Home Ομιλίες Ομιλία στην συζήτηση Επερώτησης της Νέας Δημοκρατίας προς τον Υπουργό Γεωργίας σχετικά με τη λειτουργία των υπηρεσιών και των οργανισμών του Υπουργείου Γεωργίας

Ομιλία στην συζήτηση Επερώτησης της Νέας Δημοκρατίας προς τον Υπουργό Γεωργίας σχετικά με τη λειτουργία των υπηρεσιών και των οργανισμών του Υπουργείου Γεωργίας

E-mail Εκτύπωση PDF
Θα χρησιμοποιήσω και εγώ λίγο από το λίγο χρόνο που έχω γι’ αυτή την πολιτική συμφωνία που έγινε για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική. Η Κυβέρνηση, έχοντας ταυτόχρονα δύο ιδιότητες, πέτυχε μεν ως προεδρία να φθάσει σε μια πολιτική συμφωνία, αλλά απέτυχε, κατά τη δική μας άποψη, να προωθήσει ή έστω να διαφυλάξει τα ζωτικά συμφέροντα της πλειοψηφίας των Ελλήνων αγροτών και κυρίως των μικρών και μεσαίων αγροτών. Υπήρξε ένα εντονότατο παρασκήνιο και σκληρές διαπραγματεύσεις, που όλοι πιστεύαμε ότι ίσως τα πράγματα να πήγαιναν κάπως καλύτερα. Τελικά είχαμε μια μερική αποσύνδεση από τις επιδοτήσεις, που θα έλεγε κανείς ότι μετριάζει τις συνέπειες, αλλά τελικά τα μεγάλα ζητήματα της ελληνικής γεωργίας παραπέμπονται σε σκληρότερες διαπραγματεύσεις, είτε στο επίπεδο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου είτε, όπως είπατε κύριε Υπουργέ, θα κριθούν στη πράξη, αλλά με τη φιλοσοφία και τους στόχους της μεταρρύθμισης. Έτσι τα τρία βασικά μεσογειακά προϊόντα: ο καπνός, το λάδι και το βαμβάκι έμειναν εκτός διαπραγμάτευσης και κατά τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα κινηθούν στο προαποφασισμένο χρηματοδοτικό πλαίσιο, δηλαδή προαποφασισμένη μείωση των ενισχύσεων στη γεωργία προκειμένου να αντιμετωπιστεί και δημοσιονομικά η επικείμενη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο στόχος της επίτευξης οικονομιών από την απλοποίηση του τρόπου λειτουργίας της ΚΑΠ δεν επιτυγχάνεται, ενώ το δίκαιο αίτημα -και βασική διεκδίκηση και από τη χώρα μας- για να αυξηθεί το όριο των 5.000 ευρώ, ούτως ώστε να συμπεριληφθούν περισσότεροι μικρομεσαίοι Έλληνες αγρότες στις απαλλαγές από τη μείωση των ενισχύσεων, τελικά δεν έγινε αποδεκτό. Η ιστορική συμφωνία ή συμβιβασμός δεν έγινε, όπως επιμένουν αυτοί που θριαμβολογούν, υπέρ των μικρών και μεσαίων αγροτών αλλά έγινε –και κάλυψε- υπέρ των μεγάλων εκμεταλλεύσεων. Παραμένει η ασάφεια της κατεύθυνσης και διαχείρισης των κονδυλίων που θα εξοικονομηθούν από τις περικοπές για την ανάπτυξη της υπαίθρου, την ποιοτική γεωργία και η ανεπάρκεια των δομών της χώρας μας να αξιοποιήσει αυτό τον δεύτερο πυλώνα είναι ένα κρίσιμο θέμα και ενδεχομένως να αποτελέσει, σε σχέση με τα προηγούμενα, έναν δυσμενή συνδυασμό. Αυτό, λοιπόν, το κρίσιμο θέμα της ανεπάρκειας των δομών της Ελληνικής Κυβέρνησης για να αντιμετωπίσει αυτά τα καινούργια -έστω θετικά- από την αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής συζητάμε σήμερα με αυτή την επερώτηση. Να δούμε, λοιπόν, τα βασικά όργανα του Υπουργείου. Τι γίνεται σήμερα; Τα όργανα του Υπουργείου Γεωργίας, όργανα προγραμματισμού και στήριξης της αγροτικής ανάπτυξης, αποδεικνύουν καθημερινά με την οργάνωση και τη λειτουργία τους ότι κυριολεκτικά αδυνατούν να προγραμματίσουν και να εφαρμόσουν οποιονδήποτε αναπτυξιακό σχεδιασμό. Ακόμα και η απλή παρακολούθηση των τρεχόντων ζητημάτων που έχουν σχέση με την παραγωγή φυτικών και ζωικών προϊόντων, είτε με τις κοινές οργανώσεις αγοράς, είτε με υλοποίηση αποφάσεων είναι προβληματική. Αντί για τη συντεταγμένη παρουσία του Υπουργείου Γεωργίας στη χάραξη και υλοποίηση της πολιτικής σύμφωνα με τις νέες ανάγκες και προσαρμογές, όπως προκύπτουν από την ευρωπαϊκή και εθνική πολιτική, δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια κάθε είδους σχήματα ιδιωτικής πρωτοβουλίας: νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ανώνυμες εταιρείες, ενδιάμεσοι φορείς, οι οποίοι, αφού εξασφάλισαν θέσεις και υψηλές αμοιβές σε προέδρους και διευθύνοντες συμβούλους, έμειναν ανενεργοί χωρίς προσωπικό και χωρίς ουσιαστική συμβολή στο έργο που ανέλαβαν. Ο ΕΛΓΑ αποτελεί μια κατάκτηση των Ελλήνων αγροτών και μπορεί μεν να παρουσίασε αδυναμίες και προβλήματα, όμως η προοπτική ενός σύγχρονου ασφαλιστικού συστήματος της Αγροτικής Πολιτικής θα πρέπει να γίνει μέσα από έναν οργανισμό πρόνοιας και κοινής ωφέλειας δημόσιου χαρακτήρα, μη κερδοσκοπικού, που θα βασίζεται στην αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης. Ήταν γνωστό -το έχουμε συζητήσει πάρα πολλές φορές- ότι η ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου συστήματος ασφάλισης της αγροτικής παραγωγής ξεκινά από τα συσσωρευμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ΕΛΓΑ τα τελευταία χρόνια σε οικονομικό και οργανωτικό επίπεδο. Δεν έγινε, όμως, τίποτα και συνεχίζει να υπάρχει έλλειψη σταθερής κρατικής επιχορήγησης του ΕΛΓΑ που κατέληξε να είναι υπερχρεωμένος. Έτσι, το αποθεματικό που είχε ο ΕΛΓΑ μέχρι το 1995-1996 αναγκάστηκε για την κάλυψη των αναγκών του να το χρησιμοποιήσει ως χρήματα για τις επόμενες χρονιές και να πληρώνει ζημιές των προηγουμένων ετών. Με το δεδομένο της μη είσπραξης του 3% επί των επιδοτήσεων και με τη μείωση των εσόδων του, η Κυβέρνηση έπρεπε να δει σοβαρά τι θα κάνει για την ισορροπία του συστήματος. Όλοι θυμούμαστε ότι εξαγγέλθηκε από τον κ. Πρωθυπουργό πως ο ΕΛΓΑ θα ενισχυθεί με το ποσό των είκοσι δισεκατομμυρίων δραχμών από τον κρατικό Προϋπολογισμό. Τίποτα από αυτά δεν τηρήθηκε. Η κυβερνητική απάντηση σε αυτά ήταν η βελτίωση του ασφαλιστικού συστήματος με τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και την παράλληλη συρρίκνωση του ΕΛΓΑ στην κάλυψη προκαθορισμένων και συγκεκριμένων κινδύνων, αλλά και στην οριοθέτηση των ασφαλιστικών του δραστηριοτήτων. Παραμένει για μας επιτακτικό το ζήτημα της ενίσχυσης του ΕΛΓΑ από τον κρατικό Προϋπολογισμό με την εγγραφή ενός κονδυλίου ισόποσου με τον προϋπολογισμό του ΕΛΓΑ. Τι γίνεται με τον ΟΠΕΚΕΠΕ; Ιδρύθηκε με σκοπό την πληρωμή των κοινοτικών ενισχύσεων στους αγρότες. ʼρχισε να λειτουργεί μόλις πριν δύο χρόνια αναλαμβάνοντας όλες τις αρμοδιότητες ελέγχου και πληρωμών που είχαν η ΔΙΔΑΓΕΠ και οι Οργανισμοί Βάμβακος, Καπνού και Ελαιολάδου, χωρίς όμως να έχει επαρκή οργάνωση και στελέχωση. Η απόφαση του Υπουργού να γίνει η στελέχωση του νέου αυτού οργανισμού με αναγκαστικές μετατάξεις -χωρίς μάλιστα τη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων- αποδείχθηκε λάθος και σε συνδυασμό με την ολιγωρία και την ανικανότητα του Υπουργείου οδήγησαν τον ΟΠΕΚΕΠΕ σε κρίση: αντικατάσταση της ηγεσίας του λόγω πλημμελούς διαχείρισης του βαμβακιού και ένα σωρό άλλες τροποποιήσεις, οι οποίες όμως είχαν ως αποτελέσματα τις καθυστερήσεις στις καταβολές των ενισχύσεων, λάθη και παραλείψεις στον ΟΣΔΕ, αυθαίρετες ερμηνείες στην εφαρμογή των κανονισμών κ.ο.κ. Όμως ένα πολύ μεγάλο και σοβαρό πρόβλημα δημιουργήθηκε με τις δημοσιονομικές διορθώσεις που επιβάλλονται στην Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι πολύ πρόσφατη η καταδίκη της Ελλάδας, γιατί αθέτησε τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει βάσει του Κανονισμού 358/1992 και βέβαια το ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου των ενισχύσεων δεν θεωρείται ικανοποιητικό. Κύριε Υπουργέ, τελικά τι έχουμε αυτή τη στιγμή; Έχουμε ένα πρόστιμο εκατόν σαράντα δύο εκατομμύρια ευρώ για μία χρονιά και αυτά αποτελούν σχεδόν το μισό του συνολικού ποσού που ανακτάται και από τα δέκα πέντε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι λόγοι είναι και εδώ σαφείς: Τα κονδύλια ανακτώνται είτε λόγω ανεπάρκειας του ελέγχου διάθεσής τους στους αγρότες είτε λόγω παραβιάσεων της κοινοτικής νομοθεσίας. Να αναφέρουμε για την αγρογή που είχατε επισημάνει ότι αυτό το σύστημα προωθήθηκε, ούτως ώστε να αξιοποιηθεί η αγροτική γη; Τελικά, με το τελευταίο νομοσχέδιο, πού οδηγείται η αγρογή; Οδηγείται σε μία παρόμοια ανώνυμη εταιρεία, κατά το πρότυπο της «ΕΤΑ Α.Ε.». Σας ρωτούμε λοιπόν: Όλα αυτά είχαν καμία σχέση με τους αρχικούς στόχους της εταιρείας; Τι έγινε με το ΔΗΜΗΤΡΑ; Το μόνο που μας απασχόλησε στον Οργανισμό Γεωργικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης ήταν η σύσταση του διοικητικού συμβουλίου και η τοποθέτηση του διευθύνοντος συμβούλου, η μισθοδοσία των υπαλλήλων του Υπουργείου Γεωργίας που είναι αποσπασμένοι εκεί και τίποτα άλλο. Τίποτα άλλο δεν έχει γίνει στα θέματα της εκπαίδευσης, κατάρτισης και, βέβαια, προώθησης της απασχόλησης των νέων αγροτών. Μιλήσαμε για τον ΕΘΙΑΓΕ και χθες σε σχέση με το νομοσχέδιο για τα αδέσποτα που είχατε κάποιες διατάξεις. Επιμένουμε και εκεί ότι τελικά το μεγάλο θέμα της ενίσχυσής του με πόρους δεν έχει λυθεί και έρευνα χωρίς πόρους δεν γίνεται και είμαστε το τελευταίο κράτος-μέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση γι’ αυτό. Τελειώνω, κύριε Πρόεδρε, με ένα ακόμα θέμα. Όσον αφορά στην ανώνυμη εταιρεία «Ελληνικές Αγροεξαγωγές» που ιδρύθηκε πριν από τρία χρόνια, με στόχο να προωθήσει τις εξαγωγές των αγροτικών προϊόντων που βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο, σχεδόν υπό το μηδέν, αυτή είναι μόνο στα χαρτιά, ενώ τα ελληνικά προϊόντα παραμένουν στα ράφια.