Home Ομιλίες Συζήτηση στη Βουλή της Επερώτησης του ΣΥΝ προς τον Υπουργό Ανάπτυξης σχετικά με την πολιτική της Κυβέρνησης στον τομέα της απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας

Συζήτηση στη Βουλή της Επερώτησης του ΣΥΝ προς τον Υπουργό Ανάπτυξης σχετικά με την πολιτική της Κυβέρνησης στον τομέα της απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας

E-mail Εκτύπωση PDF
Κύριε Πρόεδρε, είναι δεδομένο πλέον ότι η απελευθέρωση αγοράς ενέργειας παρουσιάζει έλλειμμα στον μακροχρόνιο ενεργειακό προγραμματισμό, αποτυχία στην προσπάθεια κατασκευής μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ιδιώτες ανεξάρτητους παραγωγούς, μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση κατάλληλων συνθηκών για επάρκεια ηλεκτρικής τροφοδοσίας με την αξιοποίηση ανανεώσιμων και φιλικών προς το περιβάλλον πηγών ενέργειας και εξασφάλιση ευστάθειας του συστήματος. Με το ν. 2773/99 η χώρα μας εναρμόνισε τη νομοθεσία της με την οδηγία 96/92 της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και από το Φεβρουάριο του 2001 η Κυβέρνηση με το Υπουργείο Ανάπτυξης ξεκίνησε τη διαδικασία χορήγησης αδειών παραγωγής. Οι άδειες δίδονται για είκοσι πέντε χρόνια κάτω από συγκεκριμένους περιβαλλοντικούς και τεχνικούς όρους. Οι δικαιούχοι αδειούχοι δεν επιδοτούνται, διότι απλά αναλαμβάνουν δηλώσεις επιχειρηματικής πρωτοβουλίας. Η όλη διαδικασία παρακολουθείται από τη ρυθμιστική αρχή ενέργειας η οποία εκδίδει τριμηνιαία δελτία προόδου των έργων και σε περίπτωση αποτυχίας του δικαιούχου άδειας επιχειρηματία εισηγείται την ανάκληση της άδειας. Χορηγήθηκαν επτά άδειες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας σε ιδιώτες παραγωγούς με 2.800 MW από μονάδες με φυσικό αέριο, 1.800 MW από ανανεώσιμες πηγές, 300 MW από μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα και 300 MW από συμπαραγωγή. Μεγαλεπίβολο είναι αλήθεια επενδυτικό πρόγραμμα αφού τα μεγέθη που αδειοδοτήθηκαν αντιστοιχούν στο μισό της εγκατεστημένης ισχύος του εθνικού διασυνδεδεμένου συστήματος παραγωγής και μεταφοράς. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι επτά αδειούχοι με βάση τα τριμηνιαία δελτία προόδου της ΡΑΕ είχαν προχωρήσει όλες τις δραστηριότητες σχετικά με τις άδειες περιβαλλοντικών όρων, συγκρίσεις πολλών φορέων για την κατασκευή μονάδων, την αγορά των οικοπέδων κλπ. Ξαφνικά προέκυψε αυξημένος επιχειρηματικός κίνδυνος. ΄Αρνηση χρηματοδότησης των έργων από τις τράπεζες με τη διεθνώς παραδεκτή μέθοδο project finance και ως εκ τούτου προκλήθηκε ένας μαραθώνιος αλλεπάλληλων συζητήσεων, πιέσεων για να εξευρεθεί τρόπος διόρθωσης του θεσμικού πλαισίου ώστε να αρθούν τα εμπόδια και να επενδύσουν επιτέλους οι ιδιώτες. Η ΡΑΕ μάλιστα ανέλαβε να διαμορφώσει προτάσεις βελτίωσης του θεσμικού πλαισίου και τον Μάιο του 2002 παρέδωσε σχέδιο το οποίο όμως προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από τη ΔΕΗ και ιδιαίτερα από το Σύλλογο Μηχανικών αυτής. Η κριτική που ασκήθηκε και συμφωνούμε μ’ αυτήν όπως και οι εναλλακτικές προτάσεις που εκφωνήθηκαν στηρίζονται στο γεγονός ότι το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα παραγωγής είναι ένα απομονωμένο σύστημα με λίγες διασυνδέσεις στις γειτονικές χώρες, όπως διασυνδέσεις με Βουλγαρία, Αλβανία, FYROM και Ιταλία από τις οποίες μόνο η Βουλγαρία έχει δυνατότητα εξαγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. ʼρα ένα σύστημα με αβεβαιότητα ως προς τη δυνατότητα εισαγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, με προβλήματα ανισοκατανομής μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης και επομένως με την ιδιαίτερη απαίτηση να εντάσσεται σε ένα μακροχρόνιο ενεργειακό σχεδιασμό, όπως άλλωστε και το άρθρο 3 του ν. 2773 ορίζει. Δηλαδή η άσκηση δραστηριότητας ηλεκτρικής ενέργειας, άρα και η έκδοση αδειών να γίνεται με εφαρμογή ενός χρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού που θα διαμορφώνεται σε πενταετή και δεκαετή κυλιόμενη βάση. Η Κυβέρνηση όμως δεν επικέντρωσε το ενδιαφέρον της στην υπόθεση του μακροχρόνιου σχεδιασμού. Η άποψη ότι η διασφάλιση της επάρκειας θα είναι αποτέλεσμα των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών και των συνθηκών ανταγωνισμού μιας απελευθερωμένης αγοράς ενέργειας δεν μας βρίσκει σύμφωνους, ούτε τους εργαζόμενους της ΔΕΗ και τελικά δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται μέχρι στιγμής στη πράξη απ’ αυτόν τον ιδιωτικό τομέα. Απέναντι στην ήδη διαμορφούμενη κατάσταση, η επάρκεια της παραγωγής, πέρα από τις κινδυνολογίες, το 2004 και το 2005 δεν θα καλυφθεί πλήρως, με βάση ακόμη και τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς, σε σχέση με την αύξηση της ζήτησης. Με περσινή κοινή εισήγηση της ΡΑΕ, η ΔΕΗ και η ΔΕΣΜΗΕ είχαν αναφερθεί σε πρόβλεψη 600 MW για τις ανάγκες του 2004. Σήμερα, η ΡΑΕ ανέβασε τις προβλέψεις της σχετικά με την επάρκεια ηλεκτρικής τροφοδοσίας της χώρας το 2005 σε απαραίτητη ένταξη συνολικής ισχύος τουλάχιστον 1.500 MW. Ανεξάρτητα όμως από ποιες θα είναι οι ανάγκες της χώρας σε νέες μονάδες στο άμεσο μέλλον, το έλλειμμα της ενεργειακής επάρκειας (τρεις τουλάχιστον μονάδες) είναι πλέον βέβαιο. Σε όλο αυτό τον προβληματισμό, το Υπουργείο σιωπά. Ακούγονται διάφορα σενάρια εκτός Βουλής, που όμως η μια ή η άλλη επιλογή δεν αναιρεί τη σημαντική διαπίστωση ότι η Κυβέρνηση απέτυχε να οργανώσει μια απελευθερωμένη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας -όπως τη νομοθέτησε βέβαια- σε υγιή όμως βάση με επάρκεια και βιωσιμότητα. Απέτυχε να προωθήσει έναν ενεργειακό σχεδιασμό στηριγμένο στις σύγχρονες ενεργειακές απαιτήσεις που επιβάλλουν σταθεροποίηση της λιγνιτικής παραγωγής και εγκαταστάσεις νέων σύγχρονων και φιλικών προς το περιβάλλον μονάδων παραγωγής. Οι ευθύνες όμως δεν περιορίζονται στην αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας. Πρέπει να αποδοθούν και ευθύνες στα οικονομικά κέντρα ισχύος που αφού απέσπασαν την κατ’ αρχήν αδειοδότηση που ως γνωστόν δεν έχει σχέση με τις διαδικασίες των δημοσίων έργων, αλλά αποτελούν άδειες σκοπιμότητας που λειτουργούν στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς με επενδύσεις μεγάλου ύψους και εμπεριέχουν βεβαίως στοιχεία επιχειρηματικού κινδύνου. Αυτό όμως, δεν έγινε αποδεκτό τελικά από τους υποψήφιους παραγωγούς κατασκευαστές. Υπολόγισαν ότι η αγορά ενέργειας θα εξομοιωθεί, όπως είναι οι άλλες αγορές στη χώρα μας και μεθόδευσαν πιέσεις και νέες απαιτήσεις. Βρήκαν βέβαια και πρόσφορο έδαφος. Η ΡΑΕ ως εκφραστής της αντιφατικής κυβερνητικής πολιτικής, άλλοτε προτείνει την παροχή εγγυήσεων από τη ΔΕΣΜΗΕ, μέσω προαγοράς πιστοποιητικών διαθεσιμότητας ισχύος, για το 70% του σταθερού κόστους κατασκευής των νέων μονάδων των ιδιωτών, μονάδων για τρία έως τέσσερα χρόνια και άλλοτε προτείνει παροχή εγγυήσεων για δώδεκα χρόνια. Αυτές οι εγγυήσεις είναι ουσιαστικά έμμεσες επιδοτήσεις των ιδιωτών επενδυτών, προκειμένου να μειωθεί ο επιχειρηματικός κίνδυνος, τις οποίες τελικά πληρώνει ο Έλληνας καταναλωτής. ΄Εχει υπολογιστεί σε 0,73 ευρώ για έμμεσες επιδοτήσεις ανά τρία έως τέσσερα χρόνια η επιβάρυνση του καταναλωτή, χωρίς να είναι γνωστή η επιβάρυνση για μεγαλύτερο διάστημα επιδοτήσεων. Τελικά, το ότι ο ανταγωνισμός θα συμβάλλει στη μείωση των τιμολογίων και προς όφελος του καταναλωτή, όχι μόνο δεν προωθείται, αλλά αντίθετα επίκειται αύξησή τους από τις κυοφορούμενες λύσεις σταδιακής τώρα απελευθέρωσης μέσω της αύξησης των τιμολογίων. Δημιουργήθηκε έτσι ένα αρνητικό κλίμα που οδήγησε σε μη ασφαλή συμπεράσματα, όπως π.χ. ότι δεν προχωρεί η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ότι οι επενδύσεις εμποδίζονται να προχωρήσουν από το ασαφές και αντιφατικό θεσμικό πλαίσιο απελευθέρωσης, ότι απαιτείται νέο βελτιωμένο πλαίσιο ενόψει και του διαμορφούμενου προβλήματος επάρκειας ηλεκτρικής ενέργειας που επιβάλλει άμεσες επενδύσεις και επιδοτήσεις. Πολύ πιο κρίσιμη είναι η καθυστέρηση στην προώθηση των εναλλακτικών μορφών ενέργειας. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον, -Πρωτόκολλο του Κιότο λόγω αλλαγής του κλίματος, πετρέλαια, κυρίαρχο στοιχείο σήμερα του πολέμου- επιβάλλουν τη μείωση των ορυκτών καυσίμων στην παραγωγή ενέργειας. Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκονται όλο και εντονότερα μπροστά στο μεγάλο πρόβλημα της διασφάλισης της ενεργειακής επάρκειας. Οι προοπτικές για την αντιμετώπιση αυτού του θέματος, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, μπορούν να συνοψιστούν κυρίως σε τρεις κατευθύνσεις. Πρώτη κατεύθυνση: Να διευρυνθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση με χώρες που διαθέτουν κοιτάσματα ορυκτών καυσίμων όπως η Πολωνία. Δεύτερη κατεύθυνση: Η διασφάλιση απρόσκοπτης και χωρίς άμεσες ή έμμεσες παρεμβάσεις των ΗΠΑ, προμήθειας καυσίμων με την οικοδόμηση σχέσεων με παραγωγούς χώρες, π.χ. ανεξάρτητες δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας. Τρίτη κατεύθυνση: Η μείωση της συμμετοχής των ορυκτών καυσίμων στην παραγωγική διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία κατά τη γνώμη μου αποτελεί και την πλέον επιθετική βραχυπρόθεσμη, αλλά και εφικτή ταυτόχρονα δράση και πολιτική, που αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα μιας διαφορετικής ανάπτυξης. Ποίοι όμως είναι οι τομείς αυτής της τρίτης πολιτικής κατεύθυνσης; Πρώτον, η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών φιλικών προς το περιβάλλον. Η αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων τεχνικών για τη μείωση της ενεργειακής ζήτησης. Εφαρμογή προγραμμάτων εξοικονόμησης ενέργειας. Τρίτον η ενίσχυση της διείσδυσης των ΑΠΕ στη συνολική παραγωγή ενέργειας. Απόδειξη πως το Πρωτόκολλο του Κιότο αποτελεί καταλύτη για τη μεταβολή του τρόπου που βλέπουμε στην παραγωγή ενέργειας, είναι η αποδοχή του από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τη χώρα μας. Είναι το εθνικό πρόγραμμα της χώρας μας για τη μείωση των εκπομπών των αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου, που εκπονήθηκε από το Εθνικό Αστεροσκοπείο των Αθηνών που περιγράφει λεπτομερώς τα μέτρα και τις κατευθύνσεις. Το πρόγραμμα αυτό αποτελεί το σενάριο για την επιτυχία του στόχου τον οποίο είμαστε υποχρεωμένοι να πετύχουμε αυξάνοντας τις εκπομπές κατά 23% με βάση τις εκπομπές του 1990 μέχρι το 2012, ένας δείκτης αποδοτικότητας της ενεργειακής πολιτικής της χώρας με δεδομένο και ότι προβλέπεται αύξηση της ζήτησης ενέργειας της τάξεως του 2,5% ετησίως. Συνεπώς είναι δείκτης της αποδοτικότητας των πολιτικών που ακολουθούνται σε καθορισμένο πλέον περιβάλλον, που περιγράφεται από την απελευθέρωση της αγοράς του ηλεκτρισμού και την απόδοσή της μέχρι σήμερα, από την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της συμπαραγωγής και τρίτον, από τα μέτρα και τις πολιτικές για την εξοικονόμηση ενέργειας. Και μέχρι τώρα τα αποτελέσματα της εφαρμογής αυτού του προγράμματος που θεωρητικά μόνο βρίσκεται σε εξέλιξη είναι πενιχρά ως προς τις απόλυτες τιμές και αρνητικά όσον αφορά την προσδοκόμενη εξέλιξη. Για να γίνουμε σαφέστεροι, μέχρι σήμερα σε περιβάλλον απελευθέρωσης της αγοράς δεν έχει ξεκινήσει να οικοδομείται καμία νέα παραγωγή, καμία νέα μονάδα παραγωγής από ιδιώτες επενδυτές, παρά το ότι έχουν εκδοθεί οι άδειες από το 2001. ʼλλωστε και οι προγραμματισμένες και αδειοδοτημένες νέες μονάδες Ρόδο-Ρέθυμνο, δεν προέβλεπαν οποιεσδήποτε διαφοροποιήσεις των καυσίμων ενώ δεν υπήρξαν τεχνολογικές μεταβολές στις παλαιότερες. Σύμφωνα με το εθνικό πρόγραμμα, θα πρέπει μέχρι το 2012 η παραγωγή από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να φθάσει στα 1700 ΜW και σήμερα βρίσκεται στα 308 MW μόλις από αιολικά, ενώ όλοι παραδέχονται ότι τα υδροηλεκτρικά ελάχιστα πλέον μπορούν να συνεισφέρουν. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις η μικρή τους ισχύ υπολείπεται δραματικά από το μέγεθος των επιπτώσεων που επιφέρει στο περιβάλλον η εγκατάστασή τους. Οι επενδυτές, κύριοι συνάδελφοι, παραπονούνται για τις γραφειοκρατικές καθυστερήσεις και αντί μιας εύλογης ικανοποίησής τους έρχεται στη Βουλή νόμος που το μόνο που εκπληρώνει είναι οι διευθετήσεις που μειώνουν τις ρήτρες που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και των βασικών οικοσυστημάτων, στα οποία θα γίνεται η εγκατάσταση. Η αρχική ιδέα της διαφοροποίησης των επιδοτήσεων, ανάλογα με τη δυσκολία της εγκατάστασης και την τιμή του αιολικού δυναμικού, φαίνεται πως εγκαταλείφθηκε με αποτέλεσμα την υπερσυγκέντρωση των αιολικών πάρκων σε περιοχές υψηλού αιολικού δυναμικού, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση των τοπικών κοινωνιών, αντίδραση που πρέπει να πούμε πως δεν είναι πάντα δικαιολογημένη, αλλά που και σε κάθε περίπτωση αποδεικνύει το χαμηλό βαθμό εμπιστοσύνης των πολιτών στο κράτος και την έλλειψη θεσμών συμμετοχής και ενημέρωσης των πολιτών για τόσο σημαντικά θέματα. Σε ό,τι αφορά την εξοικονόμηση ενέργειας τα πράγματα είναι χειρότερα. Όλες οι πολιτικές της Κυβέρνησης για τις μεταφορές και τις συγκοινωνίες εξακολουθούν να έχουν σαν βάση το αυτοκίνητο και τους αυτοκινητοδρόμους. Και στον αστικό χώρο, επίσης, τα μέσα μεταφοράς είναι κακά ως προς το να είναι φιλικά στην εξοικονόμηση ενέργειας. Στον τομέα εξοικονόμησης ενέργειας στην οικοδομή δεν προχώρησε ο σχετικός νόμος ή τουλάχιστον δεν θεσμοθετήθηκε η υποχρέωση του δημοσίου, των οργανισμών και των κατασκευαστών μεγάλων κτιρίων για την κατασκευή τους με όρους ενεργειακής οικονομίας. Δυστυχώς δεν είναι δυνατόν να εξαντληθεί η λίστα ενεργειών και παρεμβάσεων, των παραλείψεων και των ελλείψεων που αφορούν την παραγωγή και την ενεργειακή επάρκεια. Θέσαμε τα σημαντικότερα ζητήματα κατά τη γνώμη μας, ζητήματα ολοκλήρωσης μιας πολιτικής φιλικής στο περιβάλλον που είναι ταυτόχρονα ιδιαίτερα φιλική προς τους ανθρώπους που ζουν στην ίδια χώρα, μιας πολιτικής που πρέπει να έχει ένα μακροχρόνιο ενεργειακό σχεδιασμό για να μπορεί να συμβαδίζει και με τις παγκόσμιες ανάγκες, αλλά και με τις υποχρεώσεις που έχει η χώρα μας απέναντι και στο ευρωπαϊκό περιβάλλον, αλλά απέναντι και στους ίδιους τους πολίτες για τη διασφάλιση και την επάρκεια της ενέργειας, για τη διατήρηση των τιμών, για την υποχρέωσή μας να τηρήσουμε τις δεσμεύσεις μας από το Πρωτόκολλο του Κιότο. (συνέχεια από δευτερολογία) Θα αναφερθώ στα θέματα του φυσικού αερίου. τα οποία είναι πολύ σημαντικά – και οι εξελίξεις είναι επίσης σημαντικές. Υπάρχει καθυστέρηση στη χρησιμοποίηση του φυσικού αερίου στη χώρα μας που δεν μας επιτρέπει να αξιοποιήσουμε τα θετικά χαρακτηριστικά του. Ελέχθησαν πάρα πολλά και από τον κύριο Υπουργό. Προχθές ήμουν και στην υπογραφή της συμφωνίας με την Τουρκία, για τη διέλευση αγωγού φυσικού αερίου μέσω της χώρας μας προς τις αγορές της Ευρώπης. Αυτό όμως το γεγονός παλινωδεί εδώ και πάρα πολύ καιρό μέσα σε κυβερνητικές εξαγγελίες, ανασχεδιασμούς, διακρατικές τριβές και διάφορες επιλογές των εμπλεκόμενων εταιρειών. Έχει εξαγγελθεί πρόσφατα το όραμα «Ελλάδα Ενεργειακή Πύλη της Ευρώπης» και προχθές «Θεσσαλονίκη Κόμβος του Φυσικού Αερίου». Η Θεσσαλονίκη έχει εξαγγελθεί και για άλλες δραστηριότητες ως κόμβος. Όμως όλα αυτά απέχουν πάρα πολύ από τον ουσιαστικό σχεδιασμό και την υλοποίηση. Θα ήθελα να συμμερισθώ την αισιοδοξία σας, κύριε Υπουργέ, αλλά πρέπει να δούμε πώς διαμορφώνεται σήμερα το περιβάλλον, όσον αφορά τους μεγάλους αγωγούς μεταφοράς αργού πετρελαίου ή φυσικού αερίου, οι οποίοι είχαν την υποστήριξη μεγάλων διεθνών πετρελαϊκών εταιρειών και κυβερνήσεων, όπως είναι παραδείγματος χάρη ο αγωγός πετρελαίου Μπακού-Τσεϊχάν ή ο αγωγός φυσικού αερίου που διασχίζει την Κασπία Θάλασσα και φθάνει μέχρι την Τουρκία. Έχουν απαιτήσει πολλά χρόνια επαφών και διαπραγματεύσεων εμπλέκοντας ένα μεγάλο αριθμό φορέων, ενδιαφερομένων, κυβερνήσεων χωρών από τις οποίες διέρχονται οι αγωγοί, κατασκευαστών, πετρελαϊκών εταιρειών, τραπεζών κλπ., με αντικρουόμενα συμφέροντα και επιδιώξεις, χωρίς να έχουν φθάσει ακόμη σ’ ένα ικανοποιητικό στάδιο ωρίμανσης για την προώθηση της κατασκευής των έργων. Επιπλέον το μεγάλο κόστος κατασκευής αυτών των αγωγών απαιτεί περίπλοκες δομές χρηματοδότησης και κατάλληλο επιμερισμό κινδύνων. Γεωπολιτικοί, τεχνικοί, εμπορικοί, οικονομικοί κίνδυνοι μεταξύ των εμπλεκομένων μερών. Οι συμφωνίες υπογραφής μνημονίων συνεργασίας που έχει προωθήσει η Κυβέρνηση, αγωγός πετρελαίου Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, αγωγός φυσικού αερίου Τουρκίας-Ελλάδας, είναι αποσπασματικές διακρατικές συμφωνίες που δεν συμπληρώνουν το ενεργειακό παζλ, καθώς η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα τράνζιτ και συνεπώς οι συμφωνίες αυτές απαιτούν σύμπνοια στρατηγικών κατευθύνσεων με τις χώρες παραγωγής. Σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και οι χώρες διέλευσης μπορεί να αντιμετωπίζουν αντικρουόμενα συμφέροντα, όπως είναι η περίπτωση της Βουλγαρίας που φαίνεται να έχει προτίμηση προς τον αγωγό Μπουργκάς-Φλώρεν κ.ο.κ. Ακόμη και η Σοβιετική Ένωση φαίνεται ότι μπορεί να αλλάξει στρατηγική και μακροπρόθεσμα να κατευθυνθεί σε νέους αγωγούς. Έτσι οι συμφωνίες δεν έχουν καμία αξία αν δεν μπορούν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον ισχυρών επενδυτικών σχημάτων και τραπεζών, που θα χρηματοδοτήσουν την κατασκευή των αγωγών. Να αναφερθώ στην τελευταία σας συμφωνία με την Τουρκία. Μπορεί να είναι βάσιμη η αισιοδοξία σας ότι έχετε εξασφαλίσει μία συγχρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τα ογδόντα χιλιόμετρα μέσα στο ελληνικό τμήμα, αλλά φάνηκε ταυτόχρονα και η δυσκολία της Τουρκίας να μπορέσει να απαντήσει και στις δημοσιογραφικές ερωτήσεις, αλλά και στην τοποθέτησή του ο ίδιος ο Υπουργός Ενέργειας πώς θα εξασφαλίσει για τα διακόσια χιλιόμετρα μέσα στην Τουρκία χρηματοδότηση και την υλοποίηση αυτού του έργου, που τη μετέθεσε μετά το 2006. Εγώ είμαι υπέρ των δικτύων και αυτών των προσπαθειών, αλλά θέλω να πω ότι παραμένει μεγάλο το πρόβλημα. Αυτήν τη στιγμή η χώρα μας είναι εξαρτημένη μονομερώς από τη Σοβιετική Ένωση και ελάχιστες είναι οι ποσότητες που εισάγει με το υγροποιημένο αέριο από την Αλγερία. Μέσα σ’ αυτήν τη δύσκολη κατάσταση τι άλλα προβλήματα έχουμε. Έχουμε ένα εσωτερικό δίκτυο διανομής, το οποίο παραμένει ημιτελές χωρίς διασύνδεση με αρκετά μεγάλα αστικά κέντρα και βιομηχανικές περιοχές. Το αστικό δίκτυο στην κατανάλωση μόλις πρόσφατα ξεκίνησε να ανατίθεται και τελικά η πολιτική αξιοποίηση του φυσικού αερίου πάσχει σ’ ένα βασικό σημείο. Έχει επιλεγεί η μαζική απορρόφηση, 70% το λέτε στα τεύχη σας για παραγωγή ηλεκτρισμού, ενώ θα έπρεπε το γρηγορότερο να προωθηθεί στην οικιακή κατανάλωση συμβάλλοντας άμεσα στη βοήθεια του μικροκλίματος της πόλης μας. Όσον αφορά αυτά που είπατε, κύριε Υπουργέ, για το τι γίνεται με τη βιωσιμότητα και την επάρκεια του ελληνικού ηλεκτρικού συστήματος, αυτού του συστήματος που εμφανίζει ιδιαιτερότητες, που είναι απομονωμένο, που έχει λίγες διασυνδέσεις με γειτονικές χώρες, έχει προβλήματα ανισοκατανομής. Πρέπει να μας δώσετε μια προθεσμία άμεσα για την κατάθεση του ενεργειακού σχεδιασμού. Ο νόμος το λέει και όλες αυτές οι καταστάσεις μας επιβεβαιώνουν ότι είναι απαραίτητος ο μεσοπρόθεσμος και ο μακροχρόνιος ενεργειακός προγραμματισμός. Πρέπει να παραμείνει στη πρώτη φάση της απελευθέρωσης ως αξιόπιστος φορέας αυτού του προγραμματισμού η ΔΕΗ. Εμείς δεν έχουμε μια αόριστη πολιτική, όπως θέλησε να υπαινιχθεί και ο εκπρόσωπος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Θεωρούμε ότι η ΔΕΗ σ’ αυτήν τη φάση πρέπει να εγγυηθεί την υλοποίηση του προγράμματος και την ασφάλεια της τροφοδοσίας και τον έλεγχο των τιμών γιατί οι ιδιώτες αποδεικνύεται ότι δεν εξασφαλίζουν τα παραπάνω. Τώρα ποιες είναι οι προτάσεις μας για να αρθούν τα αδιέξοδα που έχουν δημιουργηθεί, της πρώτης φάσης της απελευθέρωσης της ενέργειας; Κατ’ αρχήν θα πρέπει να επανακαθορίσετε τις αρχικές σας πολιτικές επιλογές και τους κυρίαρχους στόχους σας. Θα πρέπει να αποφασίσετε ότι ο πρωταρχικός στόχος είναι η διασφάλιση των αναγκών της χώρας και δεν κινδυνολογούμε εδώ. Οι μετρήσεις των δικών σας φορέων λένε ότι δεν υπάρχει επάρκεια ούτε το 2004 ούτε το 2005 ούτε το 2006 και τα προβλήματα θα είναι μεγαλύτερα. Οι νέες μονάδες που προδιαγράφονται θέλουν τουλάχιστον τρία με τέσσερα χρόνια για να λειτουργήσουν. Υπάρχει επομένως τεχνικό πρόβλημα αποδεδειγμένο και δεν κάνουμε αντιπολίτευση για την Αντιπολίτευση. Έχουμε προβλήματα επάρκειας και από την άλλη δεν είναι δυνατό να θεωρούμε στον ανταγωνισμό ως αυτοσκοπό για να μας εξασφαλίσει και τις τιμές και την επάρκεια. Αν δεν μπορεί να το κάνει θα παραμείνουμε στην ενίσχυση του δημόσιου φορέα μας, της ΔΕΗ. Η ιδιωτικοποίηση όμως της ΔΕΗ σας έχει φέρει σ’ ένα δίλημμα και εμάς το ίδιο. Πρέπει η ΔΕΗ να μπει στις νέες αγορές και σε νέα προγράμματα; Ή μήπως με αυτήν την επιλογή από την άλλη πλευρά θα χάσει τη δύναμή της και θα κατακερματιστεί και θα είναι εύκολο από κει και πέρα ο εθνικός μας αυτός φορέας να χάσει τη δύναμή του. Χωρίς ενεργειακό σχεδιασμό, που να έχει κυρίαρχη τη ΔΕΗ πραγματικά κινδυνεύουμε να πάμε στις επιταγές που το διεθνές Νομισματικό Ταμείο και άλλα κέντρα της απελευθερωμένης αγοράς μας επιβάλλουν, να οδηγηθούμε σαν κράτος σ’ αυτήν την άτακτη απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, αποδυναμώνοντας τον ενεργειακό μας δημόσιο φορέα. Και εμείς και η Νέα Δημοκρατία με την επερώτηση που καταθέσαμε, όπως και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος με βάση την τοποθέτησή του και όπως έθεσε τα θέματα, θεωρούμε ότι υπάρχει ένας σοβαρότατος προβληματισμός για την επάρκεια. Υπάρχει ένα δυσμενές περιβάλλον. ʼλλωστε, ξέρετε και εσείς πάρα πολύ καλά ότι και στην άτυπη Σύνοδο Κορυφής που έγινε στη Θεσσαλονίκη ότι οι τοποθετήσεις ήταν ασαφείς και ότι δεν δέχτηκαν την πρόταση της Λαγόλα ντε Παλαθιο για να αυξηθούν τα αποθέματα ενέργειας για άλλες τριάντα ημέρες. Υπάρχουν άλλα συμφέροντα και στο γαλλογερμανικό άξονα. Βέβαια, όλα αυτά περιπλέκουν πολύ περισσότερο τα μεγάλα προβλήματα που έχει η χώρα μας με το διαμορφωμένο έτσι σύστημα.