Home Ομιλίες Ομιλία στην Ολομέλεια επί της αρχής και των άρθρων του ν/σ του Υπουργείου Ανάπτυξης «Τουριστικη εκπαίδευση και κατάρτιση, ρυθμίσεις για τον τουρισμό και άλλες διατάξεις»

Ομιλία στην Ολομέλεια επί της αρχής και των άρθρων του ν/σ του Υπουργείου Ανάπτυξης «Τουριστικη εκπαίδευση και κατάρτιση, ρυθμίσεις για τον τουρισμό και άλλες διατάξεις»

E-mail Εκτύπωση PDF
Συζητούμε ένα νομοσχέδιο το οποίο έχει ως κύριο θέμα την τουριστική εκπάιδευση, ένα πολύ σημαντικό ζήτημα για τη χώρα μας. Παράλληλα όμως έχει εμπλουτιστεί με τόσα άρθρα και αυτά στη συνέχεια με τόσες τροπολογίες και εντέλει παρατυπίες και καταστρατηγήσεις παλιότερων νομοθετημάτων, αλλά και του ίδιου του Συντάγματος που πραγματικά αυτό το νομοσχέδιο μέχρι και σήμερα θέλει και πολύ συζήτηση – που ο χρόνος σε μια συνεδρίαση δεν μας το επιτρέπει – αλλά καλά θα ήταν το δεύτερο κεφάλαιο του να αποσυρθεί. Το παρόν Ν/Σ επιδιώκει να καλύψει και με μεγάλη καθυστέρηση την ανάγκη να ισχύσει και στον τουριστικό τομέα ένα πλήρες και συνεκτικό νομοθετικό πλαίσιο, που θα καθορίζει τη λειτουργία της τουριστικής εκπαίδευσης με στόχο τη διεύρυνση και αναβάθμιση των παρεχομένων υπηρεσιών στο τομέα του τουρισμού. Οφείλουμε να πούμε εδώ ότι διαπιστώνεται μια ανησυχητική στασιμότητα στον τομέα του τουρισμού και η Κυβέρνηση επαναπαυμένη στα φυσικά πλεονεκτήματα της χώρας μας, αγνοεί ή παραβλέπει την αρνητική εξέλιξη σοβαρών παραμέτρων, όπως ο ανταγωνισμός με τις άλλες μεσογειακές χώρες, η ανάπτυξη νέων προορισμών, η τρομοκρατία ως ανασχετικός παράγοντας, η διασύνδεση των Ολυμπιακών αγώνων με τον τουρισμό. Η εισηγητική έκθεση του Ν/Σ λοιπόν επισημαίνει ότι «το ισχύον θεσμικό πλαίσιο έχει χάσει την προωθητική του δύναμη, έχει εξαντλήσει τη δυναμική του, δεν έχει εκσυγχρονιστεί. Θα ήταν λοιπόν η ευκαιρία με την κατάθεση του Ν/Σ για την τουριστική εκπαίδευση να προωθηθούν άμεσα και ριζοσπαστικά μέτρα που έχει ανάγκη ο τουριστικός τομέας, γιατί το θεσμικό πλαίσιο που ισχύει σήμερα και διέπει τις Σχολές Τουριστικής Εκπαίδευσης είναι διάσπαρτο και παρωχημένο και δημιουργεί ένα σύστημα αναποτελεσματικό και πολύ πίσω από τι διαμορφούμενες ανάγκες της τουριστικής αγοράς. Το παρόν Ν/Σ θα πρέπει να το δηλώσουμε εξαρχής, δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες αυτές και δείχνει ότι δυστυχώς ο τουριστικός νομοθέτης δεν γνωρίζει σε βάθος και ουσιαστικά την τουριστική πραγματικότητα, σε ποια σημεία δηλαδή η χώρα μας έχει τις πραγματικές ελλείψεις και κυρίως, πως θα πετύχουμε την αναγκαία αναβάθμιση και βελτίωση προσφερομένων τουριστικών υπηρεσιών. Τα φυσικά πλεονεκτήματα της χώρας είναι ανεκτίμητα αλλά δεν αρκούν. Για την αύξηση της ποιότητας των επισκεπτομένων τη χώρα τουριστών και της εισροής συναλλάγματος χρειάζονται, παράλληλα με τη βελτίωση των υποδομών, σοβαρές επενδύσεις στο ανθρώπινο δυναμικό που ασχολείται ή πρόκειται να ασχοληθεί με τον τουριστικό τομέα. Την παροχή αρχικής εκπαίδευσης, την κατάρτιση, τη δια βίου εκπαίδευση την εξειδίκευση και τη μετεκπαίδευση με τελικό στόχο ν΄ ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες. Το επιτυγχάνει όμως το Σχέδιο Νόμου που έχουμε στα χέρια μας; Φοβούμαι, όχι! Αποτελεί απλά την αποτίμηση και επέκταση του υπάρχοντος κακού συστήματος και του διάσπαρτου ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου. Ασχολείται ελάχιστα με τη συνεχή καταγραφή των αναγκών της αγοράς, η κάλυψη των οποίων πρέπει να γίνεται μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, άμεσα συνδεδεμένης με την απασχόληση. Ο τουριστικός τομέας είναι πολυσύνθετος, με ποικίλες δραστηριότητες και δεξιότητες με ιδιαιτερότητες που επιβάλλουν την ύπαρξη εξειδικευμένων επαγγελματικών Σχολών, οι οποίες αποτελούν ζητούμενο από τους τουριστικούς φορείς της χώρας. Οι Σχολές αυτές θα πρέπει να παρέχουν εκπαίδευση και κατάρτιση σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, θα είναι σε στενή συνεργασία με όλους τους τουριστικούς κλάδους, πράγμα που μπορεί να επιτευχθεί υπό τον όρο ότι όλο αυτό το σύστημα εκπαίδευσης θα είναι υπό την εποπτεία του Υπ. Ανάπτυξης και θα λειτουργεί με την ανάλογη θεσμική πρόβλεψη. Τις ανάγκες του τουρισμού καθώς και την παραπάνω ανάγκη εξειδικευμένης εκπαίδευσης, κατάρτισης και προσανατολισμού δεν τις γνωρίζει το Υπ. Παιδείας και γι΄αυτό δεν έχει επιτύχει στην ένταξη τουριστικής εκπαίδευσης στις σχολές του. Γι΄αυτό δεν μπορεί να τεθεί θέμα εξομοίωσης των Σχολών Τουριστικής Εκπαίδευσης με τα ΤΕΙ, ΙΕΚ και ΤΕΕ του Υπ. Παιδείας. Τα τελευταία έχουν σχεδόν αποτύχει στην τουριστική εκπαίδευση και δημιούργησαν στρατιές ανέργων. Η περίπτωση της Σχολής Ξεναγών είναι χαρακτηριστική και άξια αναφοράς για το επίπεδο παρεχομένων σπουδών και το επίπεδο της επαγγελματικής επάρκειας, υπό την εποπτεία μέχρι το έτος 2000 από τον ΕΟΤ με οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια. Είναι λοιπόν απαραίτητη η προστασία του μέχρι τώρα τρόπου λειτουργία των σχολών αυτών στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του υπό συζήτηση νομοσχεδίου. Γι΄αυτό και έχω καταθέσει σχετική τροπολογία, με την οποία κατοχυρώνεται καλύτερα η αυτοτέλεια των Σχολών όπως και η σύνθεση και η λειτουργία της εκπαιδευτικής επιτροπής. Οι Σχολές Τουριστικής Εκπαίδευσης λοιπόν θα πρέπει κατά βάση να είναι όργανα της πολιτείας, που σε συνεργασία με το Υπουργείο Ανάπτυξης θα ασκούν πολιτική για την εκπαίδευση και κατάρτιση και θα επιτελούν δύο ακόμη ρόλους, τον έλεγχο της ποιότητας στην εκπαίδευση και την πιστοποίηση της γνώσης και της δεξιότητας των αποφοίτων όλων των σχολών. Ανάλογα συμβαίνει με τα ΤΕΕ Α΄ και Β΄ κύκλου (δημόσια και ιδιωτικά.) Κι εδώ ο ΟΤΕΚ θα πρέπει να έχει τη συνολική ευθύνη. Και βεβαίως για όλο το παραπάνω σύνθετο πλέγμα της εκπαίδευσης και κατάρτισης τίθεται το σοβαρότατο θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων και της εξασφάλισης προοπτικών απασχόλησης. Δυστυχώς για το παρόν Ν/Σ δεν προκύπτει η αναγκαία άμεση σύνδεση του επαγγελματικού εκπαιδευτικού οργανισμού με τους παραγωγικούς φορείς του τουρισμού. Μόνο στο σκοπό του Οργανισμού γίνεται αναφορά στην πιστοποίηση των επαγγελματικών προσόντων με τη συνεργασία των κλαδικών κοινωνικών εταίρων. Όσον αφορά τώρα τον τρόπο και τα όργανα Διοίκησης του συστήματος αυτού της Τουριστικής Εκπαίδευσης. Κατ΄αρχήν είναι θετικό ότι η τουριστική εκπαίδευση και κατάρτιση παραμένουν κατά κύριο λόγο στο δημόσιο τομέα. Παρόλα αυτά όμως δεν γίνεται καμία προσπάθεια ούτε το σύστημα να αποκτήσει μια σχετική αυτοτέλεια όπως τα άλλα εκπαιδευτικά συστήματα της Πανεπιστημιακής και της ανώτατης (τριτοβάθμιας εκπαίδευσης). Το ότι κάποιες σχολές του δεν αναβαθμίζονται και σε μια από αυτές τις ανώτατες βαθμίδες αποτέλεσε στην επιτροπή σημείο μακράς συζήτησης και τριβής. Στο σύστημα αυτό δεν υπάρχει η έννοια και πολύ περισσότερο δεν διασφαλίζεται η συμμετοχή της εκπαιδευτικής κοινότητας, αλλά ο σφικτός κρατικές εναγκαλισμός είναι κυρίαρχος. Στο ΔΣ τα μέλη διορίζονται από τον εκάστοτε Υπουργό, ενώ ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος είναι μέλη εκτός της εκπαιδευτικής κοινότητας και μάλιστα χωρίς να καταγράφονται γι΄αυτούς όλα τα απαραίτητα προσόντα και οι προϋποθέσεις. Ο εκπρόσωπος των σπουδαστών δεν έχει δικαίωμα ψήφου. Μέσα λοιπόν από ένα διαφορετικό σύστημα με αυτοτέλεια, με δυνατότητα συμμετοχής στη διοίκηση και στις αποφάσεις λειτουργίας του οργανισμού των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας και την ενίσχυση και υποστήριξη από την πολιτεία οι ανώτερες σχολές αυτού του συστήματος θα μπορούσαν να αναβαθμιστούν σε ανώτατες. Και σε αυτό το βασικό ρόλο έχουν τα πανεπιστήμιά μας για να προσδιορίσουν το περιεχόμενο αυτού του νέου τμήματος εκπαίδευσης και να το αναδείξουν και όχι βέβαια οι αγορές όπως πολύ συχνά ακούγεται τώρα τελευταία. Όσον αφορά τα προγράμματα σπουδών που προσδιορίζουν και την ποιότητα της εκπαίδευσης θα πρέπει να περνούν από τις διαδικασίες, τις συνελεύσεις της κάθε σχολής για να διαμορφωθούν ως εισήγηση στους αρμόδιους Υπουργούς. Και το ζητούμενο είναι με τα προγράμματα αυτά και τις πρακτικές ασκήσεις που θα διαμορφώνονται από τις ανάγκες μιας συγκροτημένης τουριστικής αγοράς να προκύψει και ποιότητα στις παρεχόμενες τουριστικές υπηρεσίες αλλά και ενίσχυση των θέσεων εργασίας και απασχόλησης στον τομέα αυτό. Τα ΤΕΕ, τα ΙΕΚ κ.λπ. του ΟΤΕΚ π.χ. είναι σε θέση σήμερα να γίνουν ακόμη καλύτερα και να τραβήξουν στην αναβάθμιση και τα αντίστοιχα του Υπ. Παιδείας. Τελειώνω το κεφάλαιο αυτό με το θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Χωρίς να παραβλέπει κανείς την επιρροή της αγοράς είναι υποχρέωση του κράτους να καθορίσει με σαφήνεια τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων των σ χολών του για να μπορεί ο σπουδαστής να επιλέξει και στη συνέχεια με αίσθημα ισότητας και δικαιοσύνης να κάνει απερίσπαστος τις σπουδές του. Προσφιλής τακτική της κυβέρνησης, αλλά απαράδεκτη για μας να συνοδεύεται ένα θεματικό νομοσχέδιο με πληθώρα άλλων διατάξεων οι περισσότερες των οποίων μάλιστα είναι καταστρατηγήσεις και όχι συμπληρώσεις της αρχής παλαιοτέρων νομοθετημάτων. Επί της ουσίας το κεφ. Β αποτελεί συνέχεια και συμπλήρωση των διατάξεων που αποδιοργάνωσαν και διαμοίρασαν τα ιμάτια του ΕΟΤ σε δύο κυρίως εταιρίες, το Ελληνικό Φεστιβάλ Α.Ε. και τα Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε. και άφησαν έναν εθνικό οργανισμό αποστεωμένο και άνευρο, ο οποίος στη συνέχεια με το πρόσχημα της αποκέντρωσης διαμοιράζει τις ανύπαρκτες αρμοδιότητες και τις δευτερεύουσες επιτελικές λειτουργίες του στις υπηρεσίες των Περιφερειών. Σε ένα άναρχο και αβέβαιο περιβάλλον για τον ΕΟΤ και δυστυχώς για τον Ελληνικό Τουρισμό ενισχύεται και διευκολύνεται συνεχώς και με τον παρόν νομοσχέδιο η ιδιωτικοποίησή του και μάλιστα με σκανδαλώδεις ρυθμίσεις όπως αυτές για τα Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα (ΕΤΑ). Βασικό το άρθρο 38 για τους τουριστικούς λιμένες, αναβάθμιση της επιτροπής χωροθέτησης νέοι κανονισμοί κ.λπ. γίνονται επουσιώδεις ρυθμίσεις αφού κυρίαρχη είναι αυτή που μεταφέρει όλες τις αρμοδιότητες στους φορείς διαχείρισης των Λιμένων. Φορείς διαχείρισης που όπως και για τους εθνικούς μας Λιμένες έγινε μπορεί να φθάσουν να είναι ιδιωτικοί. Στην προκειμένη περίπτωση τα ΕΤΑ και το μεγαλείο τους δηλαδή το 66% των ιδιωτών εταίρων του. Και έρχομαι στο άρθρο 39 για το οποίο καταθέσαμε και τροπολογία μέσα από την οποία τεκμηριώνουμε γιατί αυτή η ρύθμιση ιδιωτικοποίησης της ΕΤΑ σε ποσοστό 66% και οι συναφείς λοιπές ρυθμίσεις αποτελούν πρόκληση για τον ελληνικό λαό και κινούνται στα όρια της αντισυνταγματικότητας. Εκποιούνται ουσιαστικά σε ντόπιους και ξένους επενδυτές όσα απαρτίζουν τη δημόσια κτήση και περιουσία του ελληνικού λαού που πάγια θεωρούνται κοινόχρηστα κι εκτός συναλλαγής: ακτές, τουριστικοί λιμένες, ιαματικές πηγές, σπήλαια, ορειβατικά καταφύγια, δασικές εκτάσεις σε εθνικούς δρυμούς κ.α. Επιχειρείται η αλλοίωση του κοινόχρηστου χαρακτήρα και της προστασίας του αιγιαλού και της παραλίας, αυξάνονται με προκλητικές χαρισματικές ρυθμίσεις οι συντελεστές δόμησης για ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, δημιουργούνται προς εκμετάλλευση «δασικά χωριά» ενώ η προκλητικότητα της ΕΤΑ ενισχύεται με φορολογικές απαλλαγές και σχετικές ρυθμίσεις για να παραδοθεί ως καθαρό μετοχικό κεφάλαιο προς εκμετάλλευση. Και η Τοπική Αυτοδιοίκηση τι ρόλο παίζει σε όλα αυτά; Κάνει τα πάντα και κερδίζει τα αζήτητα και προβληματικά όπως και τους όγκους τσιμέντου και τις παράλογες χρήσεις υπερεκμετάλλευσης. Οι ιδιωτικές συμβάσεις και τα αντίστοιχα έργα και δράσεις. Ο ΕΟΤ μέχρι πρότινος είχε επιτύχει χάριν της δημόσιας ωφέλειας απαλλοτριώσεις χιλιάδων στρεμμάτων εκλεκτής γης, που τώρα γίνονται μέσο κερδοσκοπικής δράσης από την ιδιωτικοποιημένη ΕΤΑ Είναι εθνικά και συνταγματικά απαράδεκτες οι ρυθμίσεις του άρθρου 39 και σας καλούμε κύριοι της κυβέρνησης να τις αποσύρεται. Κύριοι συνάδελφοι μην συνυπογράψετε με τη ψήφο σας την πιο ακραία εκμετάλλευση της κοινόχρηστης ελληνικής γης. Δεν ανήκει σε μας ως κυριότητα και εκμετάλλευση, αλλά στην Ελλάδα και τα παιδιά μας. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και το άρθρο 40 για την εκμετάλλευση των «ορεινών καταφυγίων». Είναι εθνικοί όγκοι και εσείς ουσιαστικά θέλετε να τα μετατρέψετε σε ξενοδοχειακές – τουριστικές επιχειρήσεις, δηλαδή ανακαλύψατε και το βουνό για εκμετάλλευση, μπαρ, parking, χώροι αναψυχής κ.λπ.. Μεταβιβάζετε την κυριότητα και διαχείριση αυτών εκτός από τους ΟΤΑ που είναι δημόσιου χαρακτήρα και σε σωματεία και ομοσπονδίες ορειβασίας και αναρρίχησης χωρίς όρους και προϋποθέσεις, χωρίς να εμποδίζεται παραπέρα εκμίσθωση αυτών και να αποκλείεται ρητά η μεταβίβασή τους στο μέλλον σε τρίτους και πολύ περισσότερο σε ιδιώτες. Με το άρθρο 41 «στα θέματα της τουριστικής προβολής και διαχείρισης εντάσσετε όλες τις χαριστικές ρυθμίσεις για την αύξηση του συντελεστή δόμησης στις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, με ιδιαίτερη εύνοια στην ΑΞΕ ΑΣΤΗΡ Βουλιαγμένης πνίγοντας την περιοχή Μικρό Καβούρι. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά , σ΄ αυτό το άρθρο, ίσως για τουριστική αποτροπή, δίδεται ένα ακόμη πλήγμα στην πολύπαθη περιοχή της Δυτικής Αττικής με ρυθμίσεις για «περιοχές οχλουσών βιομηχανικών χρήσεων» πριν τη σύνταξη των γενικών πολεοδομικών σχεδίων και ΖΟΕ που θα καθορίσουν συντεταγμένα τις χρήσεις γης. Ιδιαίτερα για το Δήμο Ελευσίνας και την περιοχή «ΤΙΤΑΝΑ» έχουμε καταθέσει σχετική τροπολογία και σας καλούμε να αποσύρεται το σχετικό χάρτη, πράγμα που σε έγγραφό του τεκμηριώνει ότι πρέπει να γίνει ο Οργανισμός Ρυθμιστικού Αθήνας και το Νομαρχιακό Συμβούλιο με απόφασή του. Δεν μπορείτε δίπλα στην αρχαία Ελευσίνα να εγκαταστήσετε περιοχές οχλουσών χρήσεων. Βέβαια, το να αναφερθώ και στις τρεις τροπολογίες που ήλθαν μετά, όπου κάθε μια είναι ένα καινούργιο νομοσχέδιο, αλλά και στις αλλαγές που έκανε ο κύριος Υπουργός: Όλα αυτά επιτείνουν πραγματικά αυτή την όλη προχειρότητα και την ανεπάρκεια, αλλά κυρίως την ‘εξυπνάδα’ μέσω τέτοιων ρυθμίσεων να καταστρατηγούνται βασικά θέματα του δημόσιου συμφέροντος.