Home Ομιλίες Τοποθέτηση επί της αρχής στην ολομέλεια στο Σχέδιο Νόμου ΄΄Εθνικό σύστημα προστασίας της αγροτικής δραστηριότητας και άλλες ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Γεωργίας΄΄ της Βουλευτού Ασημίνας Ξηροτύρη-Αικατερινάρη.

Τοποθέτηση επί της αρχής στην ολομέλεια στο Σχέδιο Νόμου ΄΄Εθνικό σύστημα προστασίας της αγροτικής δραστηριότητας και άλλες ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Γεωργίας΄΄ της Βουλευτού Ασημίνας Ξηροτύρη-Αικατερινάρη.

E-mail Εκτύπωση PDF
Στην εισηγητική έκθεση αναφέρεται ότι με το πολυνομοσχέδιο αυτό θα βελτιωθούν μια σειρά ζητήματα που αφορούν την προστασία της αγροτικής παραγωγής και τη θέση και την κατάρτιση των αγροτών. Εκτός από τα βασικά δηλαδή θέματα της αγροτικής ασφάλισης το νομοσχέδιο διαχειρίζεται και θέματα: όπως η έρευνα (ΕΘΙΑΓΕ) , η εκπαίδευση και κατάρτιση (ΔΗΜΗΤΡΑ), η πληροφόρηση των αγροτών και επί πλέον η χρήση της αγροτικής γης, η καταγραφή και η προστασία της κ.α. Όλα αυτά είναι βασικές παράμετροι του συνολικού πλαισίου της εθνικής αγροτικής πολιτικής, η προώθηση και ανάπτυξη της οποίας, όπως απ’ όλους μας ομολογείται, χρειάζεται στήριξη και ενίσχυση. Πιστεύω ότι συμφωνούμε όλοι ότι, η κρατική προστασία της αγροτικής δραστηριότητας και της παραγωγής είναι απαραίτητη για να υποστηριχθεί περαιτέρω η ανάπτυξη του αγροτικού τομέα. Μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ένα βήμα στη κατεύθυνση αυτή το παρόν νομοσχέδιο; Εμείς λέμε ότι το Ν/διο δεν το επιτυγχάνει πολύ περισσότερο όταν βασικά σας στελέχη επισημαίνουν τη μεγάλη σπουδαιότητα που έχει μια ολοκληρωμένη αγροτική πολιτική αλλά και τις ελλείψεις προκειμένου να διαμορφωθούν με σαφήνεια οι άξονες αλλά και τα εργαλεία άσκησης αυτής της πολιτικής. Αντ’ αυτού κάθε φορά, όπως και τώρα, σημαντικές ρυθμίσεις έρχονται με βεβιασμένο τρόπο σε Νομοσχέδια σε θερινά τμήματα που τις περισσότερες φορές μετατοπίζουν το ενδιαφέρον σε δευτερεύουσες υπό μορφή «σκούπας» ρυθμίσεις. Υποβαθμίζεται έτσι η παρέμβαση και του Υπουργείου αλλά και της Βουλής στην αντιμετώπιση κρίσιμων ζητημάτων αγροτικής πολιτικής. Έχουμε διατυπώσει μέχρι τώρα με σαφήνεια την άποψή μας για την αγροτική πολιτική και την ανάγκη στήριξης του αγροτικού τομέα με μέτρα που θα χαρακτηρίζονται γενναία και αποτελεσματικά. Σε μια τέτοια κατεύθυνση όπου το αγροτικό εισόδημα θα είναι ο καθοριστικός παράγοντας, μεταξύ των άλλων, εντάσσεται και η ασφάλιση της αγροτικής παραγωγής και του ζωικού κεφαλαίου. Προτού προχωρήσουμε στις επιμέρους παρατηρήσεις που αφορούν στις αλλαγές του συστήματος της αγροτικής ασφάλισης, θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι στη χώρα μας το αγροτικό εισόδημα δεν έχει άλλα περιθώρια μείωσης. Θυμίζουμε ότι αποτελεί το 60% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και ότι είχε μηδενική αύξηση την τελευταία δεκαετία. Αυτό σημαίνει ότι οποιοδήποτε ασφαλιστικό σύστημα επιλεγεί οφείλει να διασφαλίζει πρώτα και κύρια το αγροτικό εισόδημα. Εξετάζουμε λοιπόν το προτεινόμενο νομοσχέδιο με κριτήριο, αν το προτεινόμενο σύστημα θα προσφέρει πληρέστερη κάλυψη των κινδύνων που αντιμετωπίζει η αγροτική παραγωγή και αν θα αυξήσει ή όχι το κόστος της. Επίσης, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει ασυμβίβαστο των ενισχύσεων των γεωργικών ασφαλίσεων με τα διεθνή ισχύοντα. Η ενίσχυση των γεωργικών ασφαλίσεων είναι συμβατή με την περιβόητη απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου και δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα του. Εξάλλου στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπάρχει κοινό νομικό καθεστώς και η κάθε χώρα επιλέγει, αν θέλει ιδιωτικό ή δημόσιο χαρακτήρα στις ασφαλίσεις. Ο ΕΛΓΑ είναι μια κατάκτηση των Ελλήνων αγροτών και μπορεί μεν να παρουσίασε το σύστημα αυτό αδυναμίες και προβλήματα, όμως σε κάθε περίπτωση η προοπτική ενός σύγχρονου ασφαλιστικού συστήματος της αγροτικής πολιτικής θα πρέπει να γίνει μέσα από ένα οργανισμό πρόνοιας και κοινής ωφέλειας, δημόσιου χαρακτήρα, μη κερδοσκοπικό, που θα βασίζεται στην αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης, που άλλωστε ήταν και η βασική αρχή του ΗΣΙΟΔΟΣ στο άρθρο 4, αρχή όπως και οι λοιπές που αφορούσαν το σύστημα «ΗΣΙΟΔΟΣ» έχουν αφαιρεθεί από το νέο σχέδιο του πρακτικού που μας δώσατε. Επιπλέον η αρχή ότι η μορφή της ασφάλισης είναι κοινωνική ασφάλιση και αλληλεγγύη έχει αφαιρεθεί και από τους σκοπούς του ΕΛΓΑ, του πρώτου σχεδίου. Εμείς τονίζουμε ότι η ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου συστήματος ασφάλισης της αγροτικής παραγωγής, ξεκινάει από τα συσσωρευμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ΕΛΓΑ τα τελευταία χρόνια σε οικονομικό και οργανωτικό επίπεδο. Με το δεδομένο ότι δεν υπάρχει ενιαία ασφαλιστική πολιτική στην Ε.Ε. και κάθε χώρα έχει το δικό της σύστημα σημαίνει ότι η έξωθεν κατεύθυνση για αλλαγή του ισχύοντος συστήματος και στη χώρα μας είναι προσχηματική. ʼλλωστε έχουμε ήδη τονίσει ότι ο ιδρυτικός νόμος του ΕΛΓΑ προέβλεπε σταδιακή επέκταση της ασφάλισης και σε νέους κινδύνους μετά από αναλογιστικές μελέτες και διυπουργικές αποφάσεις, ώστε να μην είναι περιορισμένος στην υποχρεωτική ασφάλιση μόνο. Αυτό δεν έγινε και τούτο σε συνδυασμό με τη σταθερή έλλειψη κρατικής επιχορήγησης ο ΕΛΓΑ κατέληξε υπερχρεωμένος ( η μόνη επιχορήγηση που αναγράφεται στον προϋπολογισμό είναι της ενεργητικής προστασίας ύψους 3 δις). Έτσι, αποθεματικό ο ΕΛΓΑ είχε μέχρι το ’95-’96 κι’ αναγκάστηκε για την κάλυψη των αναγκών του να χρησιμοποιήσει χρήματα της επόμενης χρονιάς, για να πληρώνει ζημιές της προηγούμενης (δάνεια τραπεζών έντοκα), Με το δεδομένο της μη είσπραξης του 3% επί των επιδοτήσεων και με τη ν πρόβλεψη ότι τα επόμενα χρόνια θα μειωθούν τα έσοδα του ΕΛΓΑ, προκύπτει το ερώτημα τι προτίθεται να κάνει η Πολιτεία για την ισορροπία του συστήματος. Γιατί βέβαια δεν τήρησε την εξαγγελία του Πρωθυπουργού για ενίσχυση του ΕΛΓΑ με το ποσό των 20 δις δραχμών από τον κρατικό Προϋπολογισμό. Τελικά η απάντησή σας όπως φαίνεται από το παρόν Νομοσχέδιο είναι η συμμετοχή στο ασφαλιστικό σύστημα και του ιδιωτικού τομέα με την παράλληλη συρρίκνωση του ΕΛΓΑ στην κάλυψη προκαθορισμένων και συγκεκριμένων κινδύνων και την οριοθέτηση των ασφαλιστικών του δραστηριοτήτων. Ήδη διαφαίνεται ο κίνδυνος να εκχωρηθούν κάποιοι φυσικοί κίνδυνοι στην ιδιωτική πρωτοβουλία (όπως το χαλάζι)! ʼλλωστε, πως εξηγείται στο ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στο παρόν Ν/διο η παράγραφος (στ) του άρθρου 5 του παλαιού νόμου, όπου αναφέρονται ως επί πλέον πόρος «οι επιχορηγήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό» και αναφέρονται μόνο οι επιχορηγήσεις από τα Ειδικά Ταμεία της Ε.Ε. Τίθεται λοιπόν επιτακτικά το ζήτημα της ενίσχυσης του ΕΛΓΑ από τον κρατικό προϋπολογισμό με την εγγραφή ενός κονδυλίου ισόποσο με τον προϋπολογισμό του ΕΛΓΑ, προκειμένου να καλυφθούν μη ασφαλίσιμοι κίνδυνοι, για τους όποιους δεν υπάρχει ενδιαφέρον στην ελεύθερη ασφαλιστική αγορά. Η κρατικοί επιχορήγηση μπορεί να υπολογιστεί και επί των καταβαλλομένων από τους ασφαλισμένους εισφορών ή του μέσου όρου των καταβληθέντων αποζημιώσεων κατά τα τελευταία πέντε χρόνια. Σε κάθε περίπτωση η κρατική επιχορήγηση και η ανάγκη δημιουργίας αποθεματικών καθώς και η αξιοποίησή τους θυμίζει την κατάσταση των ασφαλιστικών ταμείων. Γι’ αυτό είναι αναγκαία η ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης του ΕΛΓΑ με τη δυνατότητα επένδυσης και αξιοποίησής τους αλλά και κάλυψης μη ασφαλιστικών κινδύνων σε επόμενες διαχειριστικές χρήσεις. Πέραν τούτου έπρεπε η επιδίωξη αύξησης των πόρων του συστήματος να είχε συνδυαστεί με μέτρα για την πάταξη της φοροδιαφυγής από τη λαθραία διακίνηση αγροτικών προϊόντων ιδιαίτερα των νωπών κατά την οποία χάνονται 50δις κάθε χρόνο από την μη έκδοση τιμολογίων για το 50% της διακινούμενης παραγωγής, το οικονομικό πρόβλημα του ΕΛΓΑ θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, χωρίς άλλες αλλαγές και ρυθμίσεις. Σε ότι αφορά το πλαίσιο ένταξης και λειτουργίας των φορέων της Ιδιωτικής ασφάλισης το Ν/σ είναι ιδιαίτερα ασαφές. Ενώ δηλαδή η βασική αλλαγή που αυτό εισάγει, είναι η συμμετοχή στο σύστημα της ιδιωτικής ασφάλισης, εν τούτοις αφιερώνεται ένα πολύ μικρό μέρος με τέσσερα γενικά άρθρα, που ούτε καν το ρόλο αυτών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν καταφέρνουν να αποσαφηνήσουν. Πιο συγκεκριμένα: (α) Δεν αποσαφηνίζεται ο ρόλος της ιδιωτικής ασφάλισης, ώστε να είναι καθαρό αν θα λειτουργήσει συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά προς τον ΕΛΓΑ. (β) Δεν καθορίζεται από πιο ποσοστό και πάνω θα καλύπτουν οι ασφαλιστικές εταιρίες τις ζημιές από τους ασφαλιζόμενους φυσικούς κινδύνους, όπως π.χ. το χαλάζι, για το οποίο έγινε εκτεταμένη αναφορά. (γ) Η εισαγωγή των όρων «καταστροφικοί φυσικοί κίνδυνοι» έναντι του παλαιού που μιλούσε μόνο για «φυσικούς κινδύνους» θέτει σε αμφισβήτηση την κάλυψη από τον ΕΛΓΑ των παραδοσιακών ή φυσικών κινδύνων, οπότε μετά από μια μεταβατική φάση οι αποζημιώσεις του ΕΛΓΑ θα πληρώνονται με κονδύλια της Ε.Ε. (με τη μεταφορά των ΠΣΕΑ), ενώ άλλες ζημιές θα μεταφερθούν στην ιδιωτική ασφάλιση. (δ) Στο θέμα της υποχρεωτικότητας της ασφάλισης στον ΕΛΓΑ, από τη μια πλευρά ορίζεται ως μοναδική προϋπόθεση για την εξαίρεση, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που εκδίδεται από άλλο φορέα του συστήματος (δηλαδή από ασφαλιστική εταιρεία) από την άλλη όμως διευκρινίζεται ότι: Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας μπορεί να τροποποιούνται οι προϋποθέσεις εξαίρεσης της υποχρεωτικής ασφάλισης στον ΕΛΓΑ. Ένα επίσης σημαντικό θέμα που μας απασχόλησε όλους στην επιτροπή είναι το γεγονός ότι η καθολικότητα της εισφοράς δημιουργεί προβλήματα και ότι υπάρχει όντως έλλειψη ανταποδοτικότητας ανάλογα με την περιοχή, τη συχνότητα ζημιών, τη συμμετοχή της κάθε καλλιέργειας στον προϋπολογισμό του ΕΛΓΑ. Αυτό όμως είχε σχέση με το αλληλέγγυο του συστήματος και του έδωσε τη δυνατότητα να επιβιώσει. Κρατώντας πάντα ως αρχή την αλληλεγγύη του συστήματος θα μπορούσαμε να δούμε και την προοπτική διαφοροποίησης στην ειδική ασφαλιστική εισφορά κατά περιοχή και καλλιέργεια. Με το άρθρο 4 του νέου σχεδίου ανατίθεται στον ΕΛΓΑ και το έργο της εξατομίκευσης των ζημιών καλύπτει το Υπ. Γεωργίας. Με την υπάρχουσα δομή όμως (χωρίς προσλήψεις προσωπικού) είναι αδύνατο να αντιμετωπισθεί το αντικείμενο αυτό. Σε σχέση με τις αλλαγές πρέπει να διευκρινισθεί εάν καλύπτουμε φυσικά πρόσωπα ή την παραγωγή (δηλ. την απώλεια εισοδήματος) Εάν καλύπτουμε την παραγωγή τότε ο διαχωρισμός σε 20% και 30% δεν είναι λογικός. Επειδή είμαστε υπέρ της ενίσχυσης των αγροτών που ασχολούνται κατά κύριο ή αποκλειστικό επάγγελμα με τη γεωργία και προκειμένου να αποτελέσει ένα ακόμη κίνητρο απασχόλησης στη γεωργία θεωρούμε θετική τη διαφοροποίηση μεταξύ 20% και 30% αντίστοιχα, αφού αφορά τα πρόσωπα, δηλαδή τους αγρότες. Μια τέτοια όμως ρύθμιση προϋποθέτει την ύπαρξη του Μητρώου Αγροτών κι εδώ σε μια ακόμη περίπτωση η έλλειψη του Μητρώου δημιουργεί σοβαρά προβλήματα ώστε να αναγκάζεται μέχρι την κατάρτισή του να ορίζονται οι αγρότες με απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας! Βέβαια θα περιμένει κανείς επί μακρόν για να τα πάτε καλά με τα μητρώα, αφού ο κυρίαρχος κορμός το Εθνικό Κτηματολόγιο έργο πνοής και επιταγή του Συντάγματος έχει φθάσει σήμερα ακόμη και στις εισαγγελικές αρχές. Ακόμη το ζήτημα της ευνοϊκής μεταχείρισης των αγροτών των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών θα παραμείνει σε εκκρεμότητα, αφού παραπέμπεται σε Προεδρικά Διατάγματα. Εμείς για λόγους που κατ’ επανάληψη έχουμε τονίσει περί συγκράτησης του αγροτικού πληθυσμού της υπαίθρου και των ορεινών περιοχών ιδιαίτερα, θεωρούμε αναγκαία τη μείωση του ελάχιστου ορίου απαλλαγών, έστω αυτών των αγροτών που θα είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Αγροτών. Επαναλαμβάνοντας και πάλι ότι η συζήτηση για ασφαλιστικό πλαίσιο στην Ε.Ε. μόλις τώρα ξεκινάει και δεν υπάρχουν ντιρεκτίβες για καμία χώρα εκτός από ένα γενικό πλαίσιο περί ανταγωνιστικότητας του συστήματος και όχι μονοπωλιακών καταστάσεων θεωρούμε ότι θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε με την υπάρχουσα δομή του ΕΛΓΑ (Ν.Π.Ι.Δ.) αφού μελετήσουμε ορισμένα ζητήματα (ανταποδοτικότητα – επιδότηση ασφαλίστρων – εξαίρεση κάποιων κατηγοριών ασφαλισμένων – διεύρυνση κανονισμών, πλαισίου κλπ) για ένα χρονικό διάστημα έως ότου διαφανούν και οι θέσεις που θα αρχίσουν να διαμορφώνονται στην Ε.Ε., έχοντας λύσει βεβαίως το οικονομικό του πρόβλημα. Η συρρίκνωση ενός οργανισμού με τεράστια εμπειρία στο ασφαλιστικό αντικείμενο, με συγκροτημένη δομή και λειτουργία σ’ όλη την χώρα και η μερική αντικατάσταση του ή μάλλον η ένταξή του σ’ ένα νέο πλαίσιο θεωρούμε ότι είναι πράξη που εντάσσεται στην πολιτική της Κυβέρνησης να αποδυναμώνει την κρατική συμμετοχή στα συστήματα της ασφάλισης και να ενισχύει την ιδιωτική παρέμβαση. (Β) Όσον αφορά τις λοιπές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου με το άρθρο 24 καταργείται ο Οργανισμός Πιστοποίησης Λογαριασμών (ΟΠΙΛΟΓ) του ν. 2637/98. Στη θέση του αναλαμβάνει τους ελέγχους πληρωμών των επιδοτήσεων ιδιωτικές εταιρίες. Η δικαιολογία που προβάλλει ο Υπουργός για την κατάργηση του ΟΠΙΛΟΓ είναι ότι η συμμετοχή των δικαστών Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι αντισυνταγματική. Αντί όμως να καταργήσει τον ΟΠΙΛΟΓ θα μπορούσε να αλλάξει απλά τη σύνθεση του ελεγκτικού συνεδρίου. Πρόκειται για πρόφαση προκειμένου να εκχωρήσει τους ελέγχους σε ιδιωτικές εταιρίες, όταν, - πριν από δύο μόλις χρόνια το Υπουργείο Γεωργίας θριαμβολογούσε για την ίδρυση του ΟΠΙΛΟΓ, το οποίο ως «αυτοτελές συλλογικό όργανο » θα λειτουργούσε ως ανεξάρτητη κρατική αρχή και όχι με τη μορφή νομικού προσώπου … ιδιωτικού δικαίου. - η συντριπτική πλειοψηφία των αντιστοίχων ευρωπαϊκών οργανισμών είναι Οργανισμοί του δημοσίου. - μετά από εκτιμήσεις της Ε.Ε. η οποία διερεύνησε τα αποτελέσματα των ελέγχων από τους αρμόδιους οργανισμούς διαπίστωσε ότι το έργο της εταιρίας που έχει αναλάβει τον έλεγχο πληρωμών στην Ελλάδα δεν θεωρείται ικανοποιητικό. Επιπλέον άρχισε η λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ, ο οποίος θα πληρώνει τις κοινοτικές ενισχύσεις στους αγρότες. Αναλαμβάνει όλες τις αρμοδιότητες (ελέγχου – πληρωμών) που είχαν η ΔΙΔΑΓΕΠ και οι Οργανισμοί Βάμβακος, Καπνών και Ελαιολάδου, χωρίς επαρκή οργάνωση και στελέχωση. Η κατ΄ επανάληψη αναγγελθείσα λειτουργία του εδώ και τρία χρόνια από την ίδρυσή του, δεν πείθει για την επίτευξη ενός αποτελεσματικού συστήματος κατανομής και έγκαιρης καταβολής των επιδοτήσεων στους αγρότες. Εμείς εξακολουθούμε να θεωρούμε λανθασμένη ενέργεια την κατάργηση των Οργανισμών. Τελικά επειδή πρέπει για λειτουργήσει και να στελεχωθεί ο νέος Οργανισμός με απόφαση του Υπουργού γίνονται αναγκαστικές μετατάξεις χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Ευρύτατες αλλαγές επιχειρούνται στο ίδιο άρθρο 24 για την εταιρία Αξιοποίησης της Αγροτικής γης Α.Ε. Παρά την πρόθεση ή τις θετικές ρυθμίσεις , το σύστημα που προτείνεται είναι τόσο γραφειοκρατικό, που σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια εξειδικευμένου προσωπικού, οργανωμένης υπηρεσιακής μονάδας, χώρων και μέσων θα οδηγήσουν εκ των πραγμάτων στην ακύρωσή του. Ειδικότερα η διαδικασία πώλησης που προβλέπεται και το δικαίωμα προτίμησης του άρθρου 49, δημιουργεί αρνητικές συνθήκες αγοραπωλησίας και μεγάλες καθυστερήσεις. Με αυτές τις παρατηρήσεις δεν θέλουμε να μειώσουμε την αξία που έχει η πολιτική γης για τη χώρα μας. Ο χωροταξικός σχεδιασμός και η προγραμματισμένη ρύθμιση των χρήσεων γης, η συνταγματική και νομοθετική κατοχύρωση των δασικών και αγροτικών εκτάσεων, που αποτελούν βασικές συνιστώσες της ισόρροπης και αειφόρου ανάπτυξης, είναι κατ’ εμάς ένα κρίσιμο θέμα και μεγάλο ζητούμενο για τη χώρα μας. Όμως οι περισσότερες νομοθετικές ρυθμίσεις που έγιναν μέχρι σήμερα στην κατεύθυνση ενός προοδευτικού σχεδιασμού και προστασίας από την αλόγιστη χρήση γης (όπως ο νόμος του ΥΠΕΧΩΔΕ για τον χωροταξικό και την αειφόρο ανάπτυξη, όπως και αυτός που συζητάμε κ.α.) έχουν μείνει συστηματικά ανενεργοί, ενώ ενεργοποιούνται εκ διαμέτρου αντίθετου χαρακτήρα ρυθμίσεις και πληθώρα τροπολογιών και τελευταία εκχωρήσεων αρμοδιοτήτων και χρήσεων επί της Δημόσιας γης στην ιδιωτική πρωτοβουλία με την μορφή των «ευέλικτων Ανων. Εταιρειών του Δημοσίου και μάλιστα που σε μια νύκτα το Δημόσιο χάνει και το 51%. Σ’ όλα αυτά πρέπει να προστεθούν τα οξύτατα προβλήματα που συνδέονται με τον εθνικό μας πόρο που είναι η γη και η χρήση της από την έλλειψη και τραγική καθυστέρηση του κτηματολογίου, της ολοκλήρωσης της δημιουργίας του Μητρώου αγροτών (για τη συγκεκριμένη περίπτωση) και άλλων σημαντικών εργαλείων. Τα περιβόητα κριτήρια διαβάθμισης της ποιότητας της γης και γενικότερα η ολοκλήρωση του χαρακτηρισμού της καθυστέρησε απαράδεκτα. Με το Ν/διο αυτό τίθεται στις Νομαρχίες για τα παραπάνω καταληκτική ημερομηνία μιας πενταετίας; Στην πενταετία αυτή και με όλες τις άλλες ελλείψεις, που θα τη συνοδεύουν, ποιος εγγυάται μια σωστή διαδικασία στην οποία η δασική, η αγροτική γη (κυρίως αυτή της υψηλής παραγωγικότητας) θ’ αντιμετωπιστούν ως μέγιστο «κοινωνικό αγαθό» και δεν θα παρεμβληθούν ρυθμίσεις αλλαγής των χρήσεων γης, κατάτμησης και οικοπεδοποίησης. Τα δείγματα τουλάχιστον στην Αττική λόγω Σπάτων, Ολυμπιακών Αγώνων κλπ. είναι απαράδεκτα. Τροποποίηση του ν. 2520/97 (άρθρο 23) Ο νόμος αυτός αφορούσε στα κίνητρα για τους νέους αγρότες και στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση των αγροτών, το γνωστό σύστημα ΔΗΜΗΤΡΑ. Είναι γεγονός όμως ότι παρά τα τρία χρόνια από τη σύσταση αυτού, στη χώρα μας υπάρχει μεγάλο έλλειμμα πληροφόρησης, κατάρτισης και εκπαίδευσης ή καθοδήγησης των αγροτών και πέρα από οποιαδήποτε βελτίωση της απόδοσης αυτού του συστήματος, εμείς λέμε να το συνδέσετε με την επαναλειτουργία των παλαιών παραδοσιακών σχημάτων, που ήθελαν τον γεωτεχνικό επιστήμονα του Υπ. Γεωργίας κοντά στον αγρότη σε όλη την επικράτεια. Το τελευταίο όμως το εγκαταλείψατε αφού έχετε να κάνετε προσλήψεις 15 χρόνια τώρα έχετε αποδυναμώσει τις Υπηρεσίες στην Περιφέρεια και αφού τα νέα σχήματα που δημιουργήσατε είναι μηχανισμοί του κέντρου, που καμία σχέση δεν έχουν με την κατανομή προσωπικού και αποκεντρωμένου έργου εκπαίδευσης. Καταφέρατε να κάνετε το σύστημα κατάρτισης και εκπαίδευσης των αγροτών ένα κεντρικό club. Τι επιτυγχάνετε τώρα με τις αλλαγές που προτείνετε; Γιατί το ζητούμενο είναι η αγροτική κατάρτιση να προσαρμοσθεί στις ιδιαιτερότητες του αγροτικού μας πληθυσμού και οφείλει να διαθέτει ένα ολοκληρωμένο χαρακτήρα και να παρέχεται συστηματικά οργανωμένα σε αποκεντρωμένη βάση, ώστε κάθε αγρότης να έχει άμεση και φιλική πρόσβαση στην πληροφόρηση, την κατάρτιση, στη συμβουλευτική συνεργασία. Με τις ρυθμίσεις που κάνετε δεν διορθώνετε τη κατάσταση αντίθετα την επιδεινώνετε, όπως:  Απομακρύνετε τις συνδικαλιστικές οργανώσεις από το σύστημα, αφού καταργείτε τους εκπροσώπους τους από το Δ.Σ. χωρίς τη συναίνεση και τη συμμετοχή των κοινωνικών φορέων στα συστήματα κατάρτισης δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα.  Καταργείτε τα Περιφερειακά Παραρτήματα της Μόνιμης Εκπαιδευτικής Επιτροπής. Δημιουργείτε μια πλήρη σύγχυση με την μετονομασία και ανασύσταση των Κέντρων Γεωργικής Ανάπτυξης των Νομ/κών Αντι/σεων τα οποία τελικά θα υπαχθούν στον ΟΓΕΕΚΑ «ΔΗΜΗΤΡΑ». Στην ουσία μήπως καταργείτε τα Κέντρα της Ν.Α. για να προωθήσετε τα νέα « Κέντρα ΔΗΜΗΤΡΑ » που θεσμοθετείτε εδώ ότι μπορεί να ιδρύονται, ολοκληρώνοντας έτσι την εξ αποστάσεως εκπαίδευση και μάλιστα με σχήματα εταιρειών ιδιωτικού δικαίου από κοινού με φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Θα επαναληφθεί πάλι το μέγιστο πρόβλημα της κατάρτισης, το κράτος να μη διαθέτει χρήματα, να προσφεύγει σε ιδιωτικά σχήματα για να εκταμιεύσει κοινοτικούς πόρους και να μεταφέρει τις ωφέλειες από τα προγράμματα στους καταρτίζοντες και όχι στους καταρτιζόμενους. Τροποποίηση του ν. 1845/89 (άρθρο 26) Η τροποποίηση του ν. 1845/89 επιφέρει σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία του ΕΘΙΑΓΕ, είναι όμως αμφισβητήσιμο κατά πόσον εξυπηρετεί το συμφέρον του Ιδρύματος και πόσο προωθεί την έρευνα στον αγροτικό τομέα και πόσο τη συνδέει με τις ανάγκες της ελληνικής γεωργίας. Στο άρθρο 11 (Διάρθρωση ΕΘΙΑΓΕ) στην παρ. 3 αναφέρεται σε 82 περιφερειακές μονάδες έρευνας, όταν είναι γνωστό ότι σε λειτουργία είναι μόνο 52, ενώ στην παρ. 2 χαρακτηρίζονται είκοσι Εθνικά Ινστιτούτα Έρευνας, αλλά χωρίς έδρα! Ο διαχωρισμός μεταξύ διοικητικού μηχανισμού και του ερευνητικού σώματος λειτουργεί υπέρ το πρώτου, αφού κάθε περιφερειακή Διοίκηση αποκτά έναν Διευθυντή (Manager) και ανάλογη διοικητική δομή, ώστε να διαχειρίζεται οικονομικά και να διοικεί όλες τις ερευνητικές μονάδες που βρίσκονται στην περιφέρεια, ανεξάρτητα από το γνωστικό επιστημονικό αντικείμενο. Τα Εθνικά Ερευνητικά Ινστιτούτα (θεματικά) περιορίζονται στην ερευνητική ευθύνη του αντίστοιχου τομέα και μένει να διευκρινιστεί, με ποια κριτήρια ή κάθε Περιφερειακή Διοίκηση προωθεί την έρευνα, με ποιες προτεραιότητες. Είναι γνωστό ότι το κύριο πρόβλημα στην αγροτική έρευνα είναι η χρηματοδότηση και η οργανωτική δομή μόνο εν μέρει μπορεί να βελτιώσει την ισχύουσα κατάσταση. Όμως, μέχρι σήμερα δεν είχαμε εθνική χρηματοδότηση για την έρευνα παρά μόνο για να πληρωθούν ερευνητές και λειτουργικά έξοδα. Τα μοναδικά προγράμματα ύψους 3,5 δις δρχ. εξυπηρετούν και προέρχονται από την Ε.Ε., ενώ δεν υπάρχει εθνικό πρόγραμμα αγροτικής έρευνας. (Ν. Μαραβέλας). Ποια δέσμευση έχουμε για την ενίσχυση του τομέα από τον κρατικό προϋπολογισμό; ΕΠΙΛΟΓΟΣ Για όλες λοιπόν τις ασάφειες του νομοσχεδίου που προαναφέραμε, αλλά και ειδικότερα για τα πολύ σημαντικά κενά και παραλείψεις που προσδιορίζουν ουσιαστικά τις προθέσεις του νομοσχεδίου είμαστε επιφυλακτικοί. Όσο δε, δεν προβλέπεται στους πόρους για τον ΕΛΓΑ κρατική επιχορήγηση και μάλιστα σε συγκεκριμένο ύψος (π.χ. το 50% των εσόδων από τα ασφάλιστρα), δεν εξασφαλίζεται η επιδότηση του ασφαλίστρου και για την αναγκαστική ασφάλιση, δεν ξεκαθαρίζεται ότι η υποχρεωτική ασφάλιση στον ΕΛΓΑ θα είναι συνεχούς ισχύος και ότι η εγγύηση του δημοσίου θα υπάρχει και για τον ΕΛΓΑ, είμαστε αντίθετοι με το νομοσχέδιο. Η τροποποίηση του ν. 1845/89 επιφέρει σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία του ΕΘΙΑΓΕ, είναι όμως αμφισβητήσιμο κατά πόσον εξυπηρετεί το συμφέρον του Ιδρύματος και πόσο προωθεί την έρευνα στον αγροτικό τομέα και πόσο τη συνδέει με τις ανάγκες της ελληνικής γεωργίας. Στο άρθρο 11 (Διάρθρωση ΕΘΙΑΓΕ) στην παρ. 3 αναφέρεται σε 82 περιφερειακές μονάδες έρευνας, όταν είναι γνωστό ότι σε λειτουργία είναι μόνο 52, ενώ στην παρ. 2 χαρακτηρίζονται είκοσι Εθνικά Ινστιτούτα Έρευνας, αλλά χωρίς έδρα! Ο διαχωρισμός μεταξύ διοικητικού μηχανισμού και του ερευνητικού σώματος λειτουργεί υπέρ το πρώτου, αφού κάθε περιφερειακή Διοίκηση αποκτά έναν Διευθυντή (Manager) και ανάλογη διοικητική δομή, ώστε να διαχειρίζεται οικονομικά και να διοικεί όλες τις ερευνητικές μονάδες που βρίσκονται στην περιφέρεια, ανεξάρτητα από το γνωστικό επιστημονικό αντικείμενο. Τα Εθνικά Ερευνητικά Ινστιτούτα (θεματικά) περιορίζονται στην ερευνητική ευθύνη του αντίστοιχου τομέα και μένει να διευκρινιστεί, με ποια κριτήρια ή κάθε Περιφερειακή Διοίκηση προωθεί την έρευνα, με ποιες προτεραιότητες. Είναι γνωστό ότι το κύριο πρόβλημα στην αγροτική έρευνα είναι η χρηματοδότηση και η οργανωτική δομή μόνο εν μέρει μπορεί να βελτιώσει την ισχύουσα κατάσταση. Όμως, μέχρι σήμερα δεν είχαμε εθνική χρηματοδότηση για την έρευνα παρά μόνο για να πληρωθούν ερευνητές και λειτουργικά έξοδα. Τα μοναδικά προγράμματα ύψους 3,5 δις δρχ. εξυπηρετούν και προέρχονται από την Ε.Ε., ενώ δεν υπάρχει εθνικό πρόγραμμα αγροτικής έρευνας. (Ν. Μαραβέλας). Ποια δέσμευση έχουμε για την ενίσχυση του τομέα από τον κρατικό προϋπολογισμό;