Home Ομιλίες Ομιλία στη συζήτηση του Ν/Σ του Υπουργείου Γεωργίας "Προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, κατάρτιση δασολογίου, ρύθμιση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων και άλλες διατάξεις"

Ομιλία στη συζήτηση του Ν/Σ του Υπουργείου Γεωργίας "Προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, κατάρτιση δασολογίου, ρύθμιση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων και άλλες διατάξεις"

E-mail Εκτύπωση PDF
Το δασικό νομοσχέδιο -για την ακρίβεια, κατ' ευφημισμόν όμως το νομοσχέδιο προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων- είναι το τέταρτο κατά σειρά που επιχειρείται να προωθηθεί από το 1992. Όπως και τα προηγούμενα, εντάσσεται και αυτό στη λογική ότι η οικονομία και η αγορά μπορεί να αναχθούν σε κύρια ρυθμιστική δύναμη της κοινωνίας και γι' αυτό κινείται εκτός των αρχών της βιωσιμότητας και της αειφορίας. Παραβλέπεται από τις διατάξεις του η βασική αρχή ότι το δάσος είναι εθνική κοινοκτησία και υποχρέωση της κοινωνίας ολόκληρης να το διαφυλάξει και να το παραδώσει ακέραιο γενιές που έρχονται, ακριβώς όπως το παρέλαβε. Πρώτιστο καθήκον λοιπόν αποτελεί η βιώσιμη διαχείρισή του στα πλαίσια της αειφορίας, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα. Η αντισυνταγματικότητα του νομοσχεδίου για τον αποχαρακτηρισμό των δασών και δασικών εκτάσεων και τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων προκύπτει από τον απλό αναγνώστη, ακόμα δηλαδή και από έναν που δεν γνωρίζει τα πράγματα, εάν δει το ψήφισμα της 6ης Ιουλίου 2001 της Ζ' Αναθεωρημένης Βουλής των Ελλήνων: παράγραφος 1 του άρθρου 24 του ισχύοντος ήδη Συντάγματος και της προστεθείσας σ' αυτό ερμηνευτικής δηλώσεως με την οποία προσδιορίζεται η έννοια του δάσους και της δασικής εκτάσεως σύμφωνα με τα πορίσματα της σχετικής νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ανώτατου Δικαστηρίου. Με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 24 θεσπίζεται η υποχρέωση του κράτους και το δικαίωμα καθενός πολίτη προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, ενώ με το δεύτερο εδάφιο αυτού θεσπίζεται η υποχρέωση του κράτους λήψεως προληπτικών μέτρων για την προστασία της αειφορίας. Με το τέταρτο εδάφιο του ιδίου άρθρου 24 εισάγεται η υποχρέωση του κράτους για τη σύνταξη δασολογίου, ενώ με το πέμπτο εδάφιο απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός εάν η χρήση αυτών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή μόνο όταν η χρήση αυτών προέχει για εθνική οικονομία ή για αγροτική εκμετάλλευση. Τέλος, με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 24 επιβάλλεται και συνταγματικά πλέον η υποχρέωση του κράτους να συντάξει Εθνικό Κτηματολόγιο. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω ορισμών και επιταγών του εν λόγω άρθρου 24 του Συντάγματος θέλω να ρωτήσω τους εμπνευστές και συντάκτες του επίμαχου νομοσχεδίου τα εξής: Όταν η έννοια του δάσους και της δασικής εκτάσεως ορίζεται συνταγματικά με την ερμηνευτική δήλωση κατά τα ανωτέρω, μπορεί ο κοινός νομοθέτης με νόμο να επαναπροσδιορίζει διαφορετικά την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης; Τροποποιούν ή όχι τα εδάφια 1,2,3 της παραγράφου 3 τη δεδομένη έννοια του δάσους από το Σύνταγμα; Όταν συνταγματικά απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και δασικών εκτάσεων, εκτός της ανωτέρω εξαιρέσεως που επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον και προφανώς δεν συντρέχει εν προκειμένω, μπορεί με νόμο να αποχαρακτηριστούν δάση και δασικές εκτάσεις με σκοπό να νομιμοποιηθούν τα αυθαίρετα και παράνομα κτίσματα; Δηλαδή το κράτος, στο οποίο επιβάλλεται η υποχρέωση προστασίας των δασών και δασικών εκτάσεων και κατ' επέκταση του φυσικού περιβάλλοντος, μπορεί με νόμο να προβεί στον αποχαρακτηρισμό αυτών και δη προς νομιμοποίηση παρανομούντων; Έχει αυτό καμία σχέση με το δημόσιο συμφέρον; Όταν το κράτος έχει υποχρεωθεί συνταγματικά να συντάξει δασολόγιο και στη συνέχει το Εθνικό Κτηματολόγιο, μπορεί με νόμο πριν από τη σύνταξη αυτών να προβεί σε αποχαρακτηρισμό δεκάδων εκατομμυρίων στρεμμάτων δασών και δασικών εκτάσεων, προκειμένου να νομιμοποιηθούν παράνομες και αυθαίρετες ακόμη και οικοδομές ιδιωτών; Δηλαδή πρώτα θα αποχαρακτηριστούν και θα ιδιωτικοποιηθούν τα δάση και οι δασικές εκτάσεις και μετά θα συνταχθεί το δασολόγιο; Αυτό που απαιτείται λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, δεν είναι οι ερμηνείες του συνταγματικού ορισμού με τις οποιεσδήποτε σκοπιμότητες, αλλά απλά η αυστηρή εφαρμογή της υπάρχουσας νομοθεσίας και του Συντάγματος ως προς τις ουσιαστικές του αλλαγές και κατευθύνσεις που προσδιορίζουν ότι η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος ανάγεται σε υποχρέωση του κράτους και είναι δικαίωμα του καθενός. Το κράτος λαμβάνει προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα για τη διαφύλαξη του περιβάλλοντος στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Τίθεται έτσι γενικός προστατευτικός κανόνας για την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων ως στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος ανεξαρτήτως ιδιοκτησίας. Θεσπίζεται η υποχρέωση του κράτους για την κατάρτιση δασολογίου. Με το πνεύμα του νομοσχεδίου δεν θα χρειαστεί η σύνταξη του δασολογίου διότι μέχρις ότου να συνταχθεί, αν γίνουν δυο - τρεις εθνικές εκλογές, δεν θα υπάρχουν πλέον δημόσια δάση και δασικές εκτάσεις. Κάνω αυτή την υπερβολή ακριβώς για να σας βοηθήσω να σκεφθείτε μαζί μου, αφού για κάθε εκλογή απαιτούνται εκατομμύρια στρέμματα για εκείνους που τις προκηρύσσουν. Κατόπιν τούτου διερωτώμαι από πού οι αρμόδιοι και οι υπεύθυνοι της πολιτείας αντλούν αυτό το δικαίωμα της αλλοτρίωσης των δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων, τα οποία συνταγματικώς έχουν ταχθεί να προστατεύσουν και να προφυλάξουν. Το δάσος και οι δασικές εκτάσεις, κύριοι της Κυβέρνησης και εμπνευστές και συντάκτες αυτού του εν λόγω δασοκτόνου νομοσχεδίου, είναι το ύψιστο και υπέρτατο κοινωνικό αγαθό του ανθρώπου και του πολίτη, ιδιαίτερα σήμερα που τα μέσα του πολιτισμού και της τεχνικής εξέλιξης έχουν δημιουργήσει τεράστιο περιβαλλοντικό έλλειμμα και έχουν διασαλέψει σε ανησυχητικό βαθμό την ισορροπία της φύσης γενικότερα. Με βάση τις παραπάνω κατευθύνσεις προκύπτει με σαφήνεια ότι η Κυβέρνηση με το νομοσχέδιο που κατέθεσε όχι μόνο δεν εναρμονίζεται με το Σύνταγμα, αλλά εισάγει περαιτέρω διευκρινήσεις, όρους και προϋποθέσεις στον ορισμό του δάσους και των δασικών εκτάσεων που έχουν σοβαρά στοιχεία αντισυνταγματικότητας. Οι διατάξεις του άρθρου 1 τροποποιούν την από το Σύνταγμα προσδιοριζόμενη έννοια του δάσους ως οικοσυστήματος -οργανικής δηλαδή ενότητας- με τη συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα που με την αλληλοεπίδρασή τους αποτελούν ιδιαίτερα φυσικό περιβάλλον, η προστασία του οποίου ανάγεται στην υποχρέωση του κράτους. Κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι παραλείπεται από τον υπάρχοντα ορισμό η αναφορά ότι το δάσος χαρακτηρίζεται και ότι δύναται να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος. Κρατείται μόνο η αναφορά στην παραγωγή δασικών προϊόντων, δηλαδή στην ξυλοπαραγωγή. Αυτό το τονίσαμε επανειλημμένως στη Βουλή ως ένα οικολογικό, περιβαλλοντικό και επιστημονικό επιχείρημα. Ποτέ δεν μπήκατε στον κόπο να μας απαντήσετε γιατί αφαιρείτε αυτές τις δύο σημαντικές συμβολές του δασικού οικοσυστήματος από τον ορισμό σε σχέση και με τον προϋπάρχοντα νόμο. Εδώ αποδεικνύετε -αν εσείς δεν θέλετε να δεχθείτε την αντισυνταγματικότητα- ότι πάμε από το κακό στο χειρότερο. Στη σημερινή εποχή δεν θεωρούμε ή παραβλέπουμε τη συμβολή του δάσους στη διατήρηση της βιολογικής και φυσικής ισορροπίας. Όλη αυτή η προσέγγιση είναι αντιοικολογική και αντιεπιστημονική. Περιορίζει το ρόλο της δασοβιοκοινότητας, την παραγωγή δασικών προϊόντων και δεν αναγνωρίζει τη συμβολή της στη φυσική και βιολογική ισορροπία. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο νομοσχέδιο διατυπώνονται και χρησιμοποιούνται ορισμοί και έννοιες που δεν ανταποκρίνονται στα οριζόμενα από τη δασική οικολογία και δασολογική επιστήμη γενικότερα. Παρά τον εκτεταμένο κόπο που κάνει η εισηγητική έκθεση να αναφερθεί σε στοιχεία της δασικής επιστήμης και της δασικής οικολογίας, αποτυγχάνει εκ του αποτελέσματος. Και νομίζω ότι αδικεί και τους ίδιους τους πανεπιστημιακούς οι οποίοι έδωσαν κάποιους ορισμούς, τους οποίους εδώ αποσπασματικά χρησιμοποιεί το νομοσχέδιο για να μπορέσει να καλύψει τις σκοπιμότητές του. Οι συντάκτες του έχουν ξεχάσει την πολυλειτουργικότητα των δασών όταν ιδιαίτερα για τη χώρα μας με τις ξηροθερμικές συνθήκες που επικρατούν, ο προστατευτικός και αισθητικός τους χαρακτήρας έχει μεγάλη σημασία. Σε αντίθεση, λοιπόν, με τη συνταγματική απαγόρευση της μεταβολής του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, θέτουν εκτός δασικής προστασίας αφού σε συνδυασμό με τις διατάξεις που ακολουθούν αποχαρακτηρίζουν εν δυνάμει πλέον του 40% των εκτάσεων αυτών. Να αναφέρουμε εδώ ότι από τα 120 εκατομμύρια στρέμματα της επιφάνειας της χώρας τα 81,5 εκατομμύρια στρέμματα προστατεύονται ως δασικά. Και να επισημάνουμε ότι με τις ερμηνευτικές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου την εξειδίκευση και την κατηγοριοποίηση των δασών και των δασικών εκτάσεων, θα επέλθει ο αποχαρακτηρισμός τουλάχιστον του 40%, δηλαδή περισσότερο από 35 εκατομμύρια στρέμματα. Και αυτό γίνεται: Πρώτον, με την αλλαγή της έκτασης που χαρακτηρίζεται ως ελάχιστη και στην οποία δημιουργείται το δασογενές περιβάλλον, από 300 τ.μ. περίπου που ισχύει σήμερα σε 3 στρέμματα. Αποδεσμεύονται έτσι από τη δασική νομοθεσία μερικά εκατομμύρια στρέμματα. Δεύτερον, με τον καθορισμό του απαιτούμενου ποσοστού κάλυψης με φυτά μιας έκτασης για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως δασική, από το 15% που ισχύει σήμερα σε 25%. Και μάλιστα, όταν η ελάχιστη συγκόμωση που απαιτείται, πέραν του ότι είναι όρος όπως και οι λοιποί που δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα, έρχεται σε αντίθεση με την κοινή θέση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 46/2003 για την έκδοση του Κανονισμού για την παρακολούθηση των δασών και των περιβαλλοντικών αλληλεπιδράσεων στην Κοινότητα. Εκεί προσδιορίζεται ως δάσος έκταση με κάλυψη κόμης δέντρων ή φυτοκάλυψης άνω του 10%. Αποτέλεσμα της αύξησης αυτού του ποσοστού κάλυψης από 15% σε 25% είναι ότι αποδεσμεύονται από τη δασική προστασία 5 έως 7 εκατομμύρια στρέμματα δασικών εκτάσεων. Αυτό για μας είναι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο αντισυνταγματικότητας των προϋποθέσεων που θέτει το νομοσχέδιο. Τρίτον, με το να θέτει εκτός της δασικής προστασίας τις πεδινές χορτολιβαδικές, βραχώδεις και φρυγανώδεις εκτάσεις που δεν περικλείονται από δάση και δασικές εκτάσεις, δέσμευση που δεν είχε ο προηγούμενος νόμος. Πρόκειται για εκτάσεις πολλών εκατομμυρίων στρεμμάτων και μάλιστα στις παραλιακές και περιαστικές υψηλού κόστους περιοχές. Γίνεται έτσι πολύς λόγος και δεν είναι τυχαίο, για τις φρυγανώδεις εκτάσεις, οι οποίες έστω και υποβαθμισμένες ανήκουν στα δασικά οικοσυστήματα, υπολογίζονται στα 4,8 εκατομμύρια στρέμματα και κυριαρχούν στα νησιά του Αιγαίου, στην Αττική, στη νοτιοανατολική Πελοπόννησο και στην Κρήτη. Οι εκτάσεις αυτές, όπως και οι χορτολιβαδικές είναι αναμφισβήτητα δασικές εκτάσεις γιατί κατά την έννοια και τους ορισμούς που έθετε ο προηγούμενος νόμος, συμβάλλουν στη βιοποικιλότητα και στην υδρονομική προστασία. Με όλα τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η Κυβέρνηση με το νομοσχέδιο αυτό παραιτείται από την προστασία της δημόσιας περιουσίας και ανοίγει παράθυρα για τον αποχαρακτηρισμό τουλάχιστον 35 εκατομμυρίων στρεμμάτων δασών και δασικών εκτάσεων, φρυγανωδών κλπ. και τις παραδίδει βορά στο χρηματιστήριο γης, αφού δεν έχει προχωρήσει στον χωροταξικό σχεδιασμό, στον καθορισμό χρήσεων γης, στην κατάρτιση των δασικών χαρτών και του δασολογίου και τελικά του Εθνικού Κτηματολογίου. Κύριοι συνάδελφοι, αυτά δεν είναι έννοιες για τους ειδικούς. Είναι βαθύτατα πολιτικές έννοιες το πώς γίνεται ο σχεδιασμός σε ένα ευνομούμενο κράτος. Δεν ξεκινάς με τέτοιες διατάξεις αποχαρακτηρισμού και μετά να κάνεις το εθνικό χωροταξικό σου σχέδιο. Θα έρθεις να κάνεις το δασολόγιο, το εθνικό κτηματολόγιο και μετά θα ρυθμίσεις με τα ειδικά πολεοδομικά σχέδια το αστικό περιβάλλον και τους όρους προστασίας για το δασικό περιβάλλον και τις καλλιεργούμενες γεωργικές εκτάσεις. Αυτός δεν είναι τρόπος λειτουργίας του κράτους. Παραπέμπει πραγματικά σε άλλες διαδικασίες. Τελικά, το κράτος και με τα άλλα νομοσχέδια που έχει φέρει, αρνείται όσο ποτέ άλλοτε το ρόλο του να υπερασπιστεί το δημόσιο συμφέρον και να διασφαλίσει το φυσικό περιβάλλον. Για παράδειγμα, στο άρθρο 21 του νομοσχεδίου, το δημόσιο δεν δικαιούται να προβάλει εμπράγματα δικαιώματα επί των εκτάσεων που με τις διατάξεις του ν. 248/1979 κρίθηκε ότι δεν ανήκουν στην κυριότητα. Μια τροποποίηση που στερεί το δημόσιο από την περιουσία του κατά τρόπο γενικό και αόριστο. Στη δευτερολογία μου θα μιλήσω αναλυτικότερα γι' αυτές τις διατάξεις. Το Υπουργείο Γεωργίας με αυτό το νομοσχέδιο και άλλα που προηγήθηκαν, το ΥΠΕΧΩΔΕ με την ανυπαρξία χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και με τη λογική της προσαρμογής του στην αυθαίρετη δόμηση, μετά και το χαρακτηριστικό νομοσχέδιο που κατέθεσε, όπως και το Υπουργείο Οικονομικών σε ό,τι αφορά στη δημόσια περιουσία και τις συμβάσεις παραχώρησης της χρήσης αυτής σε ιδιώτες και το Υπουργείο Πολιτισμού με το έκτο κατά σειρά πολυνομοσχέδιο που φέρνει για την εκχώρηση των ολυμπιακών εγκαταστάσεων και των ολυμπιακών ακινήτων στην ΕΤΑ Α.Ε. και στη συνέχεια στους ιδιώτες, επιβεβαιώνουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι η Κυβέρνηση δεν επιθυμεί την καταγραφή και προστασία της δημόσιας γης και τη σύγκρουση με τα συμφέροντα που τη νέμονται προκλητικά. Επιβεβαιώνουν ότι η κυρίαρχη πλέον πολιτική της Κυβέρνησης είναι η πολιτική της αταξίας, που σε συνδυασμό με την πολιτική εκχώρησης δημόσιας περιουσίας δημιουργεί έντονες ανησυχίες για τις μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον και το βαρύτατο πλήγμα στο δημόσιο συμφέρον. Συνεπώς, θεωρούμε ότι το νομοσχέδιο όχι μόνο δασοκτόνο και περιβαλλοντοκτόνο είναι, αλλά και εθνοκτόνο. Και τη μεν ζημιά για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις από ένα τέτοιο νομοσχέδιο, αν γίνει νόμος, θα πληρώσουμε σύντομα, γιατί όταν η φύση βιάζεται, εκδικείται και μάλιστα άγρια. Η ζημιά όμως από την αποδοχή αυτού του νομοσχεδίου και των ομοίων που προανέφερα, σκέφθηκαν οι αρμόδιοι και οι υπεύθυνοι πόση είναι η έκτασή της και με ποιον τρόπο και επί πόσα χρόνια θα την πληρώνουμε; Σας καλώ, κύριοι συνάδελφοι, να καταψηφίσετε αυτό το νομοσχέδιο γιατί γίνεται ένα εργαλείο και μέσο πολιτικής αταξίας σε βάρος του φυσικού περιβάλλοντος που υποθηκεύει το μέλλον των παιδιών μας και στερεί το δικαίωμα όλων μας να ζήσουμε σε ένα υγιεινό περιβάλλον.