο νέος, ως Υπουργός, χρησιμοποίησε την προσφιλή τακτική της Κυβέρνησης τον τελευταίο καιρό που αναλίσκεται σε μία επιφανειακή ανταλλαγή επιχειρημάτων χωρίς καμία ουσία. Τελικά αποφεύγει η Κυβέρνηση –που έχει την ευθύνη αυτή τη στιγμή- να απαντά επί της ουσίας. Για την ταμπακέρα δεν έγινε καμία ουσιαστική συζήτηση. Η ταμπακέρα είναι η ανεργία και η απασχόληση και οι πολιτικές που εφαρμόζονται γι’ αυτές. Γιατί και αυτό το νομοσχέδιο είναι μία πολιτική, είναι ένα ημίμετρο με το οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ λέτε –και γι’ αυτό είναι επιεικέστερα ατυχής η αντιστροφή που αναγκαστήκατε να κάνετε σε σχέση με το επιχείρημα της Νέας Δημοκρατίας- το εξής: Είναι καλύτερα να περιμένουν άνεργοι, ούτως ώστε να είναι οι ψηφοφόροι σας ή να είναι μερικώς απασχολούμενοι; Κύριε Υπουργέ, μερικώς απασχολούμενοι σημαίνει με μισό μεροκάματο, με μισή ζωή, με μισή εργασία, τέσσερις ώρες. Λοιπόν, αυτό είναι για μένα τουλάχιστον μία τοποθέτηση ανιστόρητη για τους αγώνες και τις κατακτήσεις των εργαζομένων. Κανένας εργαζόμενος σε οποιαδήποτε παράταξη, κανένας άνεργος είτε στη Νέα Δημοκρατία είτε στο ΠΑΣΟΚ είτε στα κόμματα της Αριστεράς δεν προσδοκά να λύσει με τέτοια ημίμετρα το πρόβλημά του. Οι κατακτήσεις των εργαζομένων όλα τα χρόνια έχουν αυτό το όραμα. Λοιπόν, απαντήστε επί της ουσίας των πραγμάτων. Είστε στριμωγμένοι στον τοίχο και αυτή τη στιγμή άρον-άρον, προκειμένου να ρίξετε στάχτη στα μάτια του κόσμου λέτε τριάντα χιλιάδες, πενήντα χιλιάδες θέσεις εργασίας θα σας τις δώσουμε με αυτό τον τρόπο. Αυτή δεν είναι πολιτική. Είναι καθαρά νεοφιλελεύθερη πολιτική που προσπαθεί, τα προβλήματα που δημιούργησε η παγκοσμιοποίηση, να τα λύσει μ’ αυτά τα ημίμετρα και τις ασπιρίνες. Εισάγεται όμως σιγά- σιγά και εδραιώνεται στην κοινωνία αυτή η πολιτική. Μας είπατε τελικά για το μεγάλο θέμα της ανεργίας που τέθηκε εδώ, πως είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσουμε κανένα μαγικό κουτί. Είκοσι χρόνια είναι το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση. Είκοσι χρόνια συζητάμε όλοι για τα παγιωμένα δομικά χαρακτηριστικά, που έχει το στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης και το οποίο δεν μπόρεσε τελικά να αλλάξει αυτό το μοντέλο ανάπτυξης, ώστε να δημιουργηθούν άλλες προοπτικές για την απασχόληση. Και όχι μόνο αυτό. ʼνοιξε ένα άλλο μαγικό κουτί, αυτό του νεοφιλελευθερισμού, αυτού του ιδιότυπου εκσυγχρονισμού που υιοθετεί τις ιδιωτικοποιήσεις, την ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας, τη συμπίεση των μισθών, την εκχώρηση δημόσιας γης, που προφανώς επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση και μεγεθύνουν τις ανισότητες. Εδώ ανοίγονται τα μαγικά κουτιά. Αν πηγαίναμε χέρι-χέρι να αντιμετωπίσουμε και το δομικό πρόβλημα, το στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης, που έχει η χώρα και να δούμε πώς θα αξιοποιήσουμε τους κοινοτικούς πόρους –κάτι που δεν έγινε- για να καλύψουμε σιγά-σιγά την απασχόληση και να μειώσουμε την ανεργία, θα ήμασταν πολύ καλύτερα. Αυτό το έκαναν άλλες χώρες. Εδώ, όμως, πάμε πίσω. Σ’ αυτά τα μεγάλα προβλήματα, ερχόμαστε να πούμε τι; Να εξοντώσουμε τελικά, να θέσουμε υπό διωγμό την πλήρη, τη σταθερή και την αξιοπρεπή εργασία. Στη θέση αυτής της εργασίας προωθούνται και με αυτό το νομοσχέδιο και με άλλα που θα έρθουν –και το ουσιαστικό νομοσχέδιο για τη μερική απασχόληση στο δημόσιο- και με αυτό που εξαγγέλλετε για τα θέματα των γυναικών, διαφορετικά πράγματα. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση με αυτό το μοντέλο της διάχυσης της γυναικείας απασχόλησης σε όλη την κοινωνία, θα πορευτούμε; Αυτό ζήτησαν οι άνεργες γυναίκες, οι απασχολούμενες; Ζήτησαν δηλαδή περαιτέρω μείωση της ποιότητας της εργασίας τους; Είναι δυνατόν η πολύτεκνη γυναίκα να θέλει το μισό μισθό; Πώς θα αντεπεξέλθει σ’ αυτές τις ανάγκες; Αυτά είναι πρωτάκουστα επιχειρήματα. Οι πολιτικές και για τη γυναικεία απασχόληση, που έβαλε η Λισαβόνα, δεν αφορούν αυτά τα θέματα. Έχουν διαπιστώσει ότι η γυναίκα και μεγάλη ανεργία έχει, αλλά και όπου απασχολείται, απασχολείται με μερική απασχόληση, με άσχημες συνθήκες εργασίας. Εμείς θέλουμε ένα μοντέλο που να ανατρέψει και τα δύο, να μειώσει και την ανεργία των γυναικών, αλλά κατά κύριο λόγο να δημιουργήσει μία αξιοπρεπή απασχόληση της γυναίκας. Τι λέτε εσείς; Ότι οι επιχειρήσεις, οι κοινωνικοί εταίροι και οι κοινωνικοί φορείς μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και λοιπά, αλλά κρατικοδίαιτα με πελατειακές σχέσεις θα έρθουν να προωθήσουν την κοινωνική, τη βιώσιμη ανάπτυξη, την ισότητα και κατ’ επέκταση και την κοινωνική αλληλεγγύη. Αλλά προσέξτε: Διευκρινίζεται και από την Κυβέρνηση ότι αυτό θα γίνει σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού. Αυτή είναι η κοινωνία μας. Εμείς λέμε ότι δεν είναι δυνατόν σε συνθήκες ανταγωνισμού να λύσουμε αυτά τα προβλήματα. Με υποχώρηση του δημόσιου κράτους, με υποχώρηση του κοινωνικού κράτους, με απορρύθμιση των σχέσεων εργασίας, που επιβάλλει αυτός ο ανταγωνισμός δεν μπορούν να λυθούν τα προβλήματα. Εμείς σαν χώρα τι κάναμε όλο αυτό τον καιρό; Είκοσι χρόνια έχουμε ροή κοινωνικών πόρων και παρά τα υψηλά κέρδη των επιχειρήσεων -και μάλιστα ο ΟΟΣΑ είχε καταγράψει ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις τα τελευταία χρόνια έχουν κατατεθειμένα ίδια κεφάλαια, δηλαδή επενδύσεις, σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη- δεν τα αξιοποίησαν. Από την άλλη πλευρά η ΕΣΥΕ και άλλοι αξιόπιστοι φορείς καταγράφουν ότι δεν ανταποκρίθηκαν οι επιχειρήσεις σε κανένα πρόγραμμα απασχόλησης, δε δημιούργησαν θέσεις εργασίας, δεν ενέταξαν τη γυναικεία εργασία στις επιχειρήσεις κ.λπ.. Πάει αυτό, δεν πήγε καλά. Τώρα τι λέτε; Να δούμε τι θα κάνουμε με το δημόσιο ή με τούτους εδώ τους φορείς που ανακαλύψαμε. Δε λύνονται όμως έτσι τα προβλήματα. Εμείς ασκούμε συνεχώς και κοινοβουλευτικό έλεγχο και έχουμε καταθέσει σειρά προτάσεων και για την προώθηση της ισότητας των φύλων στη γυναικεία απασχόληση και για την καθιέρωση της τριανταπεντάωρης εβδομαδιαίας εργασίας με ίδιες αποδοχές. Είναι ένα μέτρο που μπορεί να εφαρμοστεί σε ορισμένους τομείς, αν δε θέλετε να το γενικεύσετε. Ακόμη καταθέσαμε προτάσεις για την προστασία των ηλικιωμένων, των ανέργων μακράς διαρκείας για την επιμήκυνση της επιδότησης εργασίας και για την εξασφάλιση της ιατρικής τους περίθαλψης. Δε σας είπαμε να τους κάνετε επαίτες χωρίς κριτήρια μέσω κάποιων φορέων, για να τους προσλάβουν, ώστε να συμπληρώσουν τα ένσημά τους. Θεωρώ ότι εδώ εισάγονται απαράδεκτες ρυθμίσεις. Το επίπεδο του διαλόγου που γίνεται μεταξύ της Κυβέρνησης και της Αντιπολίτευσης είναι απαξιωτικό εκ μέρους της Κυβέρνησης για το μεγάλο πρόβλημα της ανεργίας.