Home Ομιλίες Τοποθέτηση επί της αρχής στο Ν/Σ του Υπουργείου Ανάπτυξης : "Σύσταση φορέα εγγυοδοσίας Μικρών και πολύ Μικρών Επιχειρήσεων", σύσταση εταιρείας "Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης Α.Ε.", τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας "Ελληνικές Αλυκές Α.Ε.", κα.

Τοποθέτηση επί της αρχής στο Ν/Σ του Υπουργείου Ανάπτυξης : "Σύσταση φορέα εγγυοδοσίας Μικρών και πολύ Μικρών Επιχειρήσεων", σύσταση εταιρείας "Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης Α.Ε.", τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας "Ελληνικές Αλυκές Α.Ε.", κα.

E-mail Εκτύπωση PDF
Είναι γεγονός ότι με το νομοσχέδιο "Σύσταση φορέα εγγυοδοσίας Μικρών και πολύ Μικρών Επιχειρήσεων", σύσταση εταιρείας "Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης Α.Ε.", τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας "Ελληνικές Αλυκές Α.Ε.", απαλλοτριώσεις για τον "ταμιευτήρα ΥΗΕ Μεσοχώρας" και άλλες διατάξεις", εισάγονται επί μέρους ρυθμίσεις για θέματα που δεν φαίνεται να έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους. Αναζητώντας την αρχή του νομοσχεδίου, πήραμε την απάντηση από τον κύριο Υπουργό ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις είναι ενταγμένες σε μία πολιτική αναπτυξιακή και οικονομική. Πολιτική δηλ. που στοχεύει να πετύχει όρους βιώσιμης ανάπτυξης. Γενική, λοιπόν, αρχή αυτού του νομοσχεδίου και του Υπουργείου Ανάπτυξης είναι η βιώσιμη ανάπτυξη. Ταλαιπωρημένος και κακοποιημένος όρος τον τελευταίο κυρίως καιρό τόσο σε τοπικό αλλά ιδιαίτερα σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτέλεσε την κορυφαία συνιστώσα και τη διαρθρωτική ατζέντα της Συνόδου Κορυφής στο Γιοχάνεσμπουργκ, για να μας οδηγήσει τελικά στο αντίθετο αποτέλεσμα και στην υποβάθμιση ακόμη και των αποφάσεων της Διάσκεψης Κορυφής του Ρίο πριν δέκα χρόνια. Να είμαστε προσεκτικοί, λοιπόν, στα θέματα της βιώσιμης ανάπτυξης. Και βέβαια δεν θέλω να πω ότι ο κύριος Υπουργός δεν έχει τις καλές προθέσεις. 'Όμως, το παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον έχει διαστρεβλώσει εντελώς τους όρους και την υποστήριξη της λεγομένης βιώσιμης ανάπτυξης. Κεφάλαιο Α΄: Ο φορέας εγγυοδοσίας των μικρών και των πολύ μικρών επιχειρήσεων. Με μεγάλη καθυστέρηση ικανοποιείται ένα πάγιο αίτημα των επιχειρήσεων αυτών για τη διευκόλυνση στο δανεισμό τους. Μέχρι τώρα αντιμετώπιζαν τεράστια προβλήματα που τους οδηγούσαν πολλές φορές στο ρίσκο ακόμη και της υπονόμευσης οικογενειακών τους περιουσιακών στοιχείων και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις στον πλήρη μαρασμό και πολλές φορές στην καταστροφή. Με τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, ο κίνδυνος από δανεισμό επιμερίζεται στο δημόσιο, στις επιχειρήσεις και στις τράπεζες. Πριν προχωρήσω στην κριτική των ρυθμίσεων, θα προσπαθήσω να δώσω μια σύντομη εικόνα της κατάστασης των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, στηριζόμενη κυρίως στα στοιχεία της έκθεσης του ΟΚΕ γι' αυτές τις επιχειρήσεις. Γράφει στην έκθεσή του: Η ανάλυση του περιβάλλοντος δράσης και των ασκούμενων πολιτικών για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ανέδειξε μια σειρά από αδυναμίες στις ασκούμενες πολιτικές που αποτελούν αντικίνητρα στην ανάπτυξή τους. Τα αντικίνητρα αυτά είναι απαραίτητο να αρθούν, γιατί δεσμεύουν τεράστιες δυνάμεις δημιουργικότητας από τις επιχειρήσεις αυτές. Είναι απαραίτητο να υπάρξει ένας κεντρικός σχεδιασμός και συντονισμός των πολιτικών ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, διότι η αναλογικότητα και η σταθερότητα στην άσκηση των πολιτικών για την ανάπτυξη αυτών, είναι απαραίτητη. Απαραίτητη για την προσπάθεια που κάνει η χώρα μας για την ισόρροπη ανάπτυξη και την εξασφάλιση θέσεων εργασίας και όχι απασχολήσιμων, ιδιαίτερα στην περιφέρεια. Επομένως, η ενίσχυση των επιχειρήσεων αυτών είναι στην κατεύθυνση ενίσχυσης της περιφέρειας και αποτελεί μια μεγάλη συμβολή για την τόνωση της απασχόλησης στη χώρα μας. Βασική προϋπόθεση του ΟΚΕ, που έχει υιοθετήσει και το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο, είναι ότι θα πρέπει να διατυπωθεί ένας εθνικός ορισμός για το χαρακτηρισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε συνδυασμό με τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ορισμός που θα μπορούσε να διατηρήσει τις κατηγορίες "αυτοαπασχολούμενοι", "πολύ μικρές επιχειρήσεις" -η πρόταση είναι μέχρι εννέα απασχολούμενους- "μικρές επιχειρήσεις", από δέκα έως τριάντα απασχολούμενους. Και βέβαια, μέσα στις βασικές τους προτάσεις και τα αιτήματα όλων των φορέων που ασχολήθηκαν με το θέμα της ενίσχυσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ήταν αυτή της ίδρυσης του φορέα αυτεγγύησης για τις εταιρείες αμοιβαίων εγγυήσεων με κυβερνητική πρωτοβουλία. Έτσι, είναι θετικό -επαναλαμβάνω και πάλι- ότι συζητάμε σήμερα την ίδρυση αυτού του φορέα εγγυοδοσίας. Είχε ξεκινήσει η προσπάθεια από το 1996 με ένα σχετικό νόμο που προέβλεπε εταιρείες αμοιβαίων εγγυήσεων, προσπάθεια όμως η οποία δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Όσον αφορά το νομοσχέδιο: Στη σχετική τους ανακοίνωση οι φορείς των μικρομεσαίων επιχειρήσεων χαρακτηρίζουν θετική την ίδρυση αυτού του φορέα και θετικό το γεγονός της εκπροσώπησής του στο επταμελές διοικητικό συμβούλιο, όπως και την εξασφάλιση του κεφαλαίου της εταιρείας με 100 εκατομμύρια ευρώ. Είναι, όμως, αίτημα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και δεν καλύπτεται από το νομοσχέδιο αυτή η διάκριση σε κατηγορίες από τους απασχολούμενους μέχρι κλιμακωτά στους τριάντα εργαζόμενους, ούτως ώστε να είναι σε σχέση και με τα στοιχεία της ελληνικής πραγματικότητας. Εμείς το επαναλαμβάνουμε εδώ, για να είναι δυνατόν -ενδεχομένως για να ληφθούν αυτά στα προγράμματα- να υπάρξουν ποσοστώσεις ως προς τη διάθεση των εγγυήσεων για τις επιμέρους κατηγορίες, λαμβάνοντας υπόψη τον πληθυσμό κάθε κατηγορίας και το αντίστοιχο ενεργητικό. Το ενδιαφέρον και οι παρατηρήσεις άλλων συναδέλφων επικεντρώθηκαν στο άρθρο 8 και κατ' αρχήν στα θέματα του κανονισμού παροχής εγγυήσεων, ο οποίος παραπέμπεται σε κοινή υπουργική απόφαση, ύστερα από εισήγηση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας. Σοβαρές παράμετροι, όπως το κόστος δανεισμού και εγγυήσεις, θα ήταν καλό να διατυπώνονται και σήμερα και να μην παραπέμπονται σ' αυτήν την κοινή υπουργική απόφαση. Επίσης, το επιμελητήριο και οι φορείς των μικρομεσαίων εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την παράγραφο δ΄ του άρθρου 8, όπου η αξιολόγηση των επιχειρηματικών σχεδίων και της πιστοληπτικής ικανότητας της επιχείρησης γίνεται από τις τράπεζες. Κατά τη συζήτηση στην επιτροπή και την ακρόαση των φορέων είχαμε διατυπώσει και εμείς τον προβληματισμό μας για το πώς θα υπάρξει ένα αξιόπιστο και αντικειμενικό σύστημα που θα έχει τη δυνατότητα της αξιολόγησης των επιχειρησιακών σχεδίων και της πιστοληπτικής ικανότητας των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Θεωρούμε κατ' αρχήν θετικό, όπως είπαμε στην αρχή, ότι μπορεί το δημόσιο να εγγυάται και να εξετάζει παράλληλα τη δυνατότητα χρηματοδότησης των επιχειρήσεων αυτών. Το ενδιαφέρον μας εστιάστηκε στο πώς θα δημιουργηθεί αυτό το σύστημα αξιολόγησης. Διατυπώσαμε τις επιφυλάξεις μας στην πρόταση του νομοσχεδίου που δίνει αποκλειστικά τη δυνατότητα στις τράπεζες να το κάνουν αυτό. Ζητήσαμε και από τους φορείς των μικρομεσαίων επιχειρήσεων να μας δώσουν τη δική τους συγκεκριμένη πρόταση για το ποιος θα είναι αυτός ο αξιόπιστος φορέας που θα παίξει το ρόλο της χρηματοδότησης και αξιολόγησης των επιχειρήσεων. Δεν φάνηκε να υπάρχει μια διαπιστωμένη πρόταση γι' αυτό το θέμα. Επιπλέον, αν αυτός ο φορέας είναι μόνο από την πλευρά των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων υπάρχει κίνδυνος να μη διαθέτουν το προσωπικό και την εμπειρία γι' αυτό το θέμα, αλλά και από την άλλη πλευρά να δημιουργηθούν πελατειακές σχέσεις με τις χρηματοδοτούμενες επιχειρήσεις με άλλα κριτήρια και όχι χρηματοοικονομικά. Έτσι, φαίνεται να είναι απαραίτητη και η συμμετοχή των τραπεζών, οι οποίες δεν πρέπει να κρίνουν μόνο αυτές και να έχουν την ευθύνη της πλήρους αιτιολόγησης. Για να διασφαλιστεί η διαφάνεια και η δίκαιη κρίση σε επίπεδο εξέτασης του αιτήματος σε πρώτο βαθμό, θα έπρεπε να διατυπώνονται στο νομοσχέδιο τα κριτήρια, ώστε να είναι ελέγξιμη τουλάχιστον η εισήγηση των τραπεζών. Επίσης, θα μπορούσε να εξεταστεί το αίτημα να εξετάζεται και σε δεύτερο βαθμό από ένα όργανο ευρείας συμμετοχής στο οποίο τελικά θα συμμετέχουν η Ένωση των Ελληνικών Τραπεζών, η Ένωση των Επαγγελματοβιομηχανικών, δηλαδή των εκπροσώπων των επιχειρήσεων, εκπρόσωπος του Υπουργείου Ανάπτυξης κλπ. Τελειώνοντας το θέμα αυτό, θα ήθελα να τονίσω ότι δίνουμε μεγάλη σημασία στο χαρακτήρα αυτού του φορέα εγγυοδοσίας, να είναι αποκλειστικά στον έλεγχο του δημοσίου και να μην υπάρξει δυνατότητα μεταβίβασης των μετοχών του. Επίσης, όσον αφορά τα θέματα επιλογής του προέδρου και του διευθύνοντος συμβούλου, θα πρέπει να τολμούμε να επιλέγουμε τα όργανα αυτά με δημόσιο διαγωνισμό, ούτως ώστε να είναι αξιοκρατική η κρίση, και βέβαια οι επιλογές αυτές θα πρέπει να έρχονται και στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής για έγκριση. Το δεύτερο κεφάλαιο ασχολείται με ένα ιδιαίτερα σοβαρό θέμα, το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης. Νομίζω το ξέρετε πολύ καλά. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στα θέματα της πολιτικής της ποιότητας στη χώρα μας παρατηρούνται πολλά προβλήματα και καθυστερήσεις εκσυγχρονισμού και οργανωτικής ανασυγκρότησης των εμπλεκομένων υπηρεσιών και φορέων. Υπάρχει μια σύγχυση αρμοδιοτήτων που διαχέει τις ευθύνες της συγκρότησης ενός ενιαίου σχεδιασμού στον πρωτοβάθμιο έλεγχο, στην τυποποίηση, στη διαπίστευση και τελικά στην επεξεργασία και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των ασκούμενων πολιτικών ποιότητας από τα διάφορα Υπουργεία, τους οργανισμούς και τους φορείς. Σημαντικές είναι οι ελλείψεις στις υποδομές όλου του φάσματος της ποιότητος, από τις υποδομές των κτιρίων και των εργαστηρίων τους, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, μέχρι και τις υπηρεσίες τυποποίησης, έκδοσης προδιαγραφών, εναρμόνισης με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκπαίδευσης του προσωπικού, του δημόσιου τουλάχιστον τομέα που εμπλέκονται στα θέματα της πολιτικής ποιότητος. Η προσπάθεια είχε ξεκινήσει στη χώρα μας θα έλεγα τη δεκαετία '50 προς '60. Δημιουργήθηκε τότε κάποιο σύστημα εργαστηρίων. Τόσο τα εργαστήρια του Γενικού Χημείου του Κράτους όσο και τα εργαστήρια του ΥΠΕΧΩΔΕ με το περιφερειακό σύστημα των εργαστηρίων. Αυτές ήταν κάποιες βασικές υποδομές, μαζί και με τα εργαστήρια των πανεπιστημίων. Τελικά οι ρυθμοί προόδου σ' αυτόν τον τομέα δεν ήταν αυτοί που επέβαλαν οι συνθήκες και κυρίως οι συνθήκες μετά την ένταξη της χώρας μας με τις υποχρεώσεις της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το σύστημα λειτούργησε αποσπασματικά και πολλές φορές στηρίχτηκε στις προσπάθειες θα έλεγα, μεμονωμένων και φωτισμένων ανθρώπων που έκαναν τη δική τους προσφορά στην ποιότητα. Η ίδρυση του ΕΛΟΤ έφερε τουλάχιστον μια τακτοποίηση στα θέματα της τυποποίησης. Όμως δεν κατάφερε ο ΕΛΟΤ να συνεργαστεί με τους άλλους φορείς και τα καθ' ύλην αρμόδια Υπουργεία και τις υπηρεσίες τους, ούτως ώστε να μπορέσει να προχωρήσει την τυποποίηση στα κρίσιμα υλικά, στα υλικά δηλαδή που αφορούν τα θέματα ασφάλειας και υγιεινής των πολιτών. Μετά το 1994 δημιουργήθηκε τελικά και το σύστημα διαπίστευσης με το ν. 2231 στο Υπουργείο Ανάπτυξης. Επειδή δεν υπήρχε κάποιος ειδικός φορέας, τα οικονομικά του ανέλαβε να τα διαχειριστεί ο ΕΛΟΤ. Υπήρχαν πολλά προβλήματα σ' αυτό το πρώτο σχήμα, το οποίο δημιουργήθηκε με αποτέλεσμα να μη λειτουργήσει το όργανο αυτό για έξι χρόνια. Η Ελλάδα είναι σήμερα η μόνη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία δεν διαθέτει εθνικό φορέα διαπίστευσης που να είναι ισότιμος με τους αντίστοιχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πήραμε μια βρετανική εταιρεία για να μας υποστηρίξει το σύστημα με μια μεγάλη αμοιβή και τελικά εισπράξαμε ένα επιχειρησιακό σχέδιο που προτείνει το Εθνικό Συμβούλιο Διαπίστευσης να γίνει ανώνυμη εταιρεία. Εδώ ήταν το πρόβλημα; Όχι βέβαια. Ενδεχομένως να λύνεται το πρόβλημα όσον αφορά κάποιες οικονομικές ενισχύσεις και ίσως για να μην εγγράφονται και οι δαπάνες του στον κρατικό προϋπολογισμό. Έτσι, το νομοσχέδιο πρέπει να στρέψει -και δεν το κάνει αυτό- αλλού την προσοχή του. Θα πρέπει να κερδίσει το χαμένο χρόνο να μπορέσει να εξασφαλίσει πόρους, να μπορέσει να εξασφαλίσει τη λειτουργία των οργάνων του, την αξιοκρατική κρίση των ανθρώπων που θα αποτελέσουν τα όργανα αυτά και το Εθνικό Συμβούλιο και το διοικητικό τους συμβούλιο. Και το βασικότερο είναι να μπορέσει να αποτυπώσει την πραγματικότητα που υπάρχει στη χώρα μας και να μπορέσει να συνεργαστεί. Είναι σημαντικό το Εθνικό Σύστημα να είναι αυτό το οποίο θα αναβαθμίσει και θα ενισχύσει τα πρωτοβάθμια όργανα, τα όργανα δηλαδή που θα έρθει να διαπιστώσει, δηλαδή τα εργαστήρια ελέγχου του ιδιωτικού τομέα, των επιχειρήσεων που είναι υποχρεωμένα να ελέγχουν τα προϊόντα τους, τα εργαστήρια του δημόσιου τομέα, τα εργαστήρια του ιδιωτικού τομέα των κατασκευών κ.ο.κ. Είναι βασικός ο ρόλος τον οποίο καλείται να παίξει και θα πρέπει να συνδεθεί και με τις άλλες διευθύνσεις και ιδιαίτερα με τη Γενική Διεύθυνση Ποιότητος του ΥΠΕΧΩΔΕ, η οποία παρ' όλο που έχει ιδρυθεί εδώ και πολύ καιρό δεν έχει επιτελέσει και αυτή το έργο της. Έρχομαι τώρα στο κεφάλαιο των αλυκών. Δεν είμαστε αντίθετοι με την τακτοποίηση που επιχειρείται ούτως ώστε να γίνει μια ενιαία ανώνυμη εταιρεία Α.Ε. οι διάφορες αλυκές στη χώρα μας, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τις ανώνυμες εταιρείες. Έχουμε όμως σοβαρές ενστάσεις για τη μετοχοποίηση και το χρόνο που επιλέγεται να γίνει, σε συνδυασμό με την άμεση πρόθεση του νομοθέτη -τελικά ο κύριος Υπουργός είπε ότι θα μετατεθεί αργότερα- για την εισαγωγή της εταιρείας αυτής στο χρηματιστήριο. Οι μετοχοποιήσεις που έγιναν μέχρι σήμερα αποτέλεσαν τελικά μόνο μία εισπρακτική πολιτική και μία εφήμερη λύση για το ελληνικό δημόσιο. Έδωσαν ένα σημαντικό τμήμα της δημόσιας περιουσίας σε τιμές, οι οποίες αυτήν τη στιγμή καταρρέουν και οδηγούν σε μία ουσιαστική υποβάθμιση της δημόσιας περιουσίας. Αυτό θα πρέπει να το προσέξουμε πάρα πολύ και γι' αυτήν την εταιρεία. Επειδή η εταιρεία έχει σαν στόχο να εξελιχθεί και να επιδιώξει το άνοιγμά της στις ξένες αγορές, θα έπρεπε να υπάρχει ένα επιχειρησιακό σχέδιο και να δίνετε τη δυνατότητα εφαρμογής αυτού του σχεδίου. Υπάρχει αυτό το επιχειρησιακό σχέδιο, το οποίο όμως χρειάζεται τέσσερα με πέντε δισεκατομμύρια για να εφαρμοστεί. Είναι θετικό ότι ένα μερίδιο των μετοχών δίδεται στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και είναι θετικό ότι το 3% του τζίρου δίδεται πάλι σε κάθε δήμο. Εμείς εκφράζουμε τις ανησυχίες μας για τους εργαζόμενους και θεωρούμε ότι και η συμμετοχή τους στο διοικητικό συμβούλιο θα ήταν μία θεσμική και λειτουργική συμμετοχή, αλλά και η διευκόλυνσή τους έστω για την αγορά κάποιων μετοχών στην ανώνυμη εταιρεία, στην οποίαν είναι εργαζόμενοι. Το βασικότερο θέμα όμως, το οποίο θέλουμε να διασφαλιστεί, είναι η πλειοψηφία των μετοχών να παραμένει πάντοτε στο δημόσιο. Όσον αφορά στα θέματα των απαλλοτριώσεων της Μεσοχώρας, παρ' όλες τις ρυθμίσεις που έγιναν σε θετική κατεύθυνση, εμείς δεν μπορούμε να δεχθούμε τη συνολική ρύθμιση του θέματος, γιατί επιμένουμε ότι δεν εξασφαλίζεται ο οικισμός ως ένα προαπαιτούμενο της συζήτησης που θέλουν οι κάτοικοι. Δεν έχει γίνει η πολεοδομική μελέτη, δεν διαφαίνεται και η περιβαλλοντολογική μελέτη, δεν διαφαίνεται έτσι πουθενά η εξασφάλιση των κατοίκων σ' αυτόν τους τον οικισμό. Υπάρχει επίσης το σοβαρό επιχείρημα, γιατί η ρύθμιση για την παραλίμνια ζώνη, η οποία δεν θα κατακλύζεται, να μην παραμείνει στους ιδιώτες ή τελικά να μη δοθεί στους ΟΤΑ και όχι να "συνεργάζονται οι ΟΤΑ με τη ΔΕΗ" για την εκμετάλλευση αυτής της παραλίμνιας γης. Με όλα αυτά είναι σαφές ότι δεν ψηφίζουμε το νομοσχέδιο επί της αρχής